«Η Οικονομική και Βιομηχανική Πολιτική της Ε.Ε. σε μια περίοδο παγκόσμιου οικονομικού μετασχηματισμού» ήταν το θέμα της τρίτης συζήτησης που διοργάνωσε την Τετάρτη 29 Μαΐου στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του College Year in Athens / ΔΙ.ΚΕ.ΜΕ.Σ το ΕΛΙΑΜΕΠ, με την υποστήριξη της εταιρείας Παπαστράτος, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας ευαισθητοποίησης των πολιτών ενόψει των κρίσιμων Ευρωεκλογών της 9ης Ιουνίου.

Στη συζήτηση συμμετείχαν οι υποψήφιοι ευρωβουλευτές, Ορέστης Ομράν-Κουκουβιτάκης (Νέα Δημοκρατία), Νικόλας Φαραντούρης (ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ), Γρηγόρης Ζαρωτιάδης (ΠΑΣΟΚ–Κίνημα Αλλαγής), Γιώργος Σταθάκης (Νέα Αριστερά). Συντονιστής της συζήτησης ήταν ο καθηγητής και πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ, Λουκάς Τσούκαλης.

Ο κύριος Ομράν-Κουκουβιτάκης, αρχικά δήλωσε ότι ο ίδιος και το κόμμα του ότι είναι ευχαριστημένοι από το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας, το οποίο εξαιρεί από το χρέος τις αμυντικές δαπάνες και σε βάθος χρόνου οδηγεί σε έναν ενιαίο Ευρωπαϊκό τρόπο οικονομικής διακυβέρνησης. Επιπλέον, επεσήμανε ότι η χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων που προβλέπονται είναι αποτέλεσμα του ότι η Ε.Ε. κατανόησε, μετά την κρίση, πως ο μοναδικός τρόπος να συγκλίνουν οι οικονομίες του Ευρωπαϊκού Νότου με εκείνες του Βορρά είναι να δημιουργηθούν προϋποθέσεις ανάπτυξης και στις πρώτες. Εν συνεχεία, αναφέρθηκε στον τρόπο αξιοποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, επισημαίνοντας ότι κατά κύριο λόγο τα δάνεια που εγκρίνονται έχουν ως αποδέκτη τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ ανέδειξε ως σημαντικό ζήτημα την απλοποίηση του θεσμικού πλαισίου ώστε να χορηγούνται τα δάνεια πιο εύκολα. Επιπροσθέτως, εξέφρασε την αισιοδοξία του για την επέκταση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αλλά και για την αύξηση της χρηματοδότησής του.

Τέλος, σε ερώτηση που του απηύθυνε ο κύριος Τσούκαλης σχετικά με την άποψή του για την στάση της Ευρώπης στις πολεμικές συγκρούσεις στην Ουκρανία και την Παλαιστίνη απάντησε ότι η απουσία και η σιωπή της Ε.Ε. είναι απογοητευτική και ότι χρειάζεται να επανεξεταστεί η σχέση της Ένωσης με το ΝΑΤΟ, οδηγώντας στην ενίσχυση της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Άμυνας.

O κύριος Φαραντούρης, κατά την διάρκεια της συζήτησης σημείωσε ότι συμφωνεί με την περαιτέρω ευελιξία στο Σύμφωνο Σταθερότητας διότι μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερη οικονομική διακυβέρνηση στην Ε.Ε., ενώ θεωρεί σκόπιμη και την εξαίρεση από το χρέος των δαπανών για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Ακόμα, επεσήμανε ότι η Ε.Ε. πρέπει να συνεχίσει να δίνει έμφαση στις περιβαλλοντικές πολιτικές και όχι μόνο τις αμυντικές δαπάνες. Επίσης, σύμφωνα με τον ίδιο οι ηγεσίες της Ευρώπης στάθηκαν κατώτερες των περιστάσεων, καθώς απέτυχαν όχι μόνο να προλάβουν τους πολέμους και την αιματοχυσία στην ευρωπαϊκή ήπειρο και τη γειτονιά, αλλά και να παίξουν ένα ρόλο «ειρηνοποιού», καθώς αντ’ αυτού ενισχύουν τον πόλεμο αλλά δεν λαμβάνουν καμία πρωτοβουλία για την ειρήνη. Εν συνεχεία, δήλωσε πως αν συμμετείχε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα προσπαθούσε να δημιουργήσει συμμαχίες με άλλους Ευρωβουλευτές που αντιτίθενται στον πόλεμο, ώστε να πάρουν πρωτοβουλίες εκεί που οι ηγεσίες αδρανούν.

