Ινώ Αφεντούλη, Ειδική Σύμβουλος, Επικεφαλής Παρατηρητηρίου Γεωπολιτικής και Διπλωματίας, ΕΛΙΑΜΕΠ

Η συνάντηση Σι-Τραμπ είναι μια συνάντηση πολύ διαφορετικών προσωπικοτήτων καθοριστικών για τις πολιτικές που ακολουθούν στις χώρες τους. Ο πρώτος, προϊόν της κομματικής αριστοκρατίας, εκφράζει την αντίληψη της Κίνας ότι αποτελεί διαχρονικά το βασίλειο μεταξύ ουρανού και γης και συνεπώς δεν χρειάζεται να τρέχει πίσω από το χρόνο, ο χρόνος τρέχει γι’αυτήν. Ο Τραμπ αντίθετα έχει πολύ περιορισμένο χρόνο, δύο επιπλέον χρόνια στην προεδρία, και η τάση που τον διακρίνει να αποφασίζει μόνος τον οδηγεί σε επιλογές βλαπτικές για τα συμφέροντα της χώρας του, όπως δείχνει η εξέλιξη του πολέμου στο Ιράν. Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι η κινεζική ηγεσία έχει καταγράψει τα σφάλματα της αμερικανικής στη διαχείριση της κρίσης.
Η προσωπικότητα Τραμπ καθιστά πιο πιθανό το ενδεχόμενο να πέσουν οι ΗΠΑ στην περίφημη παγίδα του Θουκιδίδη παρά η Κίνα. Η τελευταία ως ανερχόμενη δύναμη αλλά και λόγω της στρατηγικής της παράδοσης να οδηγεί τον αντίπαλο σε ήττα χωρίς να προηγηθεί μάχη έχει την πολυτέλεια να περιμένει. Η Αμερική του Τραμπ δεν την έχει. Πρέπει να διατηρήσει την ηγεμονία που οικοδόμησε επί οκτώ δεκαετίες με συμμαχίες τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ασία. Αλλά ο Τραμπ είναι αλλεργικός στις συμμαχίες και οι ΗΠΑ επί προεδρίας του κινδυνεύουν να χάσουν αυτή την προστιθέμενη αξία που τους επέτρεψε να κυριαρχούν στις δύο ηπείρους.
Κρίσιμη για τη νέα ισορροπία δυνάμεως θα είναι η συμπεριφορά της Κίνας ως προς τη δημιουργία ζωνών επιρροής στην περιοχή της αλλά και ευρύτερα. Η κινεζική στρατηγική όπως έχει αναπτυχθεί τις τελευταίες δεκαετίες έχει δώσει βάρος στην οικονομική διείσδυση και μέσω αυτής στην άσκηση επιρροής. Ο Σι στα δεκαπέντε χρόνια που βρίσκεται στην εξουσία συνδύασε την οικονομική ισχύ με την στρατιωτική. Έγιναν τεράστιες επενδύσεις στις ένοπλες δυνάμεις, και οι πρόσφατες εκκαθαρίσεις που έκανε αποκεφαλίζοντας σχεδόν όλη την ηγεσία τους, δείχνουν ότι η στρατιωτική υπεροχή της χώρας του βρίσκεται πολύ ψηλά στις προτεραιότητες του. Πως θα την χρησιμοποιήσει αμυντικά ή επιθετικά; Από την απάντηση σ’αυτό το ερώτημα θα εξαρτηθεί η παγκόσμια ισορροπία τα επόμενα χρόνια. Ο Σι μπορεί να εκμεταλλευτεί τα τρωτά σημεία της προσωπικότητας Τραμπ και να τον κάνει να πέσει στην παγίδα του Θουκιδιδη. Διαθέτει στρατηγική υπομονή και μπορεί να τον εγκλωβίσει στην λογική του πολέμου με ενέργειες που δεν θα θέτουν σε κίνδυνο τη δική του χώρα. Από την άποψη αυτή το φιάσκο του Ιράν προσλαμβάνει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από μια απλή στρατιωτική αποτυχία για τις ΗΠΑ. Ας ευχηθούμε ο Κινέζος ηγέτης να μην πάρει αυτή την απόφαση επί προεδρίας Τραμπ.

Ελένη ΕκμεκτσίογλουΣυνεργάτης Εξωτερικού ΕΛΙΑΜΕΠ, Senior Fellow, British American Security Information Council (BASIC)

Η συνάντηση Σι-Τραμπ λαμβάνει χώρα σε μια ιδιαίτερα δυσμενή στιγμή για τις ΗΠΑ. Όπως έχουν επισημάνει πολλοί αναλυτές, με τις ΗΠΑ να έχουν εμπλακεί στη Μέση Ανατολή, η Κίνα φαίνεται να έχει το πάνω χέρι στα περισσότερα θέματα της ατζέντας. Αν και τα δασμολογικά μέτρα, η τεχνολογία και πιθανώς η Ταϊβάν θα κυριαρχήσουν στις συζητήσεις, ίσως, ωστόσο, να είναι η κατάλληλη στιγμή για τις ΗΠΑ να προσπαθήσουν να ασκήσουν πίεση σε άλλα – εξίσου σημαντικά και με σοβαρές συνέπειες – ζητήματα, όπως τα μέτρα μείωσης του πυρηνικού κινδύνου. Δεδομένου ότι οι αμερικανοί ειδήμονες και οι επίσημες εκθέσεις των μυστικών υπηρεσιών διατυπώνουν δυσοίωνες εικασίες σχετικά με τη μελλοντική πορεία του πυρηνικού οπλοστασίου της Κίνας, είναι προς το συμφέρον των ΗΠΑ να πιέσουν για έναν θεσμοθετημένο διάλογο «track 1», ώστε και τα δύο μέρη να εργαστούν προς την κατεύθυνση μιας καλύτερης αμοιβαίας κατανόησης σε πυρηνικά ζητήματα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ουσιαστικά μέτρα μείωσης του κινδύνου όπως, για παράδειγμα, η καθιέρωση ενός επίσημου καθεστώτος κοινοποίησης της εκτόξευσης πυραύλων. Με την ποσοτική αύξηση του πυρηνικού οπλοστασίου της Κίνας, οι ΗΠΑ έχουν την αίσθηση ότι ο τρέχων πυρηνικός εκσυγχρονισμός τους ενδέχεται να μην είναι κατάλληλος για τον σκοπό του σε έναν κόσμο με δύο ισότιμους ανταγωνιστές, τη Ρωσία και την Κίνα. Μετά τη λήξη της Συνθήκης New Start τον περασμένο Φεβρουάριο, οι ΗΠΑ δεν δεσμεύονται από περιορισμούς σχετικά με τον αριθμό των πυρηνικών κεφαλών που έχουν αναπτύξει. Με τις δύο χώρες να επενδύουν στα πυρηνικά τους οπλοστάσια για ποσοτικές και ποιοτικές βελτιώσεις, η πυρηνική συνιστώσα αναπόφευκτα διαδραματίζει μεγαλύτερο ρόλο στη σχέση, δημιουργώντας μια επικίνδυνη δυναμική όπου ακόμη και μια μικρή κρίση μεταξύ των δύο δυνάμεων θα έχει τη δυνατότητα να μετατραπεί σε πυρηνική κρίση με άνευ προηγουμένου συνέπειες για  την περιοχή και ολόκληρο τον πλανήτη. Η κυβέρνηση Μπάιντεν σημείωσε σημαντική επιτυχία όταν τα δύο μέρη συμφώνησαν να περιλαμβάνεται πάντα ένας άνθρωπος στη διαδικασία λήψης αποφάσεων για τα πυρηνικά. Η τεχνητή νοημοσύνη και η διοίκηση και ο έλεγχος των πυρηνικών αποτέλεσαν έναν εύκολο στόχο για την κυβέρνηση Μπάιντεν, αλλά θα μπορούσαν να σηματοδοτήσουν ένα εξαιρετικό σημείο εκκίνησης προς έναν πιο πολυδιάστατο διάλογο σχετικά με συγκεκριμένα μέτρα μείωσης του κινδύνου, με σκοπό την ενίσχυση της σταθερότητας σε περίπτωση κρίσης μεταξύ των δύο χωρών. Ας ελπίσουμε ότι η κυβέρνηση Τραμπ θα είναι διατεθειμένη να ασκήσει πίεση στον Σι σχετικά με αυτή την εξαιρετικά σημαντική πτυχή των διμερών σχέσεων και να συνεχίσει τη θετική πορεία που ξεκίνησε η κυβέρνηση Μπάιντεν στο Σαν Φρανσίσκο το 2023.

Γιώργος Τζογόπουλος, Κύριος Ερευνητής ΕΛΙΑΜΕΠ, European Institute of Nice, Centre international de formation européenne (CIFE)

Η κατανόηση της Κίνας στη Δύση παραμένει εξαιρετικά περίπλοκη υπόθεση. Για παράδειγμα, δεξαμενές σκέψης και MME στις Ηνωμένες Πολιτείες εκτιμούν πως ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν θα έχει το πάνω χέρι στη συνάντηση με τον Κινέζο Πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ. Η Κίνα, όμως, δεν σκέφτεται έτσι ούτε ακολουθεί το δυτικό μοτίβο. Από κινεζική οπτική δεν έχει μεγάλη διαφορά αν Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών είναι ο Ντόναλντ Τραμπ, ο Τζο Μπάιντεν ή κάποιος άλλος. Είναι τόσο περίπλοκο το πλέγμα των σινοαμερικανικών σχέσεων που μία συνάντηση από μόνη της – όσο σημαντική και αν είναι  – δε μπορεί να βγάλει λευκό καπνό. Η Κίνα στηρίζει την επιτυχία της στις δικές της επιλογές και ακολούθως διαπραγματεύεται με στόχο την επίτευξη  σχετικής σταθερότητας στις σινοαμερικανικές σχέσεις. Η επίτευξη της σταθερότητας είναι προς το συμφέρον και των δύο χωρών αλλά ο δρόμος προς την κατεύθυνση αυτή είναι δύσκολος. Αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό όπως διδάσκει η ιστορία. Ο σινοαμερικανικός ανταγωνισμός θα ενταθεί αλλά είναι στο χέρι Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας να περιορίσουν το ρίσκο επικίνδυνων συνεπειών. Οι Ηνωμένες Πολιτειές θα εξακολουθήσουν να είναι η μοναδική υπερδύναμη αλλά η Κίνα – ως δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο – θα έχει ενισχυμένη φωνή στις παγκόσμιες εξελίξεις, οικονομικές και γεωπολιτικές. Αυτή είναι η δυναμική που προκαλεί τρυγμούς στο διεθνές σύστημα, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες καλούνται να προσαρμοστούν σε διαφορετικά δεδομένα σε σχέση με αυτά που είχαν συνηθίσει για τουλάχιστον δύο δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Δημήτρης Τσαρούχας, Κύριος Ερευνητής ΕΛΙΑΜΕΠ, Καθηγητής στο Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διατλαντικών Σπουδών (CEUTS) του Πανεπιστημίου Virginia Tech

Χαμηλοί τόνοι, χαμηλές προσδοκίες

Υπό ομαλές πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, η συνάντηση του Αμερικανού Προέδρου με τον Κινέζο ομόλογο του συνιστα είδηση πρώτης γραμμής εδώ στην Ουάσιγκτον, με πλήθος αναλύσεων που αποσκοπούν στην ιχνηλάτηση των προθέσεων του Πεκίνου. Όμως οι συνθήκες δεν είναι ομαλές, τουλάχιστον για τον Ντόναλντ Τραμπ.

