Οι εγχώριες οικονομικές ανισότητες έχουν φτάσει σήμερα σε πολύ υψηλά επίπεδα τόσο στον αναπτυγμένο όσο και στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Αυτή η μελέτη διερευνά τις επιπτώσεις τους, τις μελλοντικές προοπτικές τους, καθώς και τις κυριότερες αναδιανεμητικές πολιτικές που προτείνονται για να τις αμβλύνουν. Διαπιστώνεται αφενός η αυξητική τάση και η εκρηκτική δυναμική των οικονομικών ανισοτήτων, αφετέρου η αναποτελεσματικότητα των προτεινόμενων αναδιανεμητικών πολιτικών. Αν θέλουμε να συγκρατήσουμε τις εντεινόμενες ανισοτικές τάσεις του σύγχρονου κόσμου και να περιορίσουμε τις δυσμενείς επιπτώσεις τους στην οικονομία και την κοινωνία, πρέπει να επινοήσουμε νέα εργαλεία αναδιανομής του πλούτου. Ένα τέτοιο εργαλείο θα ήθελα να προτείνω εδώ. Το ονομάζω «εθελούσιοι φόροι με προνόμια».

Το Κείμενο υπογράφει ο Δημήτρης Κωνσταντέλλης, Καθηγητής Οικονομικών Επιστημών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, Συγγραφέας. Διαβάστε το εδώ.

Η παρούσα μελέτη αποτελεί, εν μέρει, επεξεργασμένο απόσπασμα του βιβλίου του ιδίου «ΚΑΠΙΤΑΚΛΥΣΜΟΣ» (Εκδόσεις Παπαζήση, 2023)


Εισαγωγή 

Η οικονομική ανισότητα έχει εκτοξευθεί τις τελευταίες δεκαετίες στις περισσότερες χώρες του πλανήτη. Πέραν της ηθικής διάστασης του προβλήματος, τούτο έχει και μια σειρά από δυσμενείς συνέπειες στις οικονομίες αυτών των χωρών. Η ακραία οικονομική ανισότητα επιβραδύνει την οικονομική μεγέθυνση, αυξάνει το υψηλού ρίσκου ιδιωτικό χρέος, αυξάνοντας έτσι τη συχνότητα και την ένταση των χρηματοπιστωτικών κρίσεων, επιβαρύνει το δημόσιο χρέος εξαιτίας των αυξημένων δαπανών πρόνοιας, ενώ ταυτόχρονα προκαλεί και μια ανορθολογική κατανομή των παραγωγικών πόρων της οικονομίας. Βεβαίως, η ανισότητα δεν έχει μόνο οικονομικές συνέπειες, αλλά και σοβαρότατες κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις: υποβαθμίζει την εκπαίδευση και την υγεία πολλών πολιτών, προκαλεί κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις, υποθάλπει τη διαπλοκή και την πολιτική διαφθορά και αυξάνει την εγκληματικότητα. Η ανισότητα διαρρηγνύει την κοινωνική συνοχή και πλήττει καίρια τη δημοκρατία περισσότερο από κάθε άλλο παράγοντα. Επιπλέον, όπως αποδεικνύουν πρόσφατες έρευνες (προεξάρχουσας εκείνης του Piketty), η τάση των εγχώριων οικονομικών ανισοτήτων είναι αυξητική και η δυναμική τους εκρηκτική και ανεξέλεγκτη. Είναι προφανές πως η τάση αυτή εγκυμονεί σοβαρότατους οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς κινδύνους στο μέλλον. Η ιστορική εμπειρία αποδεικνύει πως η ακραία ανισότητα μπορεί να μας οδηγήσει μέχρι την ολοκληρωτική καταστροφή. Είναι πλέον επιτακτικό να δράσουμε για να συγκρατήσουμε τις τερατώδεις ανισότητες του σύγχρονου κόσμου.

Αν θέλουμε να συγκρατήσουμε τις εντεινόμενες ανισοτικές τάσεις του σύγχρονου κόσμου, θα πρέπει να επινοήσουμε νέα εργαλεία αναδιανομής του πλούτου. Ένα τέτοιο εργαλείο θα ήθελα να προτείνω εδώ. Το εργαλείο αυτό είναι οι «εθελούσιοι φόροι με προνόμια».

Η μείωση της ανισότητας απαιτεί έναν συνδυασμό προληπτικών και αναδιανεμητικών (μέσω, κυρίως, της φορολόγησης) μέτρων. Εστιάζοντας στα δεύτερα, θα αποδείξω πως τόσο οι εφαρμοζόμενες όσο και οι προτεινόμενες φορολογικές πολιτικές είναι σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικές. Αν θέλουμε να συγκρατήσουμε τις εντεινόμενες ανισοτικές τάσεις του σύγχρονου κόσμου, θα πρέπει να επινοήσουμε νέα εργαλεία αναδιανομής του πλούτου. Ένα τέτοιο εργαλείο θα ήθελα να προτείνω εδώ. Το εργαλείο αυτό είναι οι «εθελούσιοι φόροι με προνόμια».

Οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις της ανισότητας

Πλήθος οικονομικών μελετών αποδεικνύει πως η ακραία ανισότητα επιβραδύνει την οικονομική μεγέθυνση (βλέπε, ενδεικτικά, Aghion κ.ά., 1999· Rodrik, 1999· Berg and Ostry, 2011· και Stiglitz, 2015). Τούτο ισχύει για δύο τουλάχιστον λόγους: πρώτον, διότι εμποδίζει την πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση στους φτωχότερους πολίτες, μειώνοντας έτσι τις επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο (πράγμα που πλήττει καίρια την ανάπτυξη μακροπρόθεσμα)· και δεύτερον, διότι μειώνει τις δύο βασικές συνιστώσες της ζήτησης, την κατανάλωση και την επένδυση. Ας δούμε γιατί συμβαίνει το τελευταίο.

Όπως επισήμανε πρώτος ο John A. Hobson ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα (και αργότερα υπερθεμάτισε ο Keynes), η άνιση κατανομή των εισοδημάτων οδηγεί σε μια παράδοξη κατάσταση στην οποία ούτε οι φτωχοί ούτε οι πλούσιοι μπορούν να καταναλώσουν αρκετά αγαθά: οι φτωχοί επειδή έχουν πολύ λίγα χρήματα και οι πλούσιοι επειδή έχουν πάρα πολλά για να τα ξοδέψουν. Στη γλώσσα των οικονομικών, θα λέγαμε πως η οριακή και η μέση ροπή κατανάλωσης μειώνεται καθώς αυξάνεται το ατομικό εισόδημα (όπως υπέδειξε ο Keynes). Η μειωμένη κατανάλωση, με τη σειρά της, εξασθενεί τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα οι επενδύσεις στην «πραγματική οικονομία» να είναι φειδωλές.

Τα τελευταία χρόνια ο δυτικός καπιταλισμός έχει πέσει σε αυτό που ο Keynes αποκάλεσε «παγίδα ρευστότητας» (liquidity trap). Η αβεβαιότητα που επικρατεί στην παγκόσμια οικονομία –εν μέρει λόγω της μειωμένης ζήτησης εξαιτίας της ακραίας εισοδηματικής ανισότητας, εν μέρει λόγω της χρηματοπιστωτικής και γεωπολιτικής αστάθειας– αναγκάζει τις επιχειρήσεις και τους μετόχους τους να αποθησαυρίζουν χρήματα αντί να τα επενδύουν, οδηγώντας την οικονομία σε ένα υφεσιακό σπιράλ. Ατράνταχτη απόδειξη γι’ αυτό αποτελούν οι συνεχείς «επαναγορές μετοχών» αξίας αρκετών τρισεκατομμυρίων δολαρίων κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Είναι χαρακτηριστικό πως την περίοδο 2003-2012, 449 κορυφαίες αμερικανικές εταιρείες διέθεσαν το 54% των συνολικών τους κερδών στην επαναγορά των μετοχών τους (περίπου 2,4 τρισεκατομμύρια δολάρια) και το 37% στη διανομή μερισμάτων, αφήνοντας έτσι μόνο το 9% των κερδών για επενδυτικούς σκοπούς (Lazonick, 2014). Οι «επαναγορές μετοχών», ως γνωστόν, συνεχίζονται με αμείωτο –αν όχι και αυξανόμενο– ρυθμό μέχρι σήμερα.

Πέραν των υφεσιακών τάσεων που προκαλεί, η οικονομική ανισότητα αυξάνει και το υψηλού ρίσκου ιδιωτικό χρέος, αυξάνοντας έτσι τη συχνότητα και την ένταση των χρηματοπιστωτικών κρίσεων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007-8.

Πέραν των υφεσιακών τάσεων που προκαλεί, η οικονομική ανισότητα αυξάνει και το υψηλού ρίσκου ιδιωτικό χρέος, αυξάνοντας έτσι τη συχνότητα και την ένταση των χρηματοπιστωτικών κρίσεων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007-8. Η κρίση, ως γνωστόν, ξεκίνησε από τις ΗΠΑ λόγω της αδυναμίας εξυπηρέτησης των περιβόητων ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου (subprime loans), τα οποία είχαν χορηγηθεί σε νοικοκυριά με πενιχρούς οικονομικούς πόρους. Η εισοδηματική καθήλωση των λαϊκών τάξεων κατά τις προηγούμενες δεκαετίες ήταν που οδήγησε στη σύναψη αυτών των δανείων, αλλά και στην αδυναμία αποπληρωμής τους αργότερα (Piketty, 2014, σ. 366).

Βεβαίως, η ανισότητα δεν αυξάνει μόνο το ιδιωτικό, αλλά και το δημόσιο χρέος […] και δεν έχει μόνο οικονομικές συνέπειες, αλλά και σοβαρότατες κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις.

Βεβαίως, η ανισότητα δεν αυξάνει μόνο το ιδιωτικό, αλλά και το δημόσιο χρέος: αφενός διότι δημιουργεί την ανάγκη στήριξης των φτωχότερων πολιτών και αυξάνει τις δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας, αφετέρου διότι συμπιέζει τη φορολογική βάση (Aizenman and Jinjarak, 2012) και μειώνει τα φορολογικά έσοδα (Fenochietto and Pessino, 2013· Bird κ.ά., 2014). Αν και για το τελευταίο υπάρχουν κάποιες διαφωνίες (π.χ. Boustan, 2013), θα πρέπει να εμπιστευτούμε την κοινή λογική: οι φόροι τόσο των ακραία φτωχών όσο και των ακραία πλουσίων είναι μειωμένοι εξαιτίας του χαμηλού εισοδήματος και της υψηλής φοροδιαφυγής/φοροαποφυγής αντιστοίχως.

Επιπλέον, η ακραία ανισότητα προκαλεί μια ανορθολογική κατανομή των παραγωγικών πόρων, διότι κατευθύνει ένα μέρος της ζήτησης σε υπερπολυτελή και άχρηστα αγαθά. Σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που αγοράζουν οικόπεδα στη Σελήνη ή ολόκληρους μετεωρίτες, άλλοι φτιάχνουν πολυτελέστατα ιδιωτικά καταφύγια για να γλιτώσουν από κάποιον επερχόμενο Αρμαγεδδώνα και από το «τέλος του κόσμου», ενώ άλλοι δαπανούν κολοσσιαία ποσά σε έργα τέχνης ή είδη διακόσμησης. Είναι προφανές πως οι πόροι της οικονομίας θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν με τρόπο επωφελέστερο για το κοινωνικό σύνολο.

Βεβαίως, η ανισότητα δεν έχει μόνο οικονομικές συνέπειες, αλλά και σοβαρότατες κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις. Η οικονομική ανισότητα προκαλεί και εκπαιδευτική ανισότητα (ιδίως στις αγγλοσαξονικές χώρες, όπου τα δίδακτρα των κολεγίων είναι υπέρογκα), υποβαθμίζει την υγεία πολλών πολιτών, υποθάλπει τη διαπλοκή και την πολιτική διαφθορά και αυξάνει την εγκληματικότητα. Η ανισότητα διαρρηγνύει την κοινωνική συνοχή και πλήττει καίρια τη δημοκρατία περισσότερο από κάθε άλλο παράγοντα. Οι κλιμακούμενες κοινωνικές εντάσεις, τα κινήματα διαμαρτυρίας, η άνοδος του πολιτικού λαϊκισμού και η φθίνουσα συμμετοχή των πολιτών στις εκλογικές διαδικασίες σε όλο τον δυτικό κόσμο πρέπει να μας προβληματίσουν όλους. Η φιλελεύθερη καπιταλιστική κοινωνία βαδίζει πλέον σε έναν ιδιαίτερα ολισθηρό δρόμο, από τον οποίο εύκολα μπορεί να ξεστρατίσει προς επικίνδυνες ατραπούς.

Ας μείνουμε όμως στην οικονομική διάσταση του ζητήματος και ας ρίξουμε μια προσεκτική ματιά στο Γράφημα 1, το οποίο παρουσιάζει το μερίδιο του ανώτερου δεκατημορίου της εισοδηματικής ιεραρχίας στο εθνικό εισόδημα των ΗΠΑ τον τελευταίο αιώνα. Είναι άραγε τυχαίο το γεγονός ότι η ανισότητα έφτασε στα δύο ιστορικά της ρεκόρ παραμονές των δύο μεγαλύτερων κρίσεων του καπιταλισμού; Όπως φαίνεται στο γράφημα, οι δύο κορυφές του ανωτέρω μεριδίου χρονολογούνται το 1928 (παραμονές του κραχ του 1929) και το 2007 (παραμονές της παγκόσμιας κρίσης του 2008). Ο Piketty δεν πιστεύει πως πρόκειται για σύμπτωση (Piketty, 2014, σ. 366). Ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, όταν και πρωτοδιατυπώθηκε η θεωρία των οικονομικών κύκλων, η ανισότητα θεωρήθηκε ως μία από τις βασικότερες αιτίες πρόκλησης οικονομικών κρίσεων. Η ανισότητα μπορεί να προκαλέσει κρίση με διάφορους τρόπους: στην περίπτωση της κρίσης του 1929, συρρίκνωσε την κατανάλωση, υποσκάπτοντας έτσι τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων και τις επενδύσεις (Heilbroner and Mildberg, 2010, σ. 219-220), ενώ στην περίπτωση της κρίσης του 2008 απογείωσε το χρέος των λαϊκών τάξεων, οδηγώντας τελικά στην αδυναμία αποπληρωμής του.

