Ινώ Αφεντούλη, Ειδική Σύμβουλος, Επικεφαλής Παρατηρητηρίου Γεωπολιτικής και Διπλωματίας, ΕΛΙΑΜΕΠ
Η σύνοδος κορυφής της Άγκυρας επιβεβαίωσε την τάση μείωσης των αμερικανικών δυνάμεων και στρατιωτικών δυνατοτήτων που ήταν στη διάθεση της Συμμαχίας τα προηγούμενα χρόνια και άνοιξε το δρόμο για ένα πιο «ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ» σύμφωνα με τον όρο που έχει επικρατήσει. Στο πολύ λιτό κοινό ανακοινωθέν γίνεται λόγος «για μια ισχυρότερη Ευρώπη σ’ ένα ισχυρότερο ΝΑΤΟ». Αναδεικνύεται επίσης η Ρωσία ως η κύρια απειλή για την Ευρώπη και σε αντίστιξη επιβεβαιώνεται η ανάγκη συνέχισης της στήριξης που προσφέρεται στην Ουκρανία. [1]
Είναι σαφές πως Αμερικανοί και Ευρωπαίοι δεν οδηγούνται σε σύγκρουση αλλά σε ένα νέο επιμερισμό ευθυνών, αμυντικών, οικονομικών και επιχειρησιακών. Τι θα είναι όμως το νέο ΝΑΤΟ; Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό χρήσιμο είναι να ανατρέξουμε στις βασικές αρχές του «παλαιού ΝΑΤΟ». Αυτές ήταν- και παραμένουν- κυρίως δύο, η αρχή της ομοφωνίας και η στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ που εκφραζόταν και με την κατοχή της θέσης του ανώτατου διοικητή στρατιωτικών δυνάμεων Ευρώπης (SACEUR). Η αμερικανική υπεροχή επηρέαζε στην πράξη τη λήψη αποφάσεων με ομοφωνία καθώς πολλές χώρες, συχνά η πλειοψηφία, ακολουθούσε τις επιλογές των ΗΠΑ. Η αρχή της ομοφωνίας εξασφάλιζε ωστόσο την ισότητα μεταξύ μεγάλων, μεσαίων και μικρών χωρών ανεξαρτήτως της συνεισφοράς τους στον προϋπολογισμό ή της συμβολής τους σε στρατιωτικά μέσα και της συμμετοχής τους σε επιχειρήσεις. Ακόμη και η μικρότερη χώρα-μέλος, για παράδειγμα το Λουξεμβούργο, μπορεί να παρεμποδίσει τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικής, αν δεν τη βρίσκει σύμφωνη.
Οι ΗΠΑ παραμένουν στο ΝΑΤΟ και επηρεάζουν τις αποφάσεις του
Αυτό μας οδηγεί στο πρώτο συμπέρασμα της νέας εποχής για το ΝΑΤΟ: οι ΗΠΑ, ακόμη και με μικρότερη συμμετοχή, θα μπορούν να επηρεάζουν τις αποφάσεις της Συμμαχίας. Με δεδομένο μάλιστα ότι θα εξακολουθούν να έχουν την υποστήριξη πολλών χωρών – μελών, είναι πιθανόν η επιρροή τους να μη μειωθεί καθοριστικά και να παραμείνει αν όχι ισχυρότερη πάντως ισότιμη με εκείνη χωρών όπως η Γαλλία, η Γερμανία που θα επιθυμούσαν ένα πιο ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ. Επιπλέον, η λήψη αποφάσεων στις ΗΠΑ είναι ευκολότερη, καθώς επικεντρώνεται στο πρόσωπο του Προέδρου, ενώ η συμφωνία μεταξύ ευρωπαϊκών χωρών μπορεί