Η σημερινή ανακοίνωση του ύψους του πληθωρισμού στο 3.8%, το υψηλότερο εδώ και 3 περίπου χρόνια και σε πλήρη αντιδιαστολή με τις πρεκλογικές υποσχέσεις του Προέδρου, επαναφέρει δυναμικά στο προσκήνιο την αυξανόμενη δυσαρέσκεια των Αμερικανών έναντι της ασκόυμενης οικονομικής πολιτικής. Οι υποσχέσεις σχετικά με την προστασία των Αμερικανών από τις απειλές ενός ανασφαλούς περιβάλλοντος διαψεύδονται στην πράξη, όχι μόνο διότι οι ΗΠΑ συμμετέχουν σε μία ακόμη σύγκρουση στην Μέση Ανατολή με μεγάλο οικονομικό και πολιτικό κόστος, αλλά και γιατί η επιβολή δασμών στην εισαγωγή προιόντων, κυρίως κινεζικής προέλευσης, σκοντάφτει σε δικαστικές αποφάσεις και γραφειοκρατικά εμπόδια.

Σε αυτό το πλαίσίο, και σε σχέση με την τελευταία συνάντηση των δύο ηγετών τον Οκτώβριο του 2025, είναι σαφές ότι ο Πρόεδρος Σι καρτά τα ισχυρότερα χαρτιά (για να θυμηθούμε την περίφημη φράση Τραμπ στον Ουκρανό ομόλογο του). Την ώρα που οι ΗΠΑ αναγκάζονται να συνθηκολογήσουν με την Κίνα στον ακήρυχτο αλλά αληθινό εμπορικό τους πόλεμο, το Πεκίνο εξακολουθεί να θέτει τους όρους του ευρύτερου γεωπολιτκού παιχνιδιού επιβάλλοντας μονομερείς περιορισμούς στις εξαγωγές των σπάνιων γαιών που διαθέτει και σιγοντάροντας την πολεμική μηχανή της Ρωσίας στο ουκρανικό μέτωπο. Και ενώ είναι γεγονός πως ο αποκλεισμός των Στενών του Χορμούζ αποτελεί πρόβλημα (και) για την κινεζική οικονομία, Κινέζοι αξιωματούχοι αισιοδοξούν πως η διαφαινόμενη υπόσχεση τους προς τους αμερικανούς για την αγορά προϊόντων αξίας μερικών δις δολαρίων θα κατευνάσει τον πρόεδρο Τραμπ (φαινόμενο που επαναλμαβάνεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα) και θα επιτρέψει την διεξαγωγή «εποικοδομητικών» συνομιλίων, δηλαδή συζητήσεων που δεν θα αγγίξουν των πυρήνα των κινεζικών επιδιώξεων αναφορικά με την Ταιβάν αλλά και την καθυπόταξη των διεκδικήσεων-δικαιωμάτων κρατών πέριξ της Κίνας που αμφισβητούν το δικαίωμα μονομερούς παρέμβασης της στην Νότια Κινεζική Θάλασσα. Υπό αυτό το πρίσμα, η Ουάσιγκτον κρατά μικρό καλάθι προδοσκιών από την συνάντηση αυτή– και καλά κάνει.

Κατηγορίες: Όλες οι δημοσιεύσεις
Αναλυτές
Δημήτρης Τσαρούχας Κύριος Ερευνητής, Ουάσινγκτον
Πώς επηρεάζει η συνάντηση Σι–Τραμπ τις ισορροπίες στις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας και ποιες μπορεί να είναι οι επιπτώσεις για τη διεθνή ασφάλεια και οικονομία; Οι αναλυτές του ΕΛΙΑΜΕΠ απαντούν
Iνώ Αφεντούλη Ειδική Σύμβουλος, Επικεφαλής Παρατηρητηρίου Γεωπολιτικής και Διπλωματίας
Γιώργος Τζογόπουλος Κύριος Ερευνητής, ΜΜΕ, Διεθνείς σχέσεις, Κινεζικές υποθέσεις
Πώς επηρεάζει η συνάντηση Σι–Τραμπ τις ισορροπίες στις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας και ποιες μπορεί να είναι οι επιπτώσεις για τη διεθνή ασφάλεια και οικονομία; Οι αναλυτές του ΕΛΙΑΜΕΠ απαντούν
Ελένη Εκμεκτσίογλου Συνεργάτης Εξωτερικού, Senior Fellow, British American Security Information Council (BASIC)