Ας ρίξουμε τώρα μια ματιά στο Γράφημα 2, όπου απεικονίζεται το μερίδιο του ανώτερου δεκατημορίου στο εθνικό εισόδημα των ευρωπαϊκών χωρών τον τελευταίο αιώνα (παρουσιάζεται ο μέσος όρος αυτού του μεριδίου ανά δεκαετία για να καταδειχθεί η μακροπρόθεσμη τάση του). Στη Γηραιά Ήπειρο, η ανισότητα έφτασε στο αποκορύφωμά της παραμονές μιας διαφορετικής καταστροφής: του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (με το μερίδιο του ανώτερου δεκατημορίου να είναι αντίστοιχο με εκείνο στις ΗΠΑ παραμονές των δύο μεγάλων κρίσεων – κοντά στο 50%). Άλλη μια σύμπτωση; Δεν το νομίζω. Η ακραία ανισότητα της προπολεμικής Ευρώπης συντέλεσε αποφασιστικά στην άνοδο του ιμπεριαλισμού (Hobson, 1932). Μειώνοντας δραστικά την εγχώρια ζήτηση και την επιχειρηματική κερδοφορία, ώθησε το κεφάλαιο να βρει διέξοδο σε αγορές του εξωτερικού και ανάγκασε τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις να επιδοθούν σε έναν ανελέητο αποικιοκρατικό ανταγωνισμό, ο οποίος κατέληξε στον πόλεμο.

 

 

 

 

 

 

Πηγή: piketty.pse.ens.fr/capital21c, World Inequality Database

 

Πηγή: piketty.pse.ens.fr/capital21c, World Inequality Database

Βλέπουμε, λοιπόν, πως οι τρεις περίοδοι της σύγχρονης Ιστορίας με τις μεγαλύτερες οικονομικές ανισότητες στον δυτικό κόσμο –η δεκαετία του 1920 και του 2000 στις ΗΠΑ και η τελευταία δεκαετία της Belle Époque στην Ευρώπη– σημαδεύτηκαν από ισάριθμες καταστροφές: δύο κατακλυσμιαίες οικονομικές κρίσεις και έναν παγκόσμιο πόλεμο. Βεβαίως υπεραπλουστεύω εδώ. Οι καταστροφές αυτές είχαν προφανώς πολλά και ποικίλα αίτια. Ωστόσο, η ανισότητα, και στις τρεις περιπτώσεις, ήταν ένα από τα πλέον σημαντικά.

Δυσοίωνες προβλέψεις για τη μακροπρόθεσμη εξέλιξη των οικονομικών ανισοτήτων

Σύμφωνα με τον Piketty, οι οικονομικές ανισότητες παρουσιάζουν μια εκρηκτική δυναμική υπό καπιταλιστικές συνθήκες. Το βασικό του επιχείρημα συμπυκνώνεται σε μια απλή ανίσωση: r > g. Βασιζόμενος σε εμπειρικά στοιχεία, ο Piketty διαπιστώνει πως καθ’ όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης Ιστορίας το ποσοστό απόδοσης του κεφαλαίου (δηλαδή πόσο αποδίδει κατά μέσο όρο το κεφάλαιο ετησίως με τη μορφή κερδών, τόκων, μισθωμάτων ή μερισμάτων) είναι σταθερά και έντονα υψηλότερο από τον ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας (δηλαδή την ετήσια ποσοστιαία αύξηση του συνολικού εισοδήματος). Η ανίσωση r > g επιτρέπει στις περιουσίες που προέρχονται από το παρελθόν να αυξάνονται ταχύτερα από το σύνολο της οικονομίας και στους ιδιοκτήτες της να κυριαρχούν απόλυτα πάνω στους μισθωτούς. Οι κληρονόμοι αυτών των περιουσιών, ακόμα κι αν δεν εργάζονται, αρκεί να αποταμιεύουν ένα μέρος από τα εισοδήματα των περιουσιών τους (και εν συνεχεία να το επανεπενδύουν), ώστε αυτές να αυξάνονται γοργά και αδιάκοπα. Η δυναμική είναι εκρηκτική μακροπρόθεσμα. Το κεφάλαιο συσσωρεύεται και συγκεντρώνεται όλο και περισσότερο σε μια μικρή μερίδα του πληθυσμού (Piketty, 2014, σ. 46).

Παρά την κριτική που έχει δεχθεί ο Piketty για την ακρίβεια των αριθμητικών στοιχείων που παραθέτει (βλέπε Giles and Giugliano, 2014) και τη μεθοδολογία που ακολουθεί (βλέπε Summers, 2014· και Acemoglu and Robinson, 2015), το βασικό του επιχείρημα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί: η ανίσωση r > g ισχύει διαχρονικά (ιδιαιτέρως μέσα σε έναν κόσμο χαμηλής οικονομικής μεγέθυνσης, όπως ο σημερινός), δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για μια αδιανόητη έκρηξη των οικονομικών ανισοτήτων στο μέλλον.

Φυσικά, όσο μεγαλύτερη είναι η απόκλιση της απόδοσης του κεφαλαίου από τον ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας τόσο επιταχύνεται η δυναμική της ανισότητας. Το Γράφημα 3 παρουσιάζει την απόκλιση αυτών των δύο μεγεθών διαχρονικά, από την Αρχαιότητα μέχρι το 2100. Ο Piketty προβλέπει πως η απόκλιση αυτή θα διευρυνθεί κατά τον 21ο αιώνα εξαιτίας των πτωτικών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης, εκτοξεύοντας την ανισότητα σε πρωτοφανή επίπεδα. Όμως τα πράγματα φαίνεται πως είναι ακόμη χειρότερα: οι προβλέψεις του Γάλλου οικονομολόγου για τους ρυθμούς μεγέθυνσης της παγκόσμιας οικονομίας είναι υπερβολικά αισιόδοξες (πράγμα που παραδέχεται και ο ίδιος), καθώς υποθέτουν μια διαρκή αύξηση της παραγωγικότητας στον αναπτυγμένο κόσμο, καθώς και μια αδιάκοπη πορεία σύγκλισης στον αναπτυσσόμενο δίχως πολιτικά και στρατιωτικά προσκόμματα (Piketty, 2014, σ. 133-134). Η εποχή της «πολυκρίσης» στην οποία έχει εισέλθει πλέον η ανθρωπότητα –μιας κρίσης γεωπολιτικής, ενεργειακής, πληθωριστικής, τραπεζικής και δημογραφικής– ρίχνει βαριά τη σκιά της στην προοπτική της οικονομικής μεγέθυνσης μακροπρόθεσμα και συνεπώς στην εξέλιξη των οικονομικών ανισοτήτων.

Πέραν της ανάλυσης του Piketty, υπάρχουν πολλές ακόμα μελέτες που προβλέπουν την όξυνση των οικονομικών ανισοτήτων στο μέλλον.

Πέραν της ανάλυσης του Piketty, υπάρχουν πολλές ακόμα μελέτες που προβλέπουν την όξυνση των οικονομικών ανισοτήτων στο μέλλον (βλέπε, ενδεικτικά, World Bank, 2023· Qureshi, 2023· και Menon, 2023). Οι μελέτες αυτές επικαλούνται τέσσερις βασικές αιτίες: α) την τεχνολογική εξέλιξη, β) την κλιματική αλλαγή, γ) την οικονομική στασιμότητα και δ) την υψηλή συχνότητα εμφάνισης κρίσεων (οικονομικών, γεωπολιτικών, υγειονομικών και περιβαλλοντικών) στις σύγχρονες κοινωνίες. Ίσως η πιο απαισιόδοξη –κι όμως ανατριχιαστικά ρεαλιστική– είναι εκείνη του Randall Collins (2013), η οποία δίνει έμφαση στον ρόλο της τεχνολογίας. Ο Collins υποστηρίζει πως η πρόοδος της πληροφορικής και της τεχνητής νοημοσύνης θα αφανίσει εκατοντάδες υπαλληλικά, διοικητικά και προγραμματιστικά επαγγέλματα στο άμεσο μέλλον, αφήνοντας άνεργη τη μεσαία τάξη και βυθίζοντάς την στη φτώχεια (η μελέτη αναφέρει ποσοστά ανεργίας της τάξης του 50 με 70% από τα μέσα του 21ου αιώνα). Μέσα σε αυτή τη δυστοπική κοινωνία θα αναδειχθεί μια ολιγάριθμη ελίτ ιδιοκτητών ρομπότ, η οποία θα πλουτίσει αδιανόητα. Ο Collins πιστεύει πως, ενώ στο παρελθόν το καπιταλιστικό σύστημα έβρισκε τρόπους να συγκρατεί την τεχνολογική ανεργία και την ανισότητα (μέσω κεϋνσιανών πολιτικών, χρηματοπιστωτικών εργαλείων, της παγκοσμιοποίησης των αγορών και της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας από την τεχνολογία), οι τρόποι αυτοί έχουν φτάσει πλέον στα όριά τους και δεν μπορούν να αποδώσουν περαιτέρω. Το συμπέρασμα του είναι ζοφερό: η ανισότητα θα εκτοξευτεί σε αδιανόητα επίπεδα στο άμεσο μέλλον, οδηγώντας στην κατάρρευση του καπιταλισμού.

Πηγή: piketty.pse.ens.fr/capital21c

 

Τα όρια της αποτελεσματικότητας των αναδιανεμητικών πολιτικών

Τι κάνουμε σήμερα καθώς οι ανισότητες προσεγγίζουν και πάλι επικίνδυνα –ή και ξεπερνούν– τα ιστορικά τους ρεκόρ; Ένα από τα θλιβερότερα διδάγματα της Ιστορία είναι πως μόνο η καταστροφή μπορεί να μειώσει δραστικά την ανισότητα.

Έως τώρα έχω αναφερθεί στις δυσμενείς επιπτώσεις που έχει η οικονομική ανισότητα στην οικονομία και την κοινωνία, καθώς και στη ζοφερή προοπτική της μακροπρόθεσμα. Οι ακραίες οικονομικές ανισότητες μπορούν να μας οδηγήσουν μέχρι και την ολοκληρωτική καταστροφή, όπως έκαναν στην περίπτωση της κρίσης του 1929 και του 2008 στις ΗΠΑ, αλλά και στην περίπτωση του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Έχουμε πάρει το μάθημά μας; Τι κάνουμε σήμερα καθώς οι ανισότητες προσεγγίζουν και πάλι επικίνδυνα –ή και ξεπερνούν– τα ιστορικά τους ρεκόρ; Ένα από τα θλιβερότερα διδάγματα της Ιστορία είναι πως μόνο η καταστροφή μπορεί να μειώσει δραστικά την ανισότητα (όπως δείχνουν τα γραφήματα 1 και 2, η ανισότητα μειώνεται απότομα μόνο κατά τη διάρκεια των πολέμων και των μειζόνων οικονομικών κρίσεων). Θα περιμένουμε, λοιπόν, την επόμενη καταστροφή –την επόμενη μεγάλη κρίση ή τον επόμενο παγκόσμιο πόλεμο– ή μήπως θα δράσουμε επιτέλους για να συγκρατήσουμε τις εντεινόμενες ανισοτικές τάσεις του σύγχρονου κόσμου; Ποιοι θεσμοί και ποιες δημόσιες πολιτικές θα μπορούσαν να υπηρετήσουν έναν τέτοιο σκοπό;

Τα μέτρα για την άμβλυνση της οικονομικής ανισότητας διακρίνονται σε δύο γενικές κατηγορίες: τα προληπτικά (εκείνα δηλαδή που παρεμβαίνουν στους μηχανισμούς που προκαλούν εξαρχής την ανισότητα) και τα αναδιανεμητικά (μέσω, κυρίως, της φορολόγησης). Μια αποτελεσματική πολιτική θα πρέπει προφανώς να περιέχει μέτρα και από τις δύο κατηγορίες. Εδώ θα εστιάσω στη δεύτερη κατηγορία, καθώς είναι η πιο προβληματική. Θα δείξω πως τόσο οι εφαρμοζόμενες όσο και οι προτεινόμενες φορολογικές πολιτικές είναι σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικές. Εν συνεχεία θα καταθέσω τη δική μου πρόταση.

Οι κύριες φορολογικές λύσεις που προτείνονται στον δημόσιο διάλογο και τη διεθνή βιβλιογραφία προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της ανισότητας είναι δύο: α) υπερφορολόγηση των υψηλών κερδών και εισοδημάτων και β) φορολόγηση του κεφαλαίου. Στην κατεύθυνση αυτή, προτείνονται δύο επιπλέον μέτρα για να καταστήσουν τις ανωτέρω λύσεις αποτελεσματικότερες: α) ο συντονισμός των φορολογικών πολιτικών μεταξύ των κρατών και β) η επιβολή κεφαλαιακών ελέγχων. Ας εξετάσουμε καθεμία από αυτές τις προτάσεις ξεχωριστά.

Υπερφορολόγηση των υψηλών κερδών και εισοδημάτων

Στο διάστημα 1980-2022, ο παγκόσμιος μέσος όρος των φορολογικών συντελεστών επί των επιχειρηματικών κερδών έπεσε από το 40,1% στο 23,3%, ενώ στις χώρες του ΟΟΣΑ καταποντίστηκε από το 47% στο 23,5%.