Τέλος, ερωτώμενος από τον κύριο Τσούκαλη για το πώς αξιολογεί την αξιοποίηση των χρημάτων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας απάντησε ότι δεν είναι ευχαριστημένος αφού οι εκταμιεύσεις είναι εστιασμένες σε μεγάλα ιδιωτικά έργα υποδομών, μεγάλων και λίγων επιχειρήσεων και, συνεπώς, δεν διαχέονται στην οικονομία ούτε στηρίζουν καινοτομία και μικρομεσαία, νεανική ή γυναικεία επιχειρηματικότητα. Προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί σε έργα που προάγουν την «ενεργειακή δημοκρατία» και σε έργα που θα οδηγήσουν σε μεγαλύτερη ανακατανομή του πλούτου.

Από την πλευρά του, ο κύριος Ζαρωτιάδης σχολίασε πως η διαχείριση των χρημάτων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας είναι κάκιστη αφενός, διότι ο ρυθμός απορρόφησης είναι απελπιστικά αργός και αφετέρου, γιατί αποδεικνύεται ότι ο αρχικός σχεδιασμός ήταν να αποκλείσει τη μικρή και μικρομεσαία παραγωγική δραστηριότητα, δίνοντας τη «μερίδα του λέοντος» στα εγχώρια ολιγοπώλια. Είναι ενδεικτικό ότι περίπου το 85% των δανείων που διατέθηκαν είχαν ως αποδέκτες μεγάλες και πολύ μεγάλες επιχειρήσεις. Όσον αφορά το Σύμφωνο Σταθερότητας, τόνισε πως η Ε.Ε. δεν χρειάζεται να είναι περισσότερο ή λιγότερο ευέλικτη αλλά είναι αναγκαίο να δημιουργήσει ένα νέο Σύμφωνο Κοινωνικά Δίκαιης και Περιβαλλοντικά Ισόρροπης Ανάπτυξης. Σε διαφορετική περίπτωση, η Ευρώπη θα μείνει στάσιμη. Επιπλέον, επεσήμανε πως η Ε.Ε. οφείλει να αναλάβει τον ρόλο της ηγέτιδας ειρηνευτικής δύναμης και να παρέμβει στο Παλαιστινιακό για να σταματήσει την γενοκτονία.

Ερωτώμενος από τον κύριο Τσούκαλη σχετικά με το πως αξιολογεί την εφαρμογή του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας απάντησε πως ενώ δημιουργήθηκε προς την σωστή κατεύθυνση, η Ελλάδα το χρησιμοποίησε για να αναδιανείμει τα χρήματα από κάτω προς τα πάνω.

Ο κύριος Σταθάκης, αρχικά στην συζήτηση που αφορούσε το Σύμφωνο Σταθερότητας τόνισε την σημασία που έχει για τη Ε.Ε. να αποκτήσει αξιόλογα οικονομικά εργαλεία που θα της επιτρέπουν να ασκεί ενεργή οικονομική πολιτική. Επιπροσθέτως, σχετικά με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας σημείωσε ότι η Ελλάδα μπορούσε να επιλέξει ανάμεσα σε δύο μοντέλα ενεργειακής μετάβασης. Το πρώτο ήταν να υλοποιήσουν αυτό το έργο τέσσερις εταιρείες και το δεύτερο ήταν να δημιουργηθεί ένα αποκεντρωμένο μοντέλο που θα συμπεριλαμβάνει δημόσιους φορείς, ιδιώτες και μικρομεσαίους. Προς το παρόν, η στρατηγική που ακολουθεί η χώρα είναι λανθασμένη και πιθανώς αν αναδιαμορφωνόταν θα έπρεπε να την αλλάξει κατά 90%. Όσον αφορά τους πολέμους στην Ουκρανία και στην Παλαιστίνη σχολίασε ότι πρέπει να σταματήσει η Ε.Ε. να παρέχει όπλα και πως χρειάζεται να βοηθήσει ώστε να υπάρξει διπλωματική επίλυση.

Τέλος, ο κύριος Τσούκαλης του ζήτησε να συγκρίνει την εφαρμογή του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας στην Ελλάδα και στα υπόλοιπα κράτη μέλη. Ο κύριος Σταθάκης ανέφερε πως στην Ελλάδα η πλειοψηφία των χρημάτων κατέληξε σε ιδιωτικές επιχειρήσεις οδηγώντας σε στρέβλωση της αγοράς και κατασπατάληση. Αντίθετα, στην Πορτογαλία το 80% της χρηματοδότησης διοχετεύθηκε σε κοινωνικά προγράμματα, ενώ στην Ιταλία μοιράστηκε ανάμεσα σε κοινωνικά και αναπτυξιακά προγράμματα.


Με την υποστήριξη της: