Έλενα Λαζάρου, Γενική Διευθύντρια του ΕΛΙΑΜΕΠ
Η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου 2026 έδωσε την αίσθηση ενός φόρουμ που διαπραγματεύεται τους όρους της επόμενης μέρας. Ο τόνος ήταν μετρημένος, αλλά το υπόρρητο μήνυμα ήταν ολοφάνερο: οι παραδοχές που αποτέλεσαν το υπόβαθρο τριών δεκαετιών σχετικής γεωπολιτικής συνοχής διαβρώνονται. Το τι θα τις αντικαταστήσει παραμένει αβέβαιο. Ωστόσο, υπό αυτές τις συνθήκες αβεβαιότητας, διαφαίνεται και ένα παράθυρο ευκαιρίας.
Τρεις βασικές δυναμικές που χαρακτήρισαν τη φετινή διάσκεψη στο Μόναχο ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες: η διατλαντική επαναπροσαρμογή, η αυξανόμενη αυτονομία δράσης των μεσαίων δυνάμεων και του Παγκόσμιου Νότου και η διεύρυνση του ορισμού της ίδιας της ασφάλειας ώστε να ανταποκρίνεται στη γεωτεχνολογική φύση της εποχής μας. Οι τάσεις αυτές δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά. Αντιθέτως, αποτελούν συνέχεια συζητήσεων και προβληματισμών προηγούμενων ετών, που έχουν εξελιχθεί τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς το εύρος και τη σύνθεση των συμμετεχόντων..
Διατλαντική επαναπροσαρμογή;
Δεν υπήρξε ανοιχτή ρήξη μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών, ούτε όμως και επιστροφή στον εφησυχασμό. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες συνεχίζουν να επιβεβαιώνουν την κεντρική θέση του ΝΑΤΟ, ωστόσο η στρατηγική αυτονομία δεν αποτελεί πλέον αφηρημένη ρητορική. Από τη βιομηχανική ικανότητα στον τομέα της άμυνας έως την ενεργειακή διαφοροποίηση και τις ψηφιακές υποδομές, η Ευρώπη θωρακίζεται έναντι της συστημικής μεταβλητότητας. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η ενότητα των συμμαχιών παραμένει κεντρική, αλλά πλαισιώνεται ολοένα και περισσότερο από τη βιωσιμότητα της εσωτερικής πολιτικής και τον ανταγωνισμό των αφηγημάτων ταυτότητας στο εσωτερικό. Ταυτόχρονα, για το ευρωπαϊκό ακροατήριο, ένα πράγμα είναι σαφές: ο επιμερισμός των βαρών και ο συντονισμός των δράσεων πρέπει να είναι αμοιβαίοι και να αποτυπώνονται με μετρήσιμους όρους. Η διατλαντική σχέση πράγματι επαναπροσδιορίζεται. Και ενώ τονίστηκε ότι η εταιρική σχέση διατηρείται, η εξάρτηση δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.
Μεσαίες Δυνάμεις και Παγκόσμιος Νότος: Από Συμμετέχοντες σε Αρχιτέκτονες;
Κανείς δεν γνωρίζει την εξάρτηση τόσο καλά όσο ορισμένοι από εκείνους που σήμερα αποκαλούμε μεσαίες δυνάμεις του «Παγκόσμιου Νότου». Ίσως η πιο εντυπωσιακή διαφορά στο φετινό Μόναχο δεν ήταν τι είπαν οι δυτικοί ηγέτες, αλλά ποιοι μίλησαν με αυτοπεποίθηση. Οι μεσαίες δυνάμεις – Ινδία, Βραζιλία, κράτη του Κόλπου – δεν πλοηγούνται πλέον ανάμεσα σε μπλοκ, αλλά διαμορφώνουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο τα μπλοκ λειτουργούν. Η διπλωματία τους είναι πραγματιστική και συχνά συναλλακτική. Διαφοροποιούν τις συνεργασίες τους και ευθυγραμμίζονται επιλεκτικά. Αυτό είναι που πλέον οι αναλυτές αποκαλούν «πολυδιανυσματική» εξωτερική πολιτική καθίσταται ολοένα και πιο ελκυστικό για τα κράτη του Βορρά και του Νότου. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι πρόκειται για επιστροφή σε αυτό που κάποτε αποκαλούσαμε απλώς «ρεαλισμό».
Φωνές από την Αφρική, τη Λατινική Αμερική και τμήματα της Ασίας που ήταν παρούσες στη βαυαρική πρωτεύουσα υπογράμμισαν (και όχι για πρώτη φορά) ένα δομικό κενό: οι παγκόσμιες δομές διακυβέρνησης υστερούν έναντι των σύγχρονων γεωπολιτικών και οικονομικών πραγματικοτήτων Οι συζητήσεις για την ασφάλεια δίνουν έμφαση στην άμυνα και την αποτροπή, αλλά παραμελούν ζητήματα όπως η υπερχρέωση, η χρηματοδότηση της ανάπτυξης και η κλιματική ευαλωτότητα. Ως αποτέλεσμα, αδυνατούν να βρουν απήχηση σε μεγάλο μέρος του πλανήτη.
Για πολλές χώρες, η αστάθεια είναι πρώτα οικονομική, κλιματική και δημογραφική πολύ πριν εκδηλωθεί ως στρατιωτική ή εδαφική κρίση. Οι μεσαίες δυνάμεις και οι δρώντες του Παγκόσμιου Νότου διεκδικούν πλέον ενεργό ρόλο και απαιτούν οι δομές της διεθνούς τάξης να το αναγνωρίσουν και να το ενσωματώσουν.
Μία από τις «σιωπηλότερες» αλλά ουσιαστικές συζητήσεις επικεντρώθηκε στη σύνδεση της ανάπτυξης, της ανθρωπιστικής στήριξης και της ασφάλειας. Οι εκπρόσωποι του Παγκόσμιου Νότου τόνισαν ότι τα εύθραυστα κράτη αποσταθεροποιούνται όχι μόνο από στρατιωτικές απειλές, αλλά και από χρόνια υποεπένδυση σε υποδομές, κοινωνικές υπηρεσίες και διακυβέρνηση. Οι ανθρωπιστικές κρίσεις —από τον εκτοπισμό λόγω συγκρούσεων έως την επισιτιστική ανασφάλεια που προκαλείται από την κλιματική αλλαγή— αποτελούν άμεσες πιέσεις, αλλά η βραχυπρόθεσμη βοήθεια από μόνη της δεν αρκεί για τη σταθεροποίηση των κοινωνιών. Πέρα από την ανάδειξη προβλημάτων, διατυπώθηκαν και συγκεκριμένες προτάσεις. Μία σημαντική πρόταση ήταν ότι η προβλέψιμη χρηματοδότηση της ανάπτυξης συνιστά μορφή προληπτικής ασφάλειας. Οι μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην εκπαίδευση, την υγεία, την ενέργεια και τις υποδομές μειώνουν την πιθανότητα οι κρίσεις να κλιμακωθούν σε ευρύτερη περιφερειακή αστάθεια.
Όσον αφορά την ανθρωπιστική στήριξη, ειδικοί από όλο τον κόσμο τόνισαν εκ νέου ότι πρέπει να συμπληρώνει, και όχι να υποκαθιστά, τις διαρθρωτικές λύσεις. Η έκτακτη βοήθεια είναι απαραίτητη για την ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου, αλλά χωρίς βιώσιμους αναπτυξιακούς μηχανισμούς, τα ευάλωτα κράτη παραμένουν εκτεθειμένα σε επαναλαμβανόμενους κραδασμούς. Αρκετές φωνές τόνισαν ότι η δίκαιη χρηματοδότηση και οι μηχανισμοί αντιμετώπισης συστημικών αδυναμιών είναι ζωτικής σημασίας για την πρόληψη επαναλαμβανόμενων ανθρωπιστικών κρίσεων. Αυτό είναι ίσως πιο σημαντικό από ποτέ, καθώς το μέλλον των Ηνωμένων Εθνών και η μεταρρύθμισή τους επαναξιολογούνται τόσο στον Βορρά όσο και στον Νότο. Υπάρχει ευκαιρία, αλλά και κίνδυνος. Οι σχετικές συζητήσεις, εντός και εκτός κλειστών θυρών, ανέδειξαν μια απλή αλλά συχνά παραγνωρισμένη αρχή: η σταθερότητα οικοδομείται πριν ξεσπάσουν οι κρίσεις, και η ανθρωπιστική στήριξη αποτελεί μόνο έναν από τους πυλώνες αυτής της αρχιτεκτονικής. Η ανάπτυξη και η διαχείριση κρίσεων είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τον σχεδιασμό βιώσιμων στρατηγικών ασφάλειας. Εστιάζουμε πολύ στις κρίσεις αυτές τις μέρες (μάλιστα το ΕΛΙΑΜΕΠ έχει εγκαινιάσει μια σειρά εκδηλώσεων με ακριβώς τον τίτλο “Crises in Focus”), αλλά θα έπρεπε να δίνουμε την ίδια προσοχή και για το άλλο σκέλος της ασφάλειας: την ανάπτυξη.
Τεχνολογία και Τεχνητή Νοημοσύνη: ο επιταχυντής;
Η τεχνολογία διαμόρφωσε σχεδόν κάθε συζήτηση στη Διάσκεψη του Μονάχου. Η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ), οι δυνατότητες στον κυβερνοχώρο, οι ψηφιακές υποδομές και η διακυβέρνηση δεδομένων αποτελούν πλέον αναπόσπαστα στοιχεία της εθνικής ισχύος. Η ανταγωνιστικότητα στην ΤΝ έχει εδραιωθεί ως βασική πηγή στρατηγικού πλεονεκτήματος, επιτρέποντας στα κράτη να «υπερβαίνουν» κατά πολύ το μέγεθός τους. Έχει επίσης αλλάξει ριζικά τη φύση της τεχνογνωσίας που απαιτείται για γεωπολιτική και εξωτερική πολιτική ανάλυση, καθιστώντας την κεντρικό στοιχείο και για το μέλλον των think tanks και των συμβουλευτικών υπηρεσιών πολιτικής.
Τρεις υποβόσκουσες δυναμικές ξεχώρισαν ιδιαίτερα. Πρώτον, ότι η τεχνολογική κυριαρχία ισοδυναμεί με έναν βαθμό στρατηγικής αυτονομίας: η ανθεκτικότητα των ψηφιακών υποδομών είναι εξίσου θεμελιώδης με την ενεργειακή ανεξαρτησία και τη στρατιωτική επιχειρησιακή ικανότητα. Δεύτερον, ότι βρισκόμαστε μόλις στην αρχή μιας μεγάλης διαπραγμάτευσης για το μέλλον της ψηφιακής διακυβέρνησης. Από ευρωπαϊκή σκοπιά, η διακυβέρνηση της ΤΝ θεωρείται μηχανισμός σταθερότητας και διασφάλισης των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων: χωρίς σαφές πλαίσιο κανόνων, η παραπληροφόρηση με χρήση ΤΝ, οι διαταραχές στον κυβερνοχώρο και οι αδιαφανείς στρατιωτικές εφαρμογές ενέχουν κινδύνους λανθασμένων υπολογισμών. Ωστόσο, η συμφιλίωση αυτών των στόχων με την επιτακτική ανάγκη για παγκόσμια ανταγωνιστικότητα —όπως την ανέδειξε ο Μάριο Ντράγκι— σε έναν κόσμο λιγότερο ή καθόλου ρυθμισμένο, αποτελεί πρόκληση. Παράλληλα, σε σχέση με την παγκόσμια ανάπτυξη, η ανισότητα στην πρόσβαση στην ΤΝ αναδεικνύεται ως στρατηγική ρωγμή, με κίνδυνο περιθωριοποίησης κρατών και εδραίωσης γεωπολιτικών ανισοτήτων.