Η προοδευτική φορολόγηση του εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων είναι θεωρητικώς το καταλληλότερο εργαλείο αναδιανομής του πλούτου και άμβλυνσης της ανισότητας. Δυστυχώς το εργαλείο αυτό έχει σκουριάσει τα τελευταία χρόνια. Ο διεθνής ανταγωνισμός για την προσέλκυση κεφαλαίων μειώνει διαρκώς τη φορολόγηση των επιχειρήσεων, ενώ την ίδια τάση ακολουθεί και η φορολόγηση των φυσικών προσώπων υπό την πίεση επιμέρους συμφερόντων και αμφιλεγόμενων οικονομικών θεωριών. Στο διάστημα 1980-2022, ο παγκόσμιος μέσος όρος των φορολογικών συντελεστών επί των επιχειρηματικών κερδών έπεσε από το 40,1% στο 23,3%, ενώ στις χώρες του ΟΟΣΑ καταποντίστηκε από το 47% στο 23,5% (Enache, 2022). Παρομοίως, την περίοδο 1978-2022, ο ανώτατος συντελεστής του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων έπεσε σταδιακά από το δημευτικό 98% στο 45% στο Ηνωμένο Βασίλειο, από 70% σε 37% στις ΗΠΑ, από 60% σε 45% στη Γαλλία και από 56% σε 45% στη Γερμανία (βλ. Γράφημα 4). Όλες αυτές οι εξελίξεις έχουν ασφαλώς και την ιδεολογική τους νομιμοποίηση: η φορολόγηση των επιχειρηματικών κερδών υποτίθεται πως στομώνει τον κινητήρα της συσσώρευσης και της ανάπτυξης· αντιθέτως οι φοροελαφρύνσεις και οι φοροαπαλλαγές των επιχειρήσεων προωθούν τις επενδύσεις, ενώ η θεωρία του «trickle-down» διασφαλίζει πως τα οικονομικά οφέλη των επενδύσεων αυτών θα φτάσουν μέχρι και στον τελευταίο πολίτη. Ομοίως, οι νεοκλασικές θεωρίες της προσφοράς εργασίας και της οριακής παραγωγικότητας υποστηρίζουν τη μείωση του φόρου φυσικών προσώπων, διότι προσφέρει κίνητρα για εντατικότερη απασχόληση και αυξάνει την παραγωγικότητα των εργαζομένων. Μερικές από τις θεωρίες αυτές, μάλιστα, φτάνουν στο σημείο να υποστηρίξουν πως οι πλουσιότεροι πολίτες δεν πρέπει να πληρώνουν καθόλου φόρους, ή και να επιδοτούνται ακόμα!

 …η λύση της υπερφορολόγησης των υψηλών εισοδημάτων και κερδών αποτελεί ουτοπία.

Τούτων λεχθέντων, η λύση της υπερφορολόγησης των υψηλών εισοδημάτων και κερδών αποτελεί ουτοπία. Η διεθνής κινητικότητα του κεφαλαίου που οξύνει τον φορολογικό ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών, τα οικονομικά συμφέροντα, αλλά και το κυρίαρχο οικονομικό δόγμα καθιστούν αναποτελεσματικό το εργαλείο της προοδευτικής φορολογίας για την καταπολέμηση της ανισότητας. Η επιτυχία του εργαλείου αυτού προϋποθέτει ένα συντονισμό των φορολογικών πολιτικών παγκοσμίως. Τούτος ο συντονισμός δεν έχει επιτευχθεί σε κανένα πείραμα διακρατικής οικονομικής συνεργασίας, ούτε καν στο πιο επιτυχημένο αυτή τη στιγμή στον κόσμο, την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πηγή: piketty.pse.ens.fr/capital21c, tradingeconomics.com

 

Φορολόγηση του κεφαλαίου

Η λύση που προτείνει ο ίδιος ο Piketty (καθώς και αρκετοί άλλοι οικονομολόγοι στον κόσμο) είναι η φορολόγηση του κεφαλαίου. Ειδικότερα, προτείνεται ένας ετήσιος προοδευτικός φόρος που θα επιβάλλεται στην αξία της συνολικής περιουσίας κάθε ατόμου, ακίνητης και χρηματοοικονομικής. Βεβαίως, φόροι περιουσίας υπάρχουν αυτή τη στιγμή σε όλα τα κράτη του κόσμου· όμως οι φόροι αυτοί έχουν το μειονέκτημα να είναι ως επί το πλείστον αναλογικοί, να μην λαμβάνουν υπόψη τυχόν δάνεια των φορολογουμένων (με αποτέλεσμα κάποιος με τεράστια χρέη να πληρώνει τον ίδιο φόρο με κάποιον άλλο που δεν χρωστάει τίποτα) και, το σημαντικότερο, να αφορούν αποκλειστικά τα ακίνητα. Ο Γάλλος οικονομολόγος προτείνει η φορολογητέα περιουσία να διευρυνθεί για να συμπεριλάβει εκτός από τα ακίνητα και όλα τα χρηματοοικονομικά στοιχεία που έχει κάποιος στην κατοχή του (καταθέσεις, μετοχές, ομόλογα κ.λπ.), ενώ ταυτοχρόνως να εκκαθαρίζεται από ενδεχόμενα χρέη (Piketty, 2014, σ. 646-649).

Η δίχως περιορισμούς κινητικότητα του κεφαλαίου παγκοσμίως αποτελεί και πάλι το κύριο εμπόδιο για την καταπολέμηση της ανισότητας μέσω της φορολογικής πολιτικής.

Όμως η φορολόγηση του κεφαλαίου σκοντάφτει στα ίδια εμπόδια με τη φορολόγηση του εισοδήματος. Καμιά χώρα δεν θα τολμούσε να φορολογήσει τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία των πολιτών της, καθώς την επόμενη κιόλας μέρα όλος αυτός ο πλούτος θα μετανάστευε στο εξωτερικό. Η δίχως περιορισμούς κινητικότητα του κεφαλαίου παγκοσμίως αποτελεί και πάλι το κύριο εμπόδιο για την καταπολέμηση της ανισότητας μέσω της φορολογικής πολιτικής. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που επιβλήθηκε ένας τέτοιος φόρος, ήταν εξαιρετικά συγκρατημένος, αναποτελεσματικός και βραχύβιος[1].

Προκειμένου να αποφευχθεί ο διεθνής φορολογικός ανταγωνισμός που οδηγεί σε υποφορολόγηση, ο Piketty προτείνει τη θέσπιση μιας παγκόσμιας και ενιαίας κλίμακας φορολόγησης του κεφαλαίου. Πρόκειται ασφαλώς για ευσεβή πόθο. Δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε όλα τα κράτη της Γης να συμφωνούν σε έναν τέτοιο φόρο, πόσω μάλλον και σε ενιαίους φορολογικούς συντελεστές· εξάλλου, κάθε κράτος έχει διαφορετικές ανάγκες, διαφορετικές οικονομικές αντιλήψεις και διαφορετικά συμφέροντα. Ακόμα δυσκολότερα θα φανταζόμασταν τις τράπεζες και τις φορολογικές αρχές όλων των χωρών του πλανήτη να ανταλλάσσουν μεταξύ τους στοιχεία σχετικά με την ταυτότητα όσων διακρατούν περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό, για το είδος αυτών των περιουσιακών στοιχείων και για την αξία τους. Τούτο ισχύει πρωτίστως για τους φορολογικούς παραδείσους, οι οποίοι έχουν ζωτικό συμφέρον να αποκρύπτουν τα στοιχεία αυτά. Οι χώρες αυτές οφείλουν το βιοτικό τους επίπεδο στις αθέμιτες χρηματοπιστωτικές τους υπηρεσίες, πάνω στις οποίες έχουν βασίσει ολόκληρη την οικονομίας τους. Η χρηματοοικονομική διαφάνεια θα τις οδηγούσε σε μερική ή πλήρη κατάρρευση.

Ο Piketty, βεβαίως, δεν τρέφει αυταπάτες. Γνωρίζει και επισημαίνει όλα τούτα τα εμπόδια. Ωστόσο επιμένει να αισιοδοξεί, χαρακτηρίζει την πρότασή του ως «μια χρήσιμη ουτοπία» και ελπίζει πως κάποια στιγμή στο μακρινό μέλλον θα υιοθετηθεί, έστω και σε περιφερειακό επίπεδο (οι ελπίδες του αφορούν κυρίως την Ευρωπαϊκή Ένωση). Τούτο μου μοιάζει αρκετά μοιρολατρικό. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε το μακρινό μέλλον. Οι ανισότητες οξύνονται όλο και περισσότερο (όπως έχει δείξει ο ίδιος ο Piketty), η φιλελεύθερη καπιταλιστική δημοκρατία παραπαίει, οι κίνδυνοι είναι πλέον ορατοί. Είναι προφανές πως χρειαζόμαστε κάτι περισσότερο από μια «χρήσιμη ουτοπία».

Κεφαλαιακοί έλεγχοι και προστατευτισμός 

Οι δύο προαναφερθείσες λύσεις σκοντάφτουν πάνω στο ίδιο εμπόδιο: την οικονομική παγκοσμιοποίηση. Μήπως, λοιπόν, θα έπρεπε να αποκατασταθούν τα οικονομικά σύνορα μεταξύ των κρατών; Μήπως τα κράτη πρέπει να ανακτήσουν τη χαμένη τους κυριαρχία προκειμένου να καταστούν αποτελεσματικότερες οι πολιτικές τους για την καταπολέμηση της ανισότητας; Δεν είναι λίγοι οι οικονομολόγοι που υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, ιδίως μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 (για παράδειγμα, βλέπε Rodrik, 2012).

Στην κατεύθυνση αυτή, προτείνονται δύο συγκεκριμένα μέτρα: οι κεφαλαιακοί έλεγχοι και ο προστατευτισμός.

Στην κατεύθυνση αυτή, προτείνονται δύο συγκεκριμένα μέτρα: οι κεφαλαιακοί έλεγχοι και ο προστατευτισμός. Οι πρώτοι θα περιόριζαν τη διεθνή κινητικότητα του κεφαλαίου και συνεπώς θα φρέναραν τον φορολογικό ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών που οδηγεί τους συντελεστές ολοένα και χαμηλότερα. Το επιχείρημα δεν είναι μόνο θεωρητικό: μια εκτεταμένη έρευνα που εξέτασε εμπειρικά στοιχεία από 21 χώρες του ΟΟΣΑ την περίοδο 1982-1999, απέδειξε πως οι έλεγχοι κεφαλαίων ανακόπτουν την πτωτική τάση των φορολογικών συντελεστών (Devereux, Lockwood & Redoano, 2008). Έτσι κάθε χώρα θα μπορούσε να επιλέξει δίχως περιορισμούς το φορολογικό σύστημα που ταιριάζει στις ανάγκες της, ενώ οι φόροι θα μπορούσαν να επιτελέσουν τη βασική τους λειτουργία, δηλαδή την αναδιανομή του πλούτου. Από την άλλη, ο προστατευτισμός με τη μορφή διάφορων μέτρων (δασμοί, επιδοτήσεις, ποσοστώσεις στις εισαγωγές κ.λπ.) αποσκοπεί στην τόνωση της εγχώριας παραγωγής και της απασχόλησης. Προστατεύοντας ιδίως τους πιο ευάλωτους κλάδους από τον διεθνή ανταγωνισμό, θα μπορούσε να συγκρατήσει τις εγχώριες ανισότητες.

Όμως οι λύσεις αυτές ανήκουν στον προηγούμενο αιώνα. Αν εφαρμόζονταν σήμερα ευρέως, θα δημιουργούσαν περισσότερα προβλήματα από όσα θα έλυναν.

Όμως οι λύσεις αυτές ανήκουν στον προηγούμενο αιώνα. Αν εφαρμόζονταν σήμερα ευρέως, θα δημιουργούσαν περισσότερα προβλήματα από όσα θα έλυναν. Καταρχάς, οι κεφαλαιακοί έλεγχοι και οι δασμοί θα μείωναν σε μεγάλο βαθμό τον παγκόσμιο πλούτο. Επιπλέον θα προκαλούσαν μεγάλη ένταση στις σχέσεις μεταξύ των κρατών, τη στιγμή που χρειάζεται όσο ποτέ άλλοτε η διεθνής συνεργασία. Μέσα σε έναν πολυπολικό και άναρχο κόσμο σαν τον σημερινό, έναν κόσμο που συγκλονίζεται από περιφερειακές συγκρούσεις και στερείται ενός κράτους-ηγεμόνα ικανού να διασφαλίσει ένα εύτακτο οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον, τα μέτρα αυτά θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνα. Τέλος, ακόμα κι αν οι λύσεις αυτές κατάφερναν να μειώσουν τις εγχώριες ανισότητες, θα αύξαναν τις διακρατικές. Το ελεύθερο εμπόριο και η σταδιακή άρση των κεφαλαιακών ελέγχων τις τελευταίες δεκαετίες έχουν βγάλει από τη φτώχεια πολλές χώρες της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής. Είναι γεγονός πως η οικονομική παγκοσμιοποίηση ωφελεί πλέον πολύ περισσότερο τον αναπτυσσόμενο κόσμο από όσο τον αναπτυγμένο. Αν επαναφέραμε τους ελέγχους κεφαλαίων και τον προστατευτισμό, θα διακόπταμε τη διαδικασία σύγκλισης στην οποία βρίσκονται οι χώρες αυτές και θα διευρύναμε το χάσμα μεταξύ του αναπτυσσόμενου και του αναπτυγμένου κόσμου.

Διεθνής συντονισμός των φορολογικών πολιτικών και θέσπιση ελάχιστων συντελεστών φορολόγησης  

Βεβαίως, ο φορολογικός ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών θα μπορούσε να αμβλυνθεί και με έναν διαφορετικό τρόπο, ο οποίος δεν θα θυσίαζε την οικονομική παγκοσμιοποίηση: τον συντονισμό των φορολογικών πολιτικών διεθνώς. Πράγματι, τον Ιούλιο του 2021 έγινε το πρώτο βήμα. Οι χώρες του G20 συμφώνησαν σε έναν ελάχιστο συντελεστή φορολόγησης των κερδών πολύ μεγάλων επιχειρήσεων (με τζίρο πάνω από 750 εκατομμύρια ευρώ). Αυτός ο κατώτατος συντελεστής ορίστηκε στο 15% και απέσπασε τη συμφωνία 130 χωρών, οι οποίες έχουν γίνει 138 σήμερα.

