Ινώ Αφεντούλη, Ειδική σύμβουλος και Επικεφαλής Παρατηρητηρίου Γεωπολιτικής και Διπλωματίας του ΕΛΙΑΜΕΠ
Στο ζοφερό διεθνές περιβάλλον και την αβεβαιότητα που ενισχύει η χωρίς ορατό τέλος σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αλλά και την Ουκρανία που, ας μην το ξεχνάμε, είναι μια ευρωπαϊκή σύγκρουση, η επίσκεψη Μακρόν στην Αθήνα και η ανανέωση της ελληνο-γαλλικής συμφωνίας στρατηγικής εταιρικής σχέσης μόνο θετικά μπορούν να αποτιμηθούν. Αλλά μετά την επιβεβαίωση μιας διαχρονικά πολύ καλής διμερούς σχέσης η εμβάθυνση της είναι αναγκαία. Η συμφωνία περιλαμβάνει ενίσχυση της συνεργασίας σε καίριους τομείς, άμυνα, ασφάλεια, τεχνολογία, καινοτομία, μεταξύ άλλων.
Για την ελληνική πλευρά ωστόσο η πεμπτουσία της στρατηγικής εταιρικής σχέσης είναι η ασπίδα προστασίας που θα μπορούσε να προσφέρει η Γαλλία σε περίπτωση απειλής τρίτης χώρας εναντίον της Ελλάδας. Υπάρχει αμοιβαιότητα στην πρόβλεψη αυτή αλλά η διαφορά ισχύος μεταξύ των δύο χωρών καθιστά λιγότερο πιθανό το ενδεχόμενο να προστρέξει η χώρα μας προς υπεράσπιση της Γαλλίας. Τούτου δοθέντος, δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί το γεγονός ότι η πρόβλεψη αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής έρχεται να προστεθεί στην υφιστάμενη υποχρέωση των δύο χωρών που απορρέει από την ιδιότητα του μέλους τόσο του ΝΑΤΟ όσο και της ΕΕ, και των σχετικών άρθρων 5 (ΝΑΤΟ) και 42.7 (ΕΕ). Επομένως, η συμφωνία ενισχύει τη σύγκλιση των δύο χωρών στους οργανισμούς αυτούς και κατά συνέπεια δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται ως καθαρά διμερής. Έχει αυτό σημασία καθώς και οι δύο οργανισμοί έχουν εισέλθει σε φάση μετάλλαξης ως προς την ισορροπία δυνάμεως εντός τους με δεδομένη τη διακηρυγμένη πρόθεση των ΗΠΑ να μειώσουν την παρουσία τους στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Η Γαλλία μαζί με τη Γερμανία πρωταγωνιστούν σε δύο διαδικασίες που θα εξελιχθούν, πιστεύουμε, παράλληλα: τη δημιουργία του ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ και τη σταδιακή οικοδόμηση της ευρωπαϊκής άμυνας. Αν οι διαδικασίες αυτές εξελιχθούν ομαλά, με ένα «βελούδινο διαζύγιο» με τις ΗΠΑ που θα οδηγήσει σε σταδιακή επίσης απεξάρτησή τους από την ευθύνη της άμυνας της Ευρώπης, είναι ρεαλιστικό σε ορατό χρονικό διάστημα οι ευρωπαϊκές χώρες να μπορούν να υπερασπισθούν την επικράτειά τους με τις δικές τους δυνάμεις. Είναι εξίσου ρεαλιστική η πρόβλεψη ότι οι ΗΠΑ δεν θα αφήσουν την Ευρώπη χωρίς πυρηνική ομπρέλα καθώς αυτό θα αύξανε τον κίνδυνο απειλής από μη ευρωπαϊκές πυρηνικές δυνάμεις. Και στο μέτωπο αυτό η Γαλλία έλαβε πρόσφατα τη γενναία πρωτοβουλία να προσφέρει τη δική της πυρηνική αποτροπή σε οκτώ ακόμη ευρωπαϊκές χώρες μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Είναι συνεπώς απολύτως ενταγμένη στο ευρωπαϊκό πλαίσιο η ελληνο-γαλλική συμφωνία και αυτό την καθιστά απολύτως επωφελή για τη χώρα μας. Για την εμβάθυνσή της η Ελλάδα θα μπορούσε να αξιοποιήσει το παράδειγμα της γαλλο-γερμανικής συνεργασίας που βασιζόμενη στη Συνθήκη του Ελυζέ (1963) αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Καθώς βρισκόμαστε σήμερα σε μια καθοριστική στιγμή για τα επόμενα βήματα της Ευρώπης, η συμμετοχή μιας μικρής χώρας, όπως η Ελλάδα, σε σχήματα ενισχυμένων συνεργασιών θα λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής της ισχύος της.
Σοφία Κλεμάν Μαυρουδή, Κύρια Ερευνήτρια του ΕΛΙΑΜΕΠ

Η Ελληνογαλλική Συμφωνία αποτελεί για την Γαλλία ένα πρωτότυπο και ένα πρότυπο της υπό οικοδόμηση  Ευρωπαϊκής άμυνας σε πολιτικό βιομηχανικό και γεωπολιτικό επίπεδο. Ένα νέο μοντέλο εδραιωμένο γύρω από απτές συνεργασίες μεταξύ προθύμων κρατών. Η καινοτομία αυτή καθιστά την ελληνογαλλική συνεργασία στο κέντρο του εργαστηρίου στρατηγικής ευρωπαϊκής αυτονομίας και στον γεωστρατηγικά ασταθή περίγυρό της Ανατολικής Μεσογείου. 

Η Γαλλία προσπαθεί να ανακτήσει την ευρωπαϊκή στρατηγική ηγεσία έναντι της Γερμανίας και επιβεβαιώνει πως αυτοπροσδιορίζεται ως έθνος-πλαίσιο στην Ευρωπαϊκή άμυνα. Καθίσταται εγγυητής της Ευρωπαϊκής ασφάλειας μέσω του βιομηχανικού και στρατιωτικού της βάρους που μέσω αυτού δεκαπλασιάζεται.  Η συμφωνία αυτή αποτελεί επίσης θεμέλιο για την υπό οικοδόμηση Ευρωπαϊκή άμυνα στα πλαίσια του ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ με την οποία είναι πια καθαρά συμπληρωματική. Αυτό την στιγμή που η υποστήριξη των ΗΠΑ σε περίπτωση σύρραξης στην Ευρώπη αμφισβητείται εφόσον αποχωρούν σταδιακά αναθεωρώντας τις προτεραιότητες τους (Ασία, πολλαπλά θέατρα  επιχειρήσεων, έλλειψη προμηθειών). 

Η Ελλάδα αποτελεί μέρος του ευρωπαϊκού πυρήνα και λαμβάνει αξιόπιστες εγγυήσεις ασφαλείας. Γίνεται κορυφαίος στρατηγικός εταίρος, ένας σύμμαχος σταθερός έμπιστος, ένα ευρωπαϊκό προπύργιο στην Ανατολική Μεσόγειο που μπορεί να εκτελέσει κύριο αμυντικό ρόλο στην περιοχή ως σύμμαχος πολιτικά σταθερός και στρατιωτικά ικανός.  

Η συνάντηση έδειξε πως η Γαλλία δεσμεύτηκε ρητά πολιτικά και στρατιωτικά να στηρίξει την Ελλάδα πολιτικό-διπλωματικά και στρατιωτικά σε περίπτωση εντάσεων ή και έμπρακτης σύρραξης. 

Ή ρήτρα άμεσης συνδρομής είναι πολιτική και στρατιωτική πιο δυνατή (άμεση διμερής εμπλοκή, στοχευμένη στρατηγική σχέση, σαφής πολιτική πρόθεση, αξιόπιστο αποτρεπτικό αποτέλεσμα) από το άρθρο 42.7 της ΕΕ   (νομικά ισχυρό αλλά πρακτικά αδύναμο) και το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ (πολύ δυνατό αλλά πολιτικά αδύναμο/χωρίς στρατιωτική αμεσότητα, αμερικανική εξάρτηση, αδύνατο ανάμεσα σε δύο κράτη μέλη). Λειτουργεί σαν ένα ισχυρό αποτρεπτικό πολιτικό μέσο που μειώνει την πολιτική ασάφεια (παρεμπιπτόντως για την Ελλάδα) εκεί που η ΕΕ και το ΝΑΤΟ την διατηρούν «σκόπιμα».  

Η προηγμένη πυρηνική αποτροπή που προτείνει η Γαλλία σε οχτώ χώρες που το ζήτησαν δεν αποτελεί επίσημη επέκταση της γαλλικής πυρηνικής ομπρέλας, αλλά ένα πολιτικό και στρατηγικό εργαλείο που προσδίδει αξιοπιστία στη διμερή εγγύηση. Αντιπροσωπεύει μια πολιτική προβολή της γαλλικής αποτροπής και εξασφάλιση την ενσωμάτωση της ελληνικής ασφάλειας στους γαλλικούς στρατηγικούς υπολογισμούς. Είναι καίρια στρατηγικό για την Ελλάδα το γεγονός ότι η Γαλλία επισημαίνει πως οποιαδήποτε αποσταθεροποίηση της Ελλάδας θα έθιγε τα γαλλικά στρατηγικά συμφέροντα. Η αποτροπή αυτή είναι πολιτική διπλωματική αλλά και στρατιωτική με την τοποθέτηση συμβατικών δυνάμεων στο εσωτερικό των συμμετεχόντων χωρών (φρεγάτες, Rafale). Έτσι, η Ελλάδα μεταβαίνει από μια παραδοσιακά συμβατική εθνική αποτροπή σε μια έμμεση εκτεταμένη αποτροπή υπό την γαλλική αιγίδα.  

Για την Γαλλία, η βιομηχανική συνεργασία που προβλέπει η συμφωνία ​​συμβάλλει στην δημιουργία ενός ευρωπαϊκού αμυντικού οικοσυστήματος με μια ευρωπαϊκή προτίμηση και είναι μια ευκαιρία για την εθνική αμυντική της βιομηχανία.  Για την Ελλάδα εδραιώνει την διμερή βιομηχανική συνεργασία, ενισχύοντας τον ελληνικό αμυντικό βιομηχανικό τομέα με την προϋπόθεση όμως ότι θα τηρηθούν αυστηρά μέτρα ελέγχου των αναγκών και των προμηθειών. Η συμπαραγωγή η ανάπτυξη και η ενίσχυση μιας μελλοντικής βιώσιμης ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας που θα έχει αντίκτυπο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό.  

Τέλος, για την Ελλάδα, η συμφωνία είναι μια ισχυρή ευρωπαϊκή πολιτική εγγύηση με μια μακροχρόνια δομική λογική. Γι’ αυτό και η Γαλλία θα περίμενε από την Ελλάδα να χειριστεί και ίσως να ισορροπήσει στο μέλλον τις πολλαπλές συμμαχίες της με τρίτες χώρες:

– Με τις ΗΠΑ, την συμπληρωματικότητα των αμυντικών συστημάτων στα πλαίσια του ευρωπαϊκού πυρήνα στο ΝΑΤΟ και την προτεραιότητα της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης.

-Με το Ισραήλ, την διαχείριση πιθανών μελλοντικών εντάσεων που θα συνεπάγονται από στρατιωτικές  επιλογές και περαιτέρω ενσωμάτωση των συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας όπως και την διαλειτουργικότητα των οπλικών συστημάτων.


Φωτογραφία από την ιστοσελίδα https://www.primeminister.gr/

Κατηγορίες: Όλες οι δημοσιεύσεις
Αναλυτές
Ελληνογαλλική Συνάντηση Κορυφής: Τα πρώτα συμπεράσματα – Οι αναλυτές του ΕΛΙΑΜΕΠ απαντούν
Iνώ Αφεντούλη Ειδική Σύμβουλος, Επικεφαλής Παρατηρητηρίου Γεωπολιτικής και Διπλωματίας
Ελληνογαλλική Συνάντηση Κορυφής: Τα πρώτα συμπεράσματα – Οι αναλυτές του ΕΛΙΑΜΕΠ απαντούν
Σοφία Κλεμάν Μαυρούδη Κύρια Ερευνήτρια, Άμυνα