Το μεγάλο ερώτημα που απασχολούσε όλους ήταν: θα καθορίσει η τεχνολογία την ατζέντα ή θα επιταχύνει και θα ενισχύσει εκείνους που τη διαμορφώνουν;
Επιστρέφοντας στο εσωτερικό: ενέργεια, συνδεσιμότητα και ευκαιρίες για την Ελλάδα;
Η Διάσκεψη επιβεβαίωσε ότι η ενέργεια και η περιφερειακή συνδεσιμότητα αποτελούν κεντρικά εργαλεία επιρροής και ασφάλειας. Τα ευρωπαϊκά κράτη επαναξιολογούν τις πηγές ενέργειας, τις υποδομές και τις διασυνοριακές αλυσίδες εφοδιασμού για τον μετριασμό των κινδύνων. Η συνδεσιμότητα —από τους διαδρόμους μεταφορών έως τα λιμάνια και τα ψηφιακά δίκτυα— δεν είναι απλώς οικονομική διευκόλυνση· αποτελεί εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής.
Για την Ελλάδα, αυτές οι διαπιστώσεις είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Η γεωγραφική της θέση την καθιστά φυσικό κόμβο που συνδέει τα Βαλκάνια, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Οι αγωγοί, οι τερματικοί σταθμοί LNG και οι διασυνδέσεις με περιφερειακά δίκτυα ενισχύουν τόσο τη διπλωματική επιρροή όσο και την ενεργειακή ανθεκτικότητα. Τα έργα λιμένων και μεταφορών, από τον Πειραιά μέχρι τα σιδηροδρομικά δίκτυα, ενισχύουν τον ρόλο της χώρας ως περιφερειακού κόμβου για εμπόριο και στρατηγικές συνεργασίες. Η διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας και η διασύνδεση ενεργειακών και ψηφιακών υποδομών ενισχύουν την εθνική επιρροή και μειώνουν την ευπάθεια σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Η συμμετοχή σε πρωτοβουλίες πολυπολικής διπλωματίας και περιφερειακής συνδεσιμότητας επιτρέπει στην Ελλάδα να οικοδομεί ευέλικτους συνασπισμούς που προωθούν τους στόχους της εξωτερικής της πολιτικής, ενώ ταυτόχρονα στηρίζουν τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ. Επιστρέφοντας σε ένα από τα αρχικά σημεία, οι πολυδιανυσματικές εξωτερικές πολιτικές δεν αφορούν μόνο τη διαφοροποίηση των εταίρων, αλλά και τη διαφοροποίηση μεταξύ των τομέων πολιτικής, ώστε να ενισχύεται η διαπραγματευτική ισχύς και να διαμορφώνεται η ατζέντα σε όσο το δυνατόν περισσότερα πεδία.
Συνολικά, η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου 2026 δεν παρήγαγε ένα μεγαλειώδες δόγμα. Αντ’ αυτού, αποκάλυψε έναν κόσμο σε μετάβαση. Η διεθνής τάξη δεν καταρρέει πλήρως (ούτε βρίσκεται «υπό καταστροφή», όπως υπονοούσε ο εύληπτος τίτλος της φετινής Διάσκεψης). Ωστόσο, δεν είναι πλέον εδραιωμένη. Ο κόσμος παρακολουθεί ορισμένες από τις παλαιές του παραδοχές να κλονίζονται. Ταυτόχρονα, όμως, η διεθνής τάξη βρίσκεται σε διαδικασία επαναδιαπραγμάτευσης —και τα διακυβεύματα δεν ήταν ποτέ πιο σαφή.