Παρότι ελπιδοφόρα, τούτη η συμφωνία δεν πρέπει να μας κάνει υπερβολικά αισιόδοξους. Καταρχάς, δεν έχει ακόμα εφαρμοστεί. Από τη διακήρυξη προθέσεων μέχρι την εφαρμογή η απόσταση είναι τεράστια και η εμπειρία δείχνει πως οι φορολογικές ρυθμίσεις πάντα αφήνουν «παραθυράκια» –για να μην πω «πόρτες» ορθάνοιχτες– για τη φοροαποφυγή και τη φοροδιαφυγή. Ήδη αρκετές χώρες έχουν ζητήσει εξαιρέσεις για ορισμένους τομείς, όπως η έρευνα και ανάπτυξη, ενώ άλλες δίνουν λυσσαλέα μάχη για να προστατέψουν τις ειδικές φορολογικές ζώνες που χρησιμοποιούν για την προσέλκυση επενδύσεων. Επιπλέον, πολλές χώρες έχουν απορρίψει συνολικά τη συμφωνία, πράγμα που την καθιστά σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματική. Τι σημασία έχει αν 138 χώρες κυνηγούν την Google και την Apple για να τις καθίσουν στο φορολογικό σκαμνί, όταν υπάρχει έστω και μία που μπορεί να τους δώσει άσυλο; Για να αποδώσει καρπούς τούτη η συμφωνία, θα πρέπει να τηρηθεί από (σχεδόν) όλα τα κράτη του κόσμου, πράγμα που φαντάζει απίθανο.

Ο ελάχιστος συντελεστής φορολόγησης των εταιρικών κερδών θα μπορούσε να έχει ακόμα και τα αντίθετα αποτελέσματα από τα προσδοκώμενα. Ο μεγάλος κίνδυνος εδώ είναι τούτος ο ελάχιστος συντελεστής του 15% να γίνει και ο μέγιστος.

Ο ελάχιστος συντελεστής φορολόγησης των εταιρικών κερδών θα μπορούσε να έχει ακόμα και τα αντίθετα αποτελέσματα από τα προσδοκώμενα. Ο μεγάλος κίνδυνος εδώ είναι τούτος ο ελάχιστος συντελεστής του 15% να γίνει και ο μέγιστος. Δεδομένου ότι ο παγκόσμιος μέσος όρος των συντελεστών φορολόγησης εταιρικών κερδών είναι αυτή τη στιγμή αρκετά υψηλότερος (γύρω στο 23%), ο κίνδυνος αυτός είναι αρκετά πιθανός. Συνεπώς, η συμφωνία των G20 θα μπορούσε να αποφέρει ελάχιστα πρόσθετα φορολογικά έσοδα ή ακόμα και να τα μειώσει (Stiglitz, 2021).

Μια τολμηρή πρόταση: οι «εθελούσιοι φόροι με προνόμια» και ο «δρόμος του Potlatch»

Βρισκόμαστε λοιπόν σε αδιέξοδο; Επιτρέψτε μου να απαντήσω με μια σύντομη ιστορία. Τον Νοέμβριο του 2008, εν μέσω παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, η βασίλισσα Ελισάβετ της Αγγλίας επισκέφτηκε το London School of Economics. Η βασίλισσα, αφού παρακολούθησε μια παρουσίαση για την οικονομική κρίση από τους καθηγητές της σχολής, έθεσε ένα αμείλικτο ερώτημα: πώς ήταν δυνατό να μην είχε προβλέψει κανείς τούτη την κολοσσιαία κρίση, που είχε φέρει ολόκληρο τον πλανήτη στο χείλος της καταστροφής; Εις απάντηση, έξι μήνες αργότερα, οι καθηγητές έστειλαν στη βασίλισσα μια επιστολή. Η επιστολή τους, σε ελεύθερη μετάφραση, κατέληγε ως εξής: «Κάθε αποτυχία του καπιταλιστικού συστήματος είναι πρωτίστως μια αποτυχία της συλλογικής μας φαντασίας. Αποτυχία να συλλάβουμε τους κινδύνους της οικονομικής μας συμπεριφοράς, αλλά και να επινοήσουμε τα κατάλληλα εργαλεία για να τους αποτρέψουμε»[2].

Το ίδιο συμβαίνει και με την ανισότητα. Η αποτυχία μας να την περιορίσουμε είναι, πρώτα και κύρια, μια αποτυχία της συλλογικής μας φαντασίας: αποτυχία να αντιληφθούμε τους τεράστιους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται, αλλά και να επινοήσουμε αποτελεσματικούς τρόπους αντιμετώπισής της. Οι τερατώδεις ανισότητες του σύγχρονου κόσμου θα διατηρούνται και θα αυξάνονται συνεχώς όσο προσπαθούμε να τις καταπολεμήσουμε με τα παλιά μας εργαλεία. Αυτά τα εργαλεία δεν λειτουργούν πια, έχουν σκουριάσει και στομώσει, πρέπει να εφεύρουμε νέα – εργαλεία έξυπνα, αποτελεσματικά και κοινωνικώς αποδεκτά.

Αυτό που προτείνω, κοντολογίς, είναι να δοθούν ισχυρά, μη υλιστικά κίνητρα στους πλούσιους πολίτες για να προσφέρουν ένα μέρος του πλούτου τους στους φτωχότερους.

Ένα τέτοιο εργαλείο θα ήθελα να προτείνω εδώ. Το ονομάζω «εθελούσιοι φόροι με προνόμια». Αυτό που προτείνω, κοντολογίς, είναι να δοθούν ισχυρά, μη υλιστικά κίνητρα στους πλούσιους πολίτες για να προσφέρουν ένα μέρος του πλούτου τους στους φτωχότερους. Εφόσον η αναδιανομή του πλούτου δεν μπορεί να επιτευχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό μέσω της υποχρεωτικής φορολόγησης, θα μπορούσαμε να την ενισχύσουμε μέσω μιας «εθελοντικής».

Τι είδους ανταλλάγματα μπορούμε να προσφέρουμε στους πλουσίους για αυτό τον σκοπό; Τι θα μπορούσε να τους παρακινήσει να πληρώνουν έναν «εθελούσιο φόρο»; Ικανά κίνητρα θα ήταν η εξουσία, η κοινωνική αναγνώριση, η διασημότητα, η υστεροφημία ή απλώς η ηθική ικανοποίηση.

Τι είδους ανταλλάγματα μπορούμε να προσφέρουμε στους πλουσίους για αυτό τον σκοπό; Τι θα μπορούσε να τους παρακινήσει να πληρώνουν έναν «εθελούσιο φόρο»; Ικανά κίνητρα θα ήταν η εξουσία, η κοινωνική αναγνώριση, η διασημότητα, η υστεροφημία ή απλώς η ηθική ικανοποίηση. Θα πρέπει, λοιπόν, να προσφέρουμε σε αυτούς τους «φορολογούμενους» αξιώματα, θέσεις εξουσίας, τιμητικά σύμβολα (όπως προτομές σε δημόσιους χώρους και ονοματοδοσίες οδών), δημοσιότητα ή ό,τι άλλο θελήσουν (το οποίο να μην καταπατά τις θεμελιώδεις κοινωνικές αξίες μας). Ο σκοπός είναι ιερός.

Σπεύδω να προλάβω τις αντιρρήσεις σας: δεν προτείνω ασφαλώς να επανέλθουμε σε ένα καθεστώς πλουτοκρατίας. Όπως θα δείξω παρακάτω, τα προσφερόμενα προνόμια (ειδικά η απονομή αξιωμάτων και θέσεων εξουσίας) δεν πρόκειται να θίξουν στο ελάχιστο τις δημοκρατικές διαδικασίες μας. Ας δούμε τώρα τα πράγματα από την αντίθετη σκοπιά. Άραγε θα δεχτούν οι πλούσιοι αυτή την ανταλλαγή; Θα θελήσουν να εξαγοράσουν με τα πλούτη τους τα προνόμια που θα τους προσφέρουμε; Πιστεύω πως ναι. Οι εύποροι πολίτες των σύγχρονων κοινωνιών έχουν σκαρφαλώσει στα δύο τελευταία σκαλοπάτια της πυραμίδας του Maslow. Οι ανάγκες, δηλαδή, που προσπαθούν πλέον να ικανοποιήσουν είναι οι επονομαζόμενες εγωιστικές (το προτελευταίο σκαλοπάτι της πυραμίδας των αναγκών) και οι ανάγκες αυτοπραγμάτωσης (ο ακρογωνιαίος λίθος της πυραμίδας, ο οποίος παίρνει διαφορετική μορφή για τον καθένα). Τα προνόμια που θα τους προσφέρουμε αποσκοπούν στην ικανοποίηση αυτών των ύστατων αναγκών. Το τίμημα, αντιθέτως, που τους ζητάμε –υλικός πλούτος– είναι για εκείνους αμελητέο.

Άλλωστε, όπως έχει επισημάνει ο Frank Knight, κανένα ανθρώπινο κίνητρο δεν είναι στην ουσία του υλιστικό. Πίσω από τα υλιστικά κίνητρα κρύβεται η βαθύτερη επιθυμία μας για κύρος, διάκριση, δύναμη ή εξουσία. Σε τούτο συνηγορούν αμέτρητες ανθρωπολογικές έρευνες, με πιο χαρακτηριστικές εκείνες που μελέτησαν τον θεσμό του Potlatch. Ο θεσμός αυτός υπήρξε ιδιαίτερα διαδεδομένος σε όλες τις παραδοσιακές κοινωνίες με τη μία ή την άλλη μορφή και αναφέρεται στην ανταγωνιστική προσφορά δώρων με σκοπό την ανέλιξη στην κοινωνική ιεραρχία. Τα μέλη των κοινωνιών αυτών (ιδίως εκείνα των αριστοκρατικών τάξεων) όφειλαν να υπερασπίζονται την κοινωνική τους θέση και να προσπαθούν να την βελτιώσουν διαρκώς, κάνοντας δώρα ο ένας στον άλλον. Όταν ο Α δεχόταν ένα δώρο από τον Β, όφειλε να ανταποδώσει με ένα δώρο μεγαλύτερης αξίας, ο Β με ένα ακόμη μεγαλύτερης και ούτω καθεξής. Ο ανταγωνισμός αυτός οδηγούσε στην κατασπατάληση σημαντικών περιουσιακών στοιχείων, ενώ πολλές φορές έφτανε μέχρι την πλήρη οικονομική καταστροφή (Eriksen, 2007, σ. 292). Ο υλικός πλούτος δεν είχε σημασία, θυσιαζόταν προκειμένου να κατακτηθεί κοινωνικό κύρος και εξουσία.

Τα κίνητρα της πληρωμής αυτού του «εθελούσιου φόρου», ωστόσο, δεν θα ήταν μόνο ιδιοτελή.

Με ανάλογο (αν και όχι τόσο ακραίο) τρόπο αναμένω να συμπεριφερθούν οι άνθρωποι και σήμερα: να δωρίσουν ένα μέρος από τα πλούτη τους προκειμένου να ικανοποιήσουν τις μύχιες ανάγκες τους – τις ανάγκες αυτοπραγμάτωσής τους. Άλλωστε, δεν χρειάζεται να ανταποκριθούν όλοι· ακόμη και ένα μικρό ποσοστό των εύπορων πολιτών θα ήταν αρκετό για να συγκεντρωθεί ένα σημαντικό χρηματικό ποσό και να μειωθεί δραστικά η ανισότητα (τούτο θα αποδειχθεί παρακάτω με συγκεκριμένα αριθμητικά παραδείγματα). Τα κίνητρα της πληρωμής αυτού του «εθελούσιου φόρου», ωστόσο, δεν θα ήταν μόνο ιδιοτελή. Πολλοί ασφαλώς θα παρακινούνταν από την κοινωνική τους συνείδηση κι από αλτρουισμό (η πρότασή μου θα καλλιεργήσει σημαντικά τούτα τα κίνητρα, όπως θα εξηγήσω αργότερα)· άλλοι, ενδεχομένως, από πραγματισμό (κατανοώντας τους τεράστιους κινδύνους που δημιουργεί η ακραία οικονομική ανισότητα, αρκετοί πολυεκατομμυριούχοι σήμερα διαμαρτύρονται για τους ελάχιστους φόρους που πληρώνουν, όπως ο Warren Buffett και ο Bill Gates)· άλλοι, ίσως, από περιέργεια. Σε κάθε περίπτωση, τούτος ο «εθελούσιος φόρος» –τούτος ο «φόρος με προνόμια»– θα μπορούσε να αναβιώσει τον θεσμό του Potlatch στη σύγχρονη κοινωνία.

Έχει έρθει η ώρα να εξειδικεύσω την πρότασή μου, να υποδείξω τους κανόνες και τις διαδικασίες με τις οποίες θα υλοποιηθεί και να διευκρινίσω ορισμένες κρίσιμες λεπτομέρειες που θα την κάνουν πειστικότερη. Το πρώτο που πρέπει να γίνει είναι ο προσδιορισμός των προνομίων που θα προσφερθούν στους «φορολογούμενους». Το έργο αυτό προφανώς θα πρέπει να ανατεθεί σε μια επιτροπή ψυχολόγων και απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, καθώς αποτελεί το κρισιμότερο στάδιο του όλου εγχειρήματος. Προτάσεις θα μπορούσαν να υποβάλλουν και οι ίδιοι οι «φορολογούμενοι», εκφράζοντας τις προσωπικές τους προτιμήσεις. Σε κάθε περίπτωση, όλα τα προτεινόμενα προνόμια (είτε από τους πολίτες είτε από την επιτροπή) θα αξιολογούνται από μια δεύτερη επιτροπή δεοντολογίας, η οποία θα εξετάζει τη συμβατότητά τους με τις δημοκρατικές μας αρχές και τις βασικές αξίες της κοινωνικής μας συμβίωσης. Επί της διαδικασίας αυτής θα επανέλθω αργότερα.

Ας κάνουμε τώρα την υπόθεση εργασίας ότι τα προσφερόμενα προνόμια σε μια συγκεκριμένη χώρα (και προσαρμοσμένα στην ελληνική πραγματικότητα) είναι τα εξής: α) 300 βουλευτικές έδρες (ανεξάρτητες από τις κανονικές· μιλώ για ένα δεύτερο βουλευτικό σώμα, του οποίου οι αρμοδιότητες θα εξηγηθούν σε λίγο), β) 713 έδρες περιφερειακών συμβούλων (ανεξάρτητες από τις κανονικές· οι έδρες αυτές θα συγκροτήσουν ισάριθμα περιφερειακά συμβούλια που θα λειτουργούν παράλληλα με τα κανονικά και με αρμοδιότητες που εξηγούνται αργότερα), γ) 20 προτομές σε δημόσιους χώρους, δ) 20 ονοματοδοσίες οδών, ε) 500 ώρες τηλεοπτικού χρόνου και στ) 500 εκτενή δημοσιεύματα σε ειδησεογραφικές ιστοσελίδες. Τα προνόμια αυτά τίθενται σε ανοιχτές, δημόσιες δημοπρασίες παραμονές των βουλευτικών εκλογών της χώρας, παραμένουν διεκδικήσιμα για ένα εύλογο χρονικό διάστημα και τελικά απονέμονται στους πλειοδότες. (Υπό αυτό το πρίσμα, τούτες οι δημοπρασίες δεν διαφέρουν σε τίποτα από τον θεσμό του Potlatch: εδραιώνουν μια ανταγωνιστική προσφορά δώρων, με σκοπό την απόκτηση κοινωνικού και συμβολικού κεφαλαίου). Οι δημοπρασίες προνομίων θα επαναλαμβάνονται κάθε τετραετία προ των βουλευτικών εκλογών (ή αμέσως μετά). Τα προσφερόμενα προνόμια, δηλαδή, θα έχουν τετραετή διάρκεια, πλην των διάφορων τιμητικών συμβόλων (προτομές, ονοματοδοσίες οδών κ.λπ.) που θα μένουν στη χώρα εσαεί.

Ας περάσουμε τώρα στην επόμενη φάση. Όλες οι προσφορές που κατατέθηκαν στις δημοπρασίες μιας συγκεκριμένης τετραετίας –τόσο εκείνων που πλειοδότησαν όσο και των υπολοίπων– συγκεντρώνονται σε ένα ταμείο. Οι προσφορές αυτές μπορούν να είναι όχι μόνο σε χρήμα, αλλά και σε οποιαδήποτε μορφή χρηματοοικονομικού ή υλικού κεφαλαίου, όπως μετοχές, προθεσμιακές καταθέσεις, ακίνητα κ.λπ. Από δω και πέρα υπάρχουν δύο εναλλακτικοί δρόμοι: το συγκεντρωθέν κεφάλαιο είτε ρευστοποιείται και διανέμεται στους φτωχότερους πολίτες είτε μένει δεσμευμένο στο ταμείο, προσφέροντας μονάχα την απόδοσή του στους δικαιούχους, δηλαδή τόκους, μερίσματα και μισθώματα. Στη δεύτερη περίπτωση, το κεφάλαιο παραμένει στην κυριότητα του αρχικού ιδιοκτήτη με έναν μόνο περιορισμό: αν αποφασίσει να το πουλήσει, θα πρέπει να προσφέρει στο ταμείο κεφάλαιο ίσης αξίας για να μην πλήξει τους δικαιούχους της επικαρπίας του. Αν, για παράδειγμα, ένας μέτοχος θελήσει να πουλήσει τις δεσμευμένες στο ταμείο μετοχές του προκειμένου να επενδύσει σε έναν διαφορετικό κλάδο, θα μπορεί να το κάνει, αρκεί να τις αντικαταστήσει με μετοχές (ή άλλου είδους κεφάλαιο) αντίστοιχης αξίας. Με τη διευθέτηση αυτή δεν παρακωλύεται η επενδυτική δραστηριότητα, ενώ ταυτόχρονα αποθαρρύνονται οι κερδοσκοπικές και βραχυπρόθεσμες χρηματοπιστωτικές ροές που δημιουργούν τεράστια αστάθεια στην οικονομία.

Τη διαχείριση του παραπάνω ταμείου (δηλαδή όλων των «φόρων» που συλλέχθηκαν από τις δημοπρασίες, χρηματικών και υλικών) δεν θα την έχει το κράτος, αλλά οι πλειοδότες των βουλευτικών και περιφερειακών εδρών.

Τη διαχείριση του παραπάνω ταμείου (δηλαδή όλων των «φόρων» που συλλέχθηκαν από τις δημοπρασίες, χρηματικών και υλικών) δεν θα την έχει το κράτος, αλλά οι πλειοδότες των βουλευτικών και περιφερειακών εδρών (με έναν εύλογο καταμερισμό κονδυλίων μεταξύ τους). Τούτοι οι «βουλευτές» και οι «περιφερειακοί σύμβουλοι» θα επιτελούν ένα θεάρεστο έργο: την αναδιανομή του πλούτου και την άμβλυνση της ανισότητας στις σύγχρονες κοινωνίες. Θα προσδιορίζουν τους δικαιούχους, θα «νομοθετούν», θα θέτουν όρους και προϋποθέσεις. Με άλλα λόγια, τούτη η «Βουλή» και τα «Περιφερειακά Συμβούλια» θα λειτουργούν σαν ένα παράλληλο και συμπληρωματικό κράτος πρόνοιας. Εφόσον τα κονδύλια που θα διαχειρίζονται είναι εκτός του κρατικού προϋπολογισμού και ανεξάρτητα των κρατικών εσόδων, η εξουσία που τους εκχωρείται δεν παραβιάζει στο ελάχιστο τις δημοκρατικές διαδικασίες της χώρας.

Ωστόσο, θα μπορούσε εδώ να εκφραστεί μια άλλου είδους κριτική. Όπως προανέφερα, τα όργανα αυτά θα διαχειρίζονται τα κεφάλαια από τις κατατεθειμένες προσφορές όχι μόνο των πλειοδοτών, αλλά και των υπολοίπων συμμετεχόντων στις δημοπρασίες, οι οποίοι δεν κατάφεραν να κερδίσουν κανένα προνόμιο. Τούτο είναι αναγκαίο προκειμένου να συγκεντρωθεί ένα ικανό ποσό για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς μας· ταυτοχρόνως, όμως, αποτελεί και ένα σημαντικό αντικίνητρο για τη συμμετοχή στις δημοπρασίες αυτές. Γιατί να συμμετάσχει κανείς σε μια διαδικασία όπου το τίμημα είναι δεδομένο, ενώ η επιτυχία αβέβαιη; Το πρόβλημα αυτό μπορεί να λυθεί με τον εξής κανόνα: οι προσφορές όσων δεν πλειοδοτούν σε μια δημοπρασία θα προστίθενται στις ενδεχόμενες προσφορές τους στην αντίστοιχη δημοπρασία της επόμενης τετραετίας (αυξάνοντας το ύψος τους εικονικά, καθώς θα έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί από τους προηγούμενους πλειοδότες). Ομοίως, και εκείνοι, εφόσον κάποτε πλειοδοτήσουν ως «βουλευτές» ή «περιφερειακοί σύμβουλοι», θα χρησιμοποιούν τις προσφορές όσων δεν πλειοδότησαν. Με τον τρόπο αυτό, το αντικίνητρο γίνεται κίνητρο: όσοι αποτυγχάνουν να κατακτήσουν κάποιο προνόμιο σε μια δημοπρασία, παρακινούνται να συμμετάσχουν και στην επόμενη για να μην πάνε χαμένα τα κεφάλαια που έχουν ήδη δώσει.

Το θεάρεστο έργο τους προφανώς θα τυγχάνει απεριόριστης εκτίμησης. Οι «βουλευτές» και οι «περιφερειακοί σύμβουλοι» θα είναι οι ήρωες του σύγχρονου κόσμου –οι «Ρομπέν των αστών»– και οι μεγαλύτεροι εθνικοί ευεργέτες.

Ας επιστρέψουμε τώρα στη δράση της «Βουλής» και των «Περιφερειακών Συμβουλίων», αυτών των άτυπων νομοθετικών και εκτελεστικών οργάνων που αποτελούν τους κύριους φορείς υλοποίησης της πρότασής μου. Τα όργανα αυτά, όπως έχω πει, θα διαχειρίζονται όλους τους χρηματοοικονομικούς και υλικούς πόρους που συγκεντρώθηκαν στις δημοπρασίες (πράγμα που αποτελεί αναμφίβολα ένα τεράστιο προνόμιο), προκειμένου να αμβλύνουν τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες. Στα πλαίσια αυτά θα μπορούν να δοκιμάζουν διάφορες αναπτυξιακές στρατηγικές και μοντέλα κράτους πρόνοιας, όπως η επιδοματική πολιτική, η προσφορά κινήτρων απασχόλησης, η επαγγελματική κατάρτιση και οτιδήποτε άλλο θελήσουν. Επιπλέον, θα μπορούσαν να ανταλλάσσουν «καλές πρακτικές» με τα αντίστοιχα «βουλευτικά» και «περιφερειακά» όργανα άλλων κρατών, να δημοσιοποιούν τα αποτελέσματα των πολιτικών τους, να συμβουλεύουν Κυβερνήσεις. Το θεάρεστο έργο τους προφανώς θα τυγχάνει απεριόριστης εκτίμησης. Οι «βουλευτές» και οι «περιφερειακοί σύμβουλοι» θα είναι οι ήρωες του σύγχρονου κόσμου –οι «Ρομπέν των αστών»– και οι μεγαλύτεροι εθνικοί ευεργέτες.

Για να είναι η δράση των οργάνων αυτών αποτελεσματική και ορθολογική, απαιτείται ένας καταμερισμός αρμοδιοτήτων μεταξύ τους, αλλά και μια δίκαιη κατανομή των χρηματικών και υλικών πόρων που θα διαχειρίζονται. Ως προς το πρώτο, τα «Περιφερειακά Συμβούλια» θα μπορούσαν να αναλάβουν την υλοποίηση κοινωφελών έργων υποδομής με έμφαση την εξυπηρέτηση των φτωχότερων πολιτών, ενώ η «Βουλή» θα μπορούσε να προσφέρει εξατομικευμένη βοήθεια. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να εξασφαλίσει σε όλους τους πολίτες της χώρας: α) στέγη, β) υγεία, γ) ένα ελάχιστο βασικό εισόδημα (σε χώρες που αυτό δεν είναι θεσμοθετημένο) ή την αύξησή του (σε χώρες που είναι ήδη θεσμοθετημένο), δ) βασική εκπαίδευση και ε) εργασία. Τούτο είναι απλώς μια πρόταση· η «Βουλή» θα συσκέπτεται και θα αποφασίζει κατά το δοκούν. Ο τρόπος λήψης των αποφάσεων σχετικά με τη διάθεση των κονδυλίων είναι ένα κρίσιμο ζήτημα. Οι «βουλευτές» θα μπορούσαν να αποφασίζουν διά πλειοψηφίας ή ακόμα και με σταθμισμένη ψηφοφορία βάσει του ύψους των κεφαλαίων που έχει προσφέρει ο καθένας τους στις δημοπρασίες. Τούτο όμως δεν αποκλείει να προκύψουν διαφωνίες σχετικά με τις ενδεδειγμένες πολιτικές, ενώ ο κάθε «βουλευτής» θα ήθελε προφανώς τα κεφάλαια που έχει προσφέρει να διατεθούν σε σκοπούς που επιλέγει εκείνος. Θα πρότεινα, λοιπόν, το εξής: κάθε κατατεθειμένη προσφορά στις δημοπρασίες προνομίων να συνοδεύεται από τον σκοπό για τον οποίο διατίθεται. Βάσει των σκοπών αυτών, η «Βουλή» θα χωρίζεται σε αντίστοιχες επιτροπές. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να υπάρξει μια επιτροπή για την καταπολέμηση της ανεργίας, μια επιτροπή για εκπαιδευτικούς σκοπούς, μια επιτροπή για την αντιμετώπιση των συνεπειών και την πρόληψη της κλιματικής αλλαγής και ούτω καθεξής. Έτσι, οι αποφάσεις θα λαμβάνονται πολύ πιο στοχευμένα, με την κάθε επιτροπή να διαχειρίζεται τα κονδύλια που της αναλογούν.

Ως προς την κατανομή κονδυλίων μεταξύ των οργάνων, θα μπορούσε να γίνει η εξής διευθέτηση: κάθε «Περιφερειακό Συμβούλιο» θα διαχειρίζεται τα κεφάλαια (χρηματικά και υλικά) που συγκεντρώθηκαν από τη δημοπράτηση των εδρών του, ενώ η «Βουλή» θα διαχειρίζεται τα κεφάλαια που προέκυψαν από τις προσφορές όλων των υπόλοιπων δημοπρασιών. Τούτο είναι λογικό, καθώς η «Βουλή» αποτελεί το κύριο όργανο για την άμβλυνση των ανισοτήτων. Εκ των υστέρων, βεβαίως, θα μπορούσε να υπάρξει μια μικρή διορθωτική ανακατανομή.

Ας περάσουμε τώρα στην τελευταία φάση του όλου εγχειρήματος, η οποία είναι η φάση της ανατροφοδότησης. Αναφέρομαι στην ανατροφοδότηση που θα λαμβάνουν τόσο οι «βουλευτές» και οι «περιφερειακοί σύμβουλοι» για τα αποτελέσματα των πολιτικών τους, όσο και ολόκληρη η κοινωνία που θα γίνεται μάρτυρας της άμβλυνσης των ανισοτήτων της και της μεταμόρφωσής της.

Ο καταμερισμός αρμοδιοτήτων και κονδυλίων μεταξύ των «Περιφερειακών Συμβουλίων» και της «Βουλής» είναι ένα τεχνικό ζήτημα, το οποίο επιδέχεται διαφόρων διευθετήσεων. Θα μπορούσαν να βρεθούν και άλλες λύσεις πέραν αυτής που προτείνω εγώ. Προφανώς όλα τούτα πρέπει να δοκιμαστούν στην πράξη για να καταλήξουμε στους βέλτιστους κανόνες. Ας περάσουμε τώρα στην τελευταία φάση του όλου εγχειρήματος, η οποία είναι η φάση της ανατροφοδότησης. Αναφέρομαι στην ανατροφοδότηση που θα λαμβάνουν τόσο οι «βουλευτές» και οι «περιφερειακοί σύμβουλοι» για τα αποτελέσματα των πολιτικών τους, όσο και ολόκληρη η κοινωνία που θα γίνεται μάρτυρας της άμβλυνσης των ανισοτήτων της και της μεταμόρφωσής της. Η φάση της ανατροφοδότησης είναι πολύ σημαντική, διότι μπορεί να καλλιεργήσει τα ηθικά κίνητρα των ατόμων και την κοινωνική τους συνείδηση. Στα πλαίσιά της θα παρακολουθείται, θα καταγράφεται λεπτομερώς και θα δημοσιοποιείται η πρόοδος της ζωής όλων των ευεργετημένων από τη «Βουλή» και τα «Περιφερειακά Συμβούλια» πολιτών, καθώς και η πρόοδος συνολικά της χώρας σε διάφορους τομείς, όπως η ακραία φτώχεια, η ανεργία, η εκπαίδευση, η υγεία και η εγκληματικότητα. Για τον σκοπό αυτό θα μπορούσαν να θεσπιστούν ειδικά δελτία ειδήσεων, τα οποία θα μεταδίδονται καθημερινά και θα παρουσιάζουν τις εφαρμοζόμενες πολιτικές και τα αποτελέσματά τους μέσα από συνεντεύξεις, αυτοψίες και μαρτυρίες. Επιπλέον, θα ήταν πολύ σημαντικό να δημιουργηθούν δίαυλοι επικοινωνίας και προσωπικής επαφής μεταξύ των ευεργετών και των ευεργετούμενων. Η επαφή αυτή θα ενίσχυε την ηθική ικανοποίηση των πρώτων, ενώ παράλληλα θα έδινε την ευκαιρία στους δεύτερους να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους. Η κοινωνία θα μπορούσε να παίξει τον δικό της ρόλο στην εμπέδωση αυτής της κουλτούρας αλληλεγγύης, στηρίζοντας με διάφορους τρόπους τους πλειοδότες των δημοπρασιών (π.χ. προτιμώντας τα προϊόντα των επιχειρήσεών τους) και αποδοκιμάζοντας όσους δεν συμμετέχουν σε αυτές (π.χ. μέσω καταναλωτικών μποϋκοτάζ). Ο τυπικός στόχος της ανατροφοδότησης είναι να μεγιστοποιήσει την αποτελεσματικότητα των εφαρμοζόμενων πολιτικών, αμβλύνοντας όσο γίνεται περισσότερο την ανισότητα· ο ουσιαστικός στόχος της, όμως, είναι η καλλιέργεια του αλτρουισμού και της κοινωνικής συνείδησης μέσα στη ζούγκλα της σύγχρονης κοινωνίας.

Πέραν των προνομίων του «περιφερειακού συμβούλου» και του «βουλευτή», τα οποία απευθύνονται προφανώς στους κροίσους της κοινωνίας μας, ο προσεκτικός σχεδιασμός των υπολοίπων θα μπορούσε να δελεάσει πολλούς εύπορους πολίτες της χώρας.

Αυτή είναι, λοιπόν, σε αδρές γραμμές η πρότασή μου. Η ουσία τούτης της πρότασης είναι η δημιουργία ενός διαύλου μέσω του οποίου θα συγκεντρώνονται μεγάλα χρηματικά και υλικά κεφάλαια (είτε με φιλανθρωπικά είτε με ιδιοτελή κίνητρα), τα οποία θα διατίθενται για κοινωνικούς σκοπούς. Οι σκοποί αυτοί θα ήταν πολύ πιο φιλόδοξοι από εκείνους που μπορούν να πετύχουν οι ατομικές και περιστασιακές αγαθοεργίες των πλουσίων. Αυτός, νομίζω, θα ήταν και ο κυριότερος λόγος που θα τους ωθούσε να συμμετάσχουν στις δημοπρασίες προκειμένου να γίνουν «περιφερειακοί σύμβουλοι» ή «βουλευτές»: η δυνατότητα να διαχειρίζονται μεγάλα, συλλογικά κεφάλαια για να πετύχουν ευρύτερης κλίμακας στόχους, όπως η μείωση της ανισότητας· η δυνατότητα να μεταμορφώσουν τη χώρα που ζουν ή ακόμα και τον κόσμο ολόκληρο. Τούτο θα τους προσέδιδε τεράστιο κύρος, εξουσία και κοινωνική αναγνωρισιμότητα, θα «διαφήμιζε» τις εταιρείες τους, ενώ παράλληλα η άμβλυνση των ανισοτήτων θα επιτάχυνε την εγχώρια ανάπτυξη ωφελώντας τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Τούτο το κίνητρο θα μπορούσε να δελεάσει πολλούς να συμμετάσχουν στις δημοπρασίες, προσφέροντας σημαντικά κεφάλαια (για όποιον σκοπό επιθυμούν). Φυσικά δεν είναι το μοναδικό. Πέραν των προνομίων του «περιφερειακού συμβούλου» και του «βουλευτή», τα οποία απευθύνονται προφανώς στους κροίσους της κοινωνίας μας, ο προσεκτικός σχεδιασμός των υπολοίπων θα μπορούσε να δελεάσει πολλούς εύπορους πολίτες της χώρας. Ένας «φόρος με προνόμια» κάνει έκκληση στη λογική και το συναίσθημα ταυτόχρονα –στον αλτρουισμό, τον πραγματισμό, τη φιλοδοξία και τη ματαιοδοξία των πολιτών– και συνεπώς η απόδοσή του θα μπορούσε να είναι σημαντική.

Ας μιλήσουμε τώρα με αριθμούς. Ποια θα μπορούσε να ήταν αυτή η απόδοση; Σε τι ύψος θα μπορούσαν να φτάσουν τα κεφάλαια που θα συγκεντρώνονταν από τις προσφορές στις δημοπρασίες; Παρακάτω δίνω ένα ενδεικτικό παράδειγμα, το οποίο αφορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι υποθέσεις μου είναι εξαιρετικά συντηρητικές· τα προσφερθέντα κεφάλαια θα μπορούσαν να φτάσουν σε πολύ μεγαλύτερα ύψη.

Καταρχάς, ας υποθέσουμε πως στις δημοπρασίες συμμετέχουν μόνο άτομα με περιουσία άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ (ένα μέρος αυτών, όχι όλοι). Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει ο Piketty (2014, σ. 665) –και τα οποία δεν έχουν αλλάξει δραματικά μέχρι σήμερα– τα άτομα αυτά αντιπροσώπευαν το 2,85% του ενήλικου πληθυσμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2013, ενώ η συνολική τους περιουσία έφτανε τα 32 τρισεκατομμύρια ευρώ. Αν συμμετείχε στις δημοπρασίες το 25% εξ αυτών (δηλαδή μόνο ένας στους τέσσερις Ευρωπαίους εκατομμυριούχους), προσφέροντας μόλις το 2% της περιουσίας του, θα συγκεντρώνονταν 160 δισεκατομμύρια ευρώ για μια τετραετία ή 40 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Οι εκτιμήσεις αυτές είναι εξαιρετικά μετριοπαθείς: αν, για παράδειγμα, η περιουσία κάποιου ήταν πέντε εκατομμύρια ευρώ, τότε θα πρόσφερε 100.000 ευρώ για μια τετραετία ή 25.000 ευρώ τον χρόνο. Το ποσό αυτό είναι προφανώς «ψίχουλα» για κάποιον που, βασισμένος μόνο στην απόδοση της περιουσίας του και δίχως καν να εργάζεται, έχει εισοδήματα ενός εκατομμυρίου ευρώ την τετραετία ή 250.000 ευρώ τον χρόνο (το ποσοστό απόδοσης του κεφαλαίου, όπως δείχνει το Γράφημα 3, είναι περίπου 5%). Το κεφάλαιο που θα ήταν πρόθυμος να διαθέσει ένας εκατομμυριούχος προκειμένου να γίνει «βουλευτής», λαοφιλής ή «αθάνατος» (δίνοντας το όνομά του σε μία οδό ή την όψη του σε μια προτομή) θα μπορούσε να είναι πολλαπλάσιο. Ας μείνουμε όμως στις συντηρητικές εκτιμήσεις μας, θεωρώντας πως η αξία του συγκεντρωθέντος κεφαλαίου από τις προσφορές των δημοπρασιών φτάνει τα 40 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως για όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν αυτό το κεφάλαιο ρευστοποιούνταν και μετατρεπόταν σε ένα μηνιαίο επίδομα των 500 ευρώ, θα μπορούσε να βγάλει από τη φτώχεια πάνω από εξήμισι εκατομμύρια Ευρωπαίους.

Ας εξετάσουμε τώρα την περίπτωση κατά την οποία το κεφάλαιο αυτό δεν ρευστοποιούνταν, αλλά έμενε δεσμευμένο στα ταμεία της «Βουλής» και των «Περιφερειακών Συμβουλίων» (και στην κατοχή των αρχικών ιδιοκτητών), προσφέροντας μόνο την απόδοσή του στους δικαιούχους. Στην περίπτωση αυτή, οι προσφορές που θα κατατίθεντο στις δημοπρασίες θα ήταν ασφαλώς πολύ μεγαλύτερες από εκείνες του προηγούμενου παραδείγματος. Ας υποθέσουμε πως θα ήταν πενταπλάσιες, δηλαδή οι εκατομμυριούχοι θα πρόσφεραν το 10% της περιουσίας τους (αντί το 2%). Αν το ποσοστό συμμετοχής τους ήταν και πάλι 25%, τότε θα δεσμεύονταν κεφάλαια αξίας 800 δισεκατομμυρίων ευρώ. Με δεδομένη την αποδοτικότητά τους στο 5%, τα κεφάλαια αυτά θα απέφεραν και πάλι 160 δισεκατομμύρια ευρώ για όλη την τετραετία ή 40 δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο. Το σενάριο αυτό, όπως και το προηγούμενο, είναι πολύ μετριοπαθές: ο κάτοχος, λόγου χάρη, μιας περιουσίας τριών εκατομμυρίων ευρώ θα πρόσφερε τις αποδόσεις του 10% της περιουσίας του για μια τετραετία, δηλαδή μόλις 15.000 ευρώ τον χρόνο, τη στιγμή που η περιουσία του αποδίδει 150.000 ευρώ ετησίως, δηλαδή το δεκαπλάσιο (δίχως καν να συνυπολογίζουμε το εισόδημα της εργασίας του). Εύκολα θα μπορούσαμε να φανταστούμε πολύ μεγαλύτερες προσφορές. Έστω, όμως, και με αυτές τις συντηρητικές προβλέψεις, το συγκεντρωθέν κεφάλαιο δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο.

Επιπλέον, πιστεύω ακράδαντα πως η απόδοση του «φόρου» θα αυξάνεται από τετραετία σε τετραετία. Καθώς η φάση της ανατροφοδότησης θα κάνει όλο και πιο ορατά τα αποτελέσματα της άμβλυνσης των ανισοτήτων και θα καλλιεργεί την κοινωνική συνείδηση των πολιτών, οι προσφορές τους σε κάθε γύρο δημοπρασιών θα αυξάνονται τόσο σε ύψος όσο και σε πλήθος. Το κίνητρο της συμμετοχής τους σε αυτές τις δημοπρασίες δεν θα είναι μόνο τα προσφερόμενα προνόμια, μα ολοένα και περισσότερο η κοινωνική ευθύνη, η ηθική ικανοποίηση κι ο αλτρουισμός.

Σε ποιες χώρες θα λειτουργούσε αποτελεσματικότερα ένας «φόρος με προνόμια»; Πιθανότατα στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, όπου οι ανισότητες είναι μεγαλύτερες (οι ΗΠΑ αποτελούν κραυγαλέα εξαίρεση). Ίσως υπάρχει και ένας επιπλέον λόγος: οι διαφορές στο ψυχολογικό προφίλ των λαών. Οι νεόπλουτοι εκατομμυριούχοι των αναπτυσσόμενων χωρών μοιάζουν να έχουν εντονότερη την ανάγκη απόκτησης κοινωνικού και συμβολικού κεφαλαίου από τους ομολόγους τους στον δυτικό κόσμο, όπως μαρτυρά η επιδεικτική τους κατανάλωση. Ως εκ τούτου, θα συμμετείχαν με μεγαλύτερη ζέση σε τούτο το σύγχρονο Potlatch, προκειμένου να αποκτήσουν θέσεις εξουσίας και τιμητικά σύμβολα.

Από την άλλη μεριά, βεβαίως, οι (δισ)εκατομμυριούχοι είναι πολύ περισσότεροι στις χώρες της Δύσης και συνεπώς τα κεφάλαια που θα συγκεντρώνονταν εκεί για να βοηθήσουν τους φτωχότερους πολίτες θα ήταν πολύ μεγαλύτερα. Γενικά, στις πλούσιες χώρες οι δυνητικοί συμμετέχοντες στις δημοπρασίες θα ήταν πολλοί, όμως οι χρήζοντες βοήθεια πολίτες θα ήταν λίγοι. Στις φτωχές χώρες θα ίσχυε ακριβώς το αντίθετο. Σε ποιες κοινωνίες και υπό ποιες συνθήκες ο «φόρος» θα έφερνε τα καλύτερα αποτελέσματα;

Ο Πίνακας 1 παρουσιάζει τις οκτώ αναπτυσσόμενες και τις επτά αναπτυγμένες χώρες που θα μπορούσαν να ωφεληθούν περισσότερο. Στον πίνακα αντιπαραβάλλεται ανά χώρα αφενός ο αριθμός των δισεκατομμυριούχων (δηλαδή των ατόμων που κατέχουν περιουσία άνω του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων) και ο αριθμός των εκατομμυριούχων (των ατόμων με περιουσία άνω του ενός εκατομμυρίου δολαρίων) και αφετέρου ο αριθμός των ατόμων που βρίσκονται σε ακραία φτώχεια (δηλαδή όσων διαβιούν με λιγότερα από δύο δολάρια την ημέρα) και ο αριθμός των ατόμων που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας, όπως αυτό ορίζεται από την κάθε χώρα ξεχωριστά. Εδώ δεν με ενδιαφέρει το μέγεθος της ανισότητας ή το ποσοστό των πλουσίων και των φτωχών στον πληθυσμό· εκείνο που με ενδιαφέρει είναι το πόσοι άνθρωποι θα μπορούσαν να ωφεληθούν σε κάθε χώρα από τον «φόρο με προνόμια». Και τούτο εξαρτάται από τρεις παράγοντες: τον απόλυτο αριθμό των πλουσίων, τον απόλυτο αριθμό των φτωχών και την αναλογία μεταξύ τους. Οι αναπτυσσόμενες χώρες με τον μεγαλύτερο αριθμό ακραία πλουσίων και ακραία φτωχών συνδυαστικά, καθώς και με τις πιο ισορροπημένες αναλογίες μεταξύ τους, είναι κατά σειρά οι εξής: Ινδία, Κίνα, Βραζιλία, Μεξικό, Ινδονησία, Αίγυπτος, Νότιος Αφρική και Ρωσία. Οι αντίστοιχες αναπτυγμένες χώρες είναι κατά σειρά οι εξής: ΗΠΑ, Ιαπωνία, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία, Καναδάς και Αυστραλία. Οι χώρες αυτές και οι πολίτες τους θα αποκόμιζαν το μεγαλύτερο όφελος από την υιοθέτηση της πρότασής μου.

Καταρχάς, η εφαρμογή της δεν απαιτεί μια παγκόσμια συμφωνία· ο «φόρος με προνόμια» θα μπορούσε να υιοθετηθεί από όποια χώρα το επιθυμεί, έστω και ως ένα οικονομικό ή κοινωνιολογικό πείραμα.

Πόσο ρεαλιστικό είναι να ελπίζουμε πως αυτή η τολμηρή πρόταση θα εφαρμοστεί; Καταρχάς, η εφαρμογή της δεν απαιτεί μια παγκόσμια συμφωνία· ο «φόρος με προνόμια» θα μπορούσε να υιοθετηθεί από όποια χώρα το επιθυμεί, έστω και ως ένα οικονομικό ή κοινωνιολογικό πείραμα. Επιπλέον, θα πρέπει να επισημανθεί πως η πρότασή μου δεν περιέχει κανένα στοιχείο υποχρεωτικότητας –δεν εξαναγκάζει κανέναν να κάνει κάτι που δεν θέλει– συνεπώς ουδείς θα είχε να χάσει κάτι από την εφαρμογή της. Αντιθέτως, πολλοί θα κέρδιζαν πολλά: οι πλούσιοι τα προνόμιά τους και οι φτωχοί μια αξιοπρεπή διαβίωση. Ένας «φόρος με προνόμια» θα μπορούσε να έχει τεράστια απόδοση. Οι πλουσιότεροι πολίτες, όπως έχω εξηγήσει, έχουν ισχυρά κίνητρα να συμμετέχουν στις δημοπρασίες, προσφέροντας τα κεφάλαιά τους προς όφελος των φτωχότερων. Ισχυρότατα κίνητρα, όμως, έχουν και τα κράτη για να τις θεσμοθετήσουν, καθώς θα ωφελούνταν πολλαπλώς. Η εξάλειψη της ακραίας φτώχειας και η άμβλυνση της ανισότητας θα είχαν μια σειρά από ευεργετικές συνέπειες στην οικονομία και την κοινωνία: θα αύξαναν την εγχώρια ζήτηση επιταχύνοντας τους ρυθμούς ανάπτυξης, θα μείωναν το υψηλού ρίσκου ιδιωτικό χρέος περιορίζοντας έτσι τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις, θα εκτόνωναν τις κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις και θα βελτίωναν την ποιότητα της δημοκρατίας. Τα κράτη θα πρέπει να λάβουν κάτι ακόμα υπόψη τους: την υψηλή συχνότητα εμφάνισης κρίσεων στις σύγχρονες κοινωνίες –κρίσεων οικονομικών, υγειονομικών, περιβαλλοντικών, γεωπολιτικών, μεταναστευτικών– και την ευαλωτότητα των φτωχότερων πολιτών σε αυτές. Ένας «φόρος με προνόμια» θα μπορούσε να εκτονώσει τις τρομακτικές πιέσεις που θα δεχτεί στο μέλλον το κράτος πρόνοιας εξαιτίας των κρίσεων αυτών (αλλά και εξαιτίας της δημογραφικής γήρανσης), αποτρέποντας την εκτόξευση του δημόσιου χρέους. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω οφέλη και πλεονεκτήματα της πρότασής μου και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων για τη δραστική άμβλυνση της ανισοτήτων, μπορούμε να ελπίζουμε βάσιμα και ρεαλιστικά ότι τελικά θα εφαρμοστεί (έστω και κάπου… κάπως… κάποτε…)

Πίνακας 1: Οι χώρες με τους περισσότερους ακραία φτωχούς και ακραία πλουσίους συνδυαστικά και με τις πιο ισορροπημένες αναλογίες μεταξύ τους

Χώρες

 

Αριθμός δισεκατομμυριούχων (2023) Αριθμός εκατομμυριούχων (2023) (στρογγυλοποιη-μένος στην πλησιέστερη χιλιάδα) Αριθμός ατόμων σε ακραία φτώχεια (> 2,15$/ημέρα)¹ Αριθμός ατόμων κάτω από το εθνικό όριο φτώχειας²
Αναπτυσσόμενες  
1. Ινδία 169 796.000

 

138.311.205 (2019) 273.750.000 (2011)
2. Κίνα 495

 

6.190.000 1.407.745 (2019) 8.388.000 (2019)
3. Βραζιλία 51

 

266.000 12.430.921 (2021) 27.433.756 (2021)
4. Μεξικό 14

 

318.000 3.905.947 (2020) 55.313.254 (2020)
5. Ινδονησία 29

 

191.000

 

6.887.534        (2022) 26.172.627 (2022)
6. Αίγυπτος

 

6 87.000

 

1.584.280

(2019)

31.343.843

(2017)

7. Ν. Αφρική

 

5 86.000

 

10.200.100 (2014) 30.273.025 (2014)
8. Ρωσία 105 353.000

 

>100.000

(2020)

17.432.850 (2020)
Αναπτυγμένες

 

1. ΗΠΑ 735 24.480.000 663.023 (2020) 50.136.765 (2021)
2. Ιαπωνία 40 3.366.000 892.115 (2013) 19.909.327 (2018)
3. Ιταλία 64 1.413.000

 

475.511 (2020) 11.947.209 (2020)
4. Ην. Βασίλειο 52 2.849.000 335.406 (2020) 7.513.098 (2020)
5. Ισπανία 27 1.132.000

 

426.291 (2020) 10.278.347 (2020)
6. Καναδάς 63 2.291.000 74.130

(2018)

3.268.617 (2020)
7. Αυστραλία 47 2.177.000 124.833 (2018) 3.232.567 (2020)

¹ Σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης

² Το όριο της φτώχειας διαφέρει σε κάθε χώρα και επομένως δεν πρέπει να γίνονται συγκρίσεις ως προς τον αριθμό των φτωχών της τελευταίας στήλης

Πηγή: World Bank, OECD, Forbes, Getulio Vargas Foundation, world population review, υπολογισμοί του συγγραφέα

 

Οι χώρες που θα την εφαρμόσουν δεν χρειάζεται να ακολουθήσουν κατά γράμμα τους κανόνες και τις διαδικασίες που περιέγραψα. Πρόθεσή μου είναι απλώς να ανοίξω έναν νέο δρόμο. Είναι ο δρόμος των «φόρων με προνόμια» που ακολουθεί τα χνάρια της πανάρχαιας λεωφόρου του Potlatch – ένας δρόμος πλατύς μέσα στον οποίο μπορούν να κινηθούν παράλληλα πολλές ακόμα ιδέες. Ελπίζω να υπάρξουν στο μέλλον οι ιδέες αυτές για να εμπλουτίσουν και να βελτιώσουν την πρότασή μου. Οι κανόνες, οι διαδικασίες και τα προνόμια που αναφέρθηκαν είναι απλώς ενδεικτικά. Άλλωστε είναι προφανές πως τούτη η πρόταση θα πρέπει να περάσει από μια πορεία δοκιμής και σφάλματος για να πάρει την αποτελεσματικότερή της μορφή.

Η κρισιμότερη φάση αυτού του εγχειρήματος, όπως έχω ξαναπεί, είναι ο προσδιορισμός των προνομίων που θα δημοπρατηθούν. Τούτα τα προνόμια είναι που θα καθορίσουν την απόδοση του «φόρου» και το κοινωνικό όφελος που τελικά θα επιτευχθεί. Τα προνόμια πρέπει να αυξηθούν και να εκλεπτυνθούν. Προτού βασιστούμε στον αλτρουισμό και την κοινωνική συνείδηση των πολιτών –στοιχεία που θα καλλιεργήσει αργότερα η φάση της ανατροφοδότησης– θα πρέπει να σχεδιάσουμε έξυπνα εξωτερικά κίνητρα. Για να γίνει αυτό με τον καλύτερο τρόπο, κάθε χώρα θα πρέπει να συστήσει μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων, η οποία θα διερευνήσει τις ανάγκες των ατόμων που ανήκουν στα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα. Για τον σκοπό αυτό θα μπορούσαν να επιστρατευτούν όλα τα εργαλεία της κοινωνικής έρευνας: το ερωτηματολόγιο, η συνέντευξη, το πείραμα, η παρατήρηση. Γνωρίζοντας τις πραγματικές ανάγκες αυτών των ανθρώπων, μπορούμε να σχεδιάσουμε έξυπνα και εκλεπτυσμένα προνόμια που θα τις ικανοποιήσουν. Μια δεύτερη επιτροπή θα μπορούσε να δέχεται ατομικά αιτήματα προνομίων, τα οποία θα εξαγοράζονται και θα αποδίδονται απευθείας αντί να δημοπρατούνται. Μια τρίτη επιτροπή δεοντολογίας θα εξετάζει τη συμβατότητα των προνομίων με τις δημοκρατικές και κοινωνικές μας αρχές.

 Όλα τούτα ίσως ξενίζουν. Η εξαγορά προνομίων από τους πλουσίους μοιάζει να παραβιάζει την αρχή της ισότητας των πολιτών. Στην πραγματικότητα ισχύει ακριβώς το αντίθετο.

Όλα τούτα ίσως ξενίζουν. Η εξαγορά προνομίων από τους πλουσίους μοιάζει να παραβιάζει την αρχή της ισότητας των πολιτών. Στην πραγματικότητα ισχύει ακριβώς το αντίθετο: η εξαγορά προνομίων οδηγεί στη μείωση της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας, εξασφαλίζοντας περισσότερες ευκαιρίες για τους φτωχούς. Άλλωστε οι πιο πολλοί εκατομμυριούχοι είναι άξιοι άνθρωποι που προσφέρουν πολλά στη χώρα τους (φόρους, θέσεις εργασίας κ.λπ.). Τούτα τα προνόμια θα ήταν μια ελάχιστη αναγνώριση της κοινωνίας για όσα προσφέρουν και μια συμβολική ανταμοιβή.

Για το τέλος επιφύλαξα την αυτοκριτική μου. Η πρόταση που έχω διατυπώσει έχει ορισμένα προφανή μειονεκτήματα. Καταρχάς, το κοινωνικό όφελος που θα αποφέρει δεν μπορεί να εκτιμηθεί: αφενός διότι η απόδοση του «φόρου» είναι απρόβλεπτη και αφετέρου διότι κανείς δεν ξέρει πόσο αποτελεσματικές θα είναι οι πολιτικές που θα εφαρμοστούν από τη «Βουλή» και τα «Περιφερειακά Συμβούλια». Επιπλέον, η εφαρμογή της πρότασής μου συνεπάγεται ένα (μικρό) ερευνητικό και διοικητικό κόστος –το πρώτο για την επιλογή των κατάλληλων προνομίων από τις αρμόδιες επιτροπές, το δεύτερο για τη διενέργεια των δημοπρασιών– το οποίο θα επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό (αν και τούτο το κόστος θα μπορούσε να καλυφθεί από τις προσφορές στις δημοπρασίες). Τέλος, η πρότασή μου εγείρει προφανείς ηθικούς προβληματισμούς. Οι δημοπρασίες συμβολικών προνομίων θα δημιουργούσαν μια επίσημη αγορά κύρους, διακρίσεων και τιμών. Τούτες οι δημοπρασίες, με άλλα λόγια, μοιάζουν να εμπορευματοποιούν –και συνεπώς να ευτελίζουν– βασικές κοινωνικές αξίες και ανθρώπινα συναισθήματα, όπως η αξιοπρέπεια, η υστεροφημία και ο σεβασμός. Επιπλέον, ορισμένοι επιτήδειοι εγκληματίες θα μπορούσαν να τις εκμεταλλευτούν για να «ξεπλύνουν» μαύρο χρήμα και να αναδειχθούν ως μεγάλοι ευεργέτες στη συνείδηση των πολιτών.

Για να μετριάσω τούτες τις εύλογες ηθικές επιφυλάξεις, θα ήθελα να προτείνω εδώ κάτι τελευταίο: τα προγράμματα των πολιτικών κομμάτων θα μπορούσαν να περιέχουν τα προνόμια που προτίθενται να δημοπρατήσουν αν εκλεγούν. Έτσι, τα προτεινόμενα προνόμια θα τίθενται σε δημόσια διαβούλευση κατά την προεκλογική περίοδο και θα «νομιμοποιούνται» από την ψήφο του εκλογικού σώματος. Επιπλέον, οι συμμετέχοντες στις δημοπρασίες προνομίων θα μπορούσαν να υποβάλλονται σε φορολογικούς ελέγχους, ώστε να αποφεύγεται το «ξέπλυμα» χρήματος. Θα μπορούσαν να υπάρξουν και άλλες δικλείδες ασφαλείας. Άλλωστε, οι «εθελούσιοι φόροι με προνόμια» είναι απλώς μια αρχική ιδέα, η οποία θα μπορούσε να συμπληρωθεί από άλλους αναλυτές και να βελτιωθεί μέσα από την εφαρμογή της.

Τα μειονεκτήματά της, ωστόσο, δεν είναι αμελητέα. Προφανώς η πρόταση που έχω καταθέσει για την άμβλυνση της ανισότητας δεν είναι ιδανική. Είναι μια πρόταση που κατατίθεται εξ ανάγκης, ελλείψει εναλλακτικών λύσεων και ενόψει της καταστροφής. Η ιδανική λύση θα ήταν ένας ετήσιος, προοδευτικός και παγκόσμιος φόρος περιουσίας (ακίνητης και χρηματοοικονομικής), όπως αυτόν που προτείνει ο Piketty. Αυτός θα ήταν ο πιο αποτελεσματικός και δίκαιος τρόπος για να αναδιανεμηθεί ο πλούτος και να απενεργοποιηθεί η ωρολογιακή βόμβα της ανισότητας. Όμως τούτη είναι μια λύση ουτοπική. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε ουτοπίες. Πρέπει να δράσουμε τώρα, έστω κι αν χρειαστεί να θυσιάσουμε σε κάποιο βαθμό τη συμβατική ηθική μας χάριν της αποτελεσματικότητας και του κοινού καλού. Άλλωστε, οι ηθικοί κανόνες αλλάζουν από εποχή σε εποχή. Συμπεριφορές που θεωρούνταν ανήθικες στο παρελθόν –ο έντοκος δανεισμός, οι ασφάλειες ζωής, η αγορά δικαιωμάτων ρύπανσης του περιβάλλοντος, για να αναφέρω μόνο μερικά παραδείγματα από το πεδίο της οικονομίας– είναι αποδεκτές σήμερα. Ο σπουδαίος νομπελίστας οικονομολόγος Jean Tirole (2022, σ. 46) υποστηρίζει πως «οι οικονομικές πολιτικές δεν θα πρέπει να υπαγορεύονται από προσωπικές ηθικές παραδοχές». Κριτήριο για τον σχεδιασμό των οικονομικών πολιτικών πρέπει να είναι η κοινωνική ευημερία. Συμφωνώ απολύτως μαζί του.

Επίλογος

Η οικονομική ανισότητα έχει εκτοξευτεί τις τελευταίες δεκαετίες σε πολλές χώρες του πλανήτη. Επιπλέον, όπως έχει καταδείξει πειστικά ο Piketty, η τάση της παγκοσμίως είναι αυξητική και η δυναμική της εκρηκτική και ανεξέλεγκτη. Όλοι πλέον συμφωνούν –από τους σοσιαλιστές μέχρι και τους πλέον φιλελεύθερους– πως το πρόβλημα πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Οι τερατώδεις ανισότητες του σύγχρονου κόσμου δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω της παραδοσιακής φορολόγησης. Αν θέλουμε να θωρακίσουμε και να εξανθρωπίσουμε το καπιταλιστικό σύστημα, θα πρέπει να επινοήσουμε νέα εργαλεία αναδιανομής του πλούτου.

Η άμβλυνση των οικονομικών ανισοτήτων απαιτεί έναν συνδυασμό προληπτικών και αναδιανεμητικών μέτρων. Τούτη η μελέτη επικεντρώθηκε στα δεύτερα, αποδεικνύοντας πως τόσο οι εφαρμοζόμενες όσο και οι προτεινόμενες φορολογικές πολιτικές είναι σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικές. Οι τερατώδεις ανισότητες του σύγχρονου κόσμου δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω της παραδοσιακής φορολόγησης. Αν θέλουμε να θωρακίσουμε και να εξανθρωπίσουμε το καπιταλιστικό σύστημα, θα πρέπει να επινοήσουμε νέα εργαλεία αναδιανομής του πλούτου. Ένα από αυτά θα μπορούσαν να είναι οι «εθελούσιοι φόροι με προνόμια». Η «εθελοντική φορολόγηση» θα μπορούσε να συμπληρώσει την υποχρεωτική, καθώς τα μειονεκτήματα της μίας είναι τα πλεονεκτήματα της άλλης. Αναφέρομαι σε δύο κυρίως σημεία: πρώτον, η αποτελεσματικότητα της «εθελοντικής φορολόγησης» δεν προϋποθέτει έναν παγκόσμιο φορολογικό συντονισμό. Η απόδοση ενός «εθελούσιου φόρου» σε μία χώρα δεν εξαρτάται από το τι κάνει μία άλλη, ούτε και επηρεάζεται από χώρες «αντάρτες» που δεν τον υιοθετούν. Δεύτερον, η «εθελοντική φορολόγηση» δεν στομώνει τον κινητήρα της συσσώρευσης και της ανάπτυξης, όπως κάνει η υποχρεωτική. Αντιθέτως μπορεί να τον ακονίσει: το δέλεαρ των προσφερόμενων προνομίων θα μπορούσε να ωθήσει τους πολίτες να εργαστούν και να επενδύσουν εντατικότερα, προκειμένου να συγκεντρώσουν αρκετά χρηματοοικονομικά και υλικά κεφάλαια για να τα αποκτήσουν.

Στην πραγματικότητα, η ιδέα της «εθελούσιας φορολόγησης» είναι αυτονόητη. Σήμερα υπάρχουν αρκετοί πολυεκατομμυριούχοι σε όλο τον κόσμο που κατανοούν τους κινδύνους που δημιουργεί η ακραία οικονομική ανισότητα (κίνδυνοι που απειλούν έμμεσα και τους ίδιους) και διαμαρτύρονται για τους ελάχιστους φόρους που πληρώνουν. Τι πιο λογικό, λοιπόν, από το να θεσπίσουμε έναν «εθελούσιο φόρο»; Μόνο όφελος θα προκαλούσε αυτός ο θεσμός. Η θέσπιση ενός τέτοιου «φόρου» θα αναδείκνυε περαιτέρω το πρόβλημα της ανισότητας, ενώ η τακτική πληρωμή του θα μπορούσε να γίνει μια νέα κοινωνική νόρμα. Αν, μάλιστα, τούτος ο «φόρος» συνοδευόταν και από ορισμένα προνόμια, η απόδοσή του θα αυξανόταν κατακόρυφα. Τα κίνητρα της πληρωμής ενός «εθελούσιου φόρου» θα μπορούσαν να είναι πολλά και ετερόκλητα: αλτρουιστικά, πραγματιστικά ή εγωιστικά.

Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω μια πρόσφατη και ελπιδοφόρα εξέλιξη. Στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του 2023, διακόσιοι πολυεκατομμυριούχοι από όλο τον κόσμο ζήτησαν να αυξηθεί δραστικά η φορολόγησή τους, προκειμένου να καταπολεμηθούν οι τερατώδεις σύγχρονες ανισότητες. Τούτο με γεμίζει αισιοδοξία. Οι «εθελούσιοι φόροι», ακόμα και χωρίς προνόμια, θα μπορούσαν να βρουν πολλά ευήκοα ώτα.

[1] Το παράδειγμα της Ιταλίας είναι ενδεικτικό: προκειμένου να αντιμετωπίσει το τεράστιο δημόσιο χρέος της, η ιταλική Κυβέρνηση θέσπισε ένα νέο περιουσιακό φόρο το 2012. Όμως ο εύλογος φόβος πως τα εγχώρια κεφάλαια θα μετανάστευαν σε ελβετικές και γαλλικές τράπεζες περιόρισε τον φορολογικό συντελεστή στο 0,8% για τα ακίνητα, στο 0,1% για τις τραπεζικές καταθέσεις, ενώ απάλλαξε πλήρως τις μετοχές. Ακόμα και τούτος ο μινιμαλιστικός φόρος αποδοκιμάστηκε έντονα από την ιταλική κοινωνία. Ο πολιτικός που τον είχε θεσπίσει ηττήθηκε κατά κράτος στις επόμενες εκλογές.

[2] Ολόκληρη η επιστολή είναι διαθέσιμη στο: https://www.ma.imperial.ac.uk/~bin06/M3A22/queen-lse.pdf

Βιβλιογραφία

Acemoglu, D. and Robinson, J.A. (2015). “The Rise and Decline of General Laws of Capitalism”, in Journal of Economic Perspectives, Vol. 29, No. 1, pp. 3-28.

Aghion, P., Caroli, E. and Carcia-Penalosa, C. (1999). “Inequality and Economic Growth: The Perspective of the New Growth Theories”, in Journal of Economic Literature, Vol. 37, No. 4, pp. 1615-1660.

Aizenman, J. and Jinjarak, Y. (2012). Income Inequality, Tax Base and Sovereign Spreads, Working Paper 18176, June 2012, National Bureau of Economic Research. https://www.nber.org/system/files/working_papers/w18176/w18176.pdf (τελευταία πρόσβαση: 4/9/2025)

Berg, A.G. and Ostry, J.D. (2011). Inequality and Unsustainable Growth: Two sides of the Same Coin?, IMF Staff Discussion Note, No. 11/08, 08/04/2011. https://www.imf.org/external/pubs/ft/sdn/2011/sdn1108.pdf (τελευταία πρόσβαση: 4/9/2025)

Bird, R.M., Martinez-Vazquez, J. and Torgler, B. (2014). “Societal Institutions and Tax Effort in Developing Countries” in Annals of Economics and Finance, Vol. 15, No. 1,  pp. 185-230.

Boustan, L., Ferreira, F., Winkler, H. and Zolt, E.M. (2013). “The Effect of Rising Income Inequality on Taxation and Public Expenditures: Evidence From U.S. Municipalities and School Districts, 1970–2000” in The Review of Economics and Statistics, Vol. 95, No. 4, pp. 1291–1302.

Collins, R. (2013) “The end of middle-class work: No more escapes” in Wallerstein, I., Collins, R., Mann, M., Derluguian, G., Calhoun, C. Does Capitalism have a future?, Oxford University Press, pp. 27-49.

Devereux, M.P., Lockwood, B. and Redoano, M. (2008). “Do Countries Compete Over Corporate Tax Rates?”, in Journal of Public Economics, Vol. 92, Issues 5-6, pp. 1210- 1235.

Enache, C. (2022). Corporate Tax Rates around the World, 2022, Tax Foundation, 13/12/2022. https://taxfoundation.org/data/all/global/corporate-tax-rates-by-country-2022 (τελευταία πρόσβαση: 4/9/2025)

Eriksen, T.H. (2007). Μικροί Τόποι, Μεγάλα Ζητήματα: μια εισαγωγή στην κοινωνική και πολιτισμική ανθρωπολογία, μτφρ. Αθ. Κατσικερός, Αθήνα, Κριτική.

Fenochietto, R. and Pessino, C. (2013). Understanding Countries’ Tax Effort, IMF Working Paper, WP/13/244, November 2013.

https://www.imf.org/external/pubs/ft/wp/2013/wp13244.pdf (τελευταία πρόσβαση: 4/9/2025)

Giles, C. and Giugliano, F. (2014). Thomas Piketty’s exhaustive inequality data turn out to be flawed, Financial Times, 23/05/2014.

https://www.ft.com/content/c9ce1a54-e281-11e3-89fd-00144feabdc0 (τελευταία πρόσβαση: 4/9/2025)

Heilbroner, R.L. and Milberg, W. (2010). Η Γένεση της Οικονομικής Κοινωνίας, μτφρ. Γ. Χρηστίδης, Αθήνα, Κριτική.

Hobson, J.A. (1932). Imperialism, G. Allen & Unwin, London.

Lazonick, W. (2014). Profits without prosperity, Harvard Business Review, September 2014. https://hbr.org/2014/09/profits-without-prosperity (τελευταία πρόσβαση: 4/9/2025)

Menon, R. (2023). An Age of Crises: Prospects for Inequality and Division, Pathfinders Report, New York, Center on International Cooperation. https://s42831.pcdn.co/wp-content/uploads/2023/02/An-Age-of-Crises-Prospects-for-inequality-and-division.pdf (τελευταία πρόσβαση: 4/9/2025)

Piketty, T. (2014). Το Κεφάλαιο τον 21ο Αιώνα, μτφρ. Ελ. Παπαδάκη, Αθήνα, Πόλις.

Qureshi, Z. (2023). Rising Inequality: A Major Issue of our Time, Brookings, 16/05/2023. https://www.brookings.edu/articles/rising-inequality-a-major-issue-of-our-time (τελευταία πρόσβαση: 4/9/2025)

Rodrik, D. (1999). “Where Did All the Growth Go? External Shocks, Social Conflict, and Growth Collapses”, in Journal of Economic Growth, Vol. 4, pp. 385-412.

Rodrik, D. (2012). Το Παράδοξο της Παγκοσμιοποίησης, μτφρ. Γ. Χρηστίδης, Αθήνα, Κριτική.

Stiglitz, J.E. (2015). “Inequality and Economic Growth”, in The Political Quarterly, Vol. 86, Issue S1, pp. 134-155.

Stiglitz, J.E. (2021). The Global Tax Devil Is in the Details, Project Syndicate, 06/07/2021. https://www.project-syndicate.org/commentary/problems-with-global-tax-reform-proposals-by-joseph-e-stiglitz-2021-07 (τελευταία πρόσβαση: 4/9/2025)

Summers, L. (2014). Thomas Piketty Is Right About the Past and Wrong About the Future, The Atlantic, 16/05/2014. https://www.theatlantic.com/business/archive/2014/05/thomas-piketty-is-right-about-the-past-and-wrong-about-the-future/370994 (τελευταία πρόσβαση: 4/9/2025)

Tirole, J. (2022). Η οικονομική επιστήμη στην υπηρεσία του κοινού καλού, μτφρ. Αγγ. Φιλιππάτος, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

World Bank (2023). Falling Long-Term Growth Prospects: Trends, Expectations and Policies, Advance Edition.

https://openknowledge.worldbank.org/server/api/core/bitstreams/fe0880d1-ffbf-430f-bab4-d3dbdda7470e/content (τελευταία πρόσβαση: 4/9/2025)

 

 

 

Κατηγορίες: Όλες οι δημοσιεύσεις
Αναλυτές
Δημήτρης Κωνσταντέλλης
Δημήτρης Κωνσταντέλλης Καθηγητής Οικονομικών Επιστημών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, Συγγραφέας