να αποδειχθεί δυσκολότερη χωρίς την επιρροή μιας μεγάλης δύναμης που τελικώς θα μπορούσε να επιβάλει τη γνώμη της. Συνεπώς, το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι ο ευρωπαϊκός πυλώνας του ΝΑΤΟ για να υπάρξει και να καθορίσει την πορεία της Συμμαχίας θα πρέπει να διακρίνεται από συνοχή μεταξύ ενός μπλοκ χωρών που θα έχουν κοινή στρατηγική. Ένα εύλογο ερώτημα στην περίπτωση αυτή είναι γιατί οι ευρωπαϊκές χώρες χρειάζονται το ΝΑΤΟ. Γιατί να μην αναπτύξουν κατευθείαν την ευρωπαϊκή άμυνα ανεξαρτήτως των ΗΠΑ;
Η απάντηση δυστυχώς είναι ότι δεν μπορούν ακόμη. Η πρόσφατη απόσυρση αμερικανικών μέσων από την Ευρώπη αντιμετωπίσθηκε από αμυντικούς αναλυτές με σκεπτικισμό καθώς δεν μπορούν να αντικατασταθούν άμεσα από αντίστοιχα ευρωπαϊκά.[2] Και συμβαίνει αυτό ενώ μεταξύ 2017-2025 η αμερικανική παρουσία μειώθηκε από 46% σε 38%, επομένως θα μπορούσε αντιστοίχως η ευρωπαϊκή παρουσία να έχει ενισχυθεί. Γιατί δεν συνέβη ενώ η προσπάθεια στήριξης της Ουκρανίας ανέδειξε τις ευρωπαϊκές δυνατότητες; Η αιτία κατά τη γνώμη μας είναι η έλλειψη ενός ενιαίου κέντρου λήψης αποφάσεων. Ούτε στο ΝΑΤΟ ούτε στην ΕΕ οι χώρες-μέλη αποφασίζουν από κοινού. Και όσον αφορά στο ΝΑΤΟ, ένα διακυβερνητικό οργανισμό, αυτό ίσχυε και θα ισχύει αν δεν μεταβληθεί η διαδικασία λήψης αποφάσεων. Και στην ΕΕ όμως η άμυνα παραμένει πεδίο άσκησης εθνικής κυριαρχίας με τις σχετικές αποφάσεις να απαιτούν ομοφωνία. Αν αυτό δεν αλλάξει, όπως επεσήμανε ο Μάριο Ντράγκι στην έκθεση του, για να λαμβάνονται αποφάσεις με πλειοψηφία, η ταχεία ανάπτυξη της ευρωπαϊκής άμυνας θα παραμείνει στόχος υπό αίρεση.[3]
Η συνεργασία ΝΑΤΟ-ΕΕ
Ας υποθέσουμε παρόλα αυτά πως υπό την πίεση της απόσυρσης των αμερικανικών δυνάμεων, δημιουργείται μια δυναμική ενίσχυσης των διεργασιών δημιουργίας ευρωπαϊκού πυλώνα στο ΝΑΤΟ και ταυτοχρόνως ανάπτυξης αυτόνομης ευρωπαϊκής άμυνας. Το ιδανικό σενάριο θα ήταν οι δύο διεργασίες να αποτελέσουν συγκοινωνούντα δοχεία καθώς οι δύο οργανισμοί έχουν κατά πλειοψηφία τα ίδια μέλη, 23 από τις 27 χώρες-μέλη της ΕΕ είναι και μέλη του ΝΑΤΟ.
Είναι χρήσιμο να θυμίσουμε τις προϋποθέσεις που είχε θέσει η Αμερικανίδα Υπουργός Εξωτερικών, Madeleine Albright, για τη συνεργασία ΝΑΤΟ-ΕΕ στην υπουργική σύνοδο του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, στις 8 Δεκεμβρίου, 1998 [4]:
Όχι στην αποσύνδεση: Οι ευρωπαϊκές αμυντικές προσπάθειες δεν πρέπει να αποσυνδέονται από τη ευρύτερη συμμαχία του ΝΑΤΟ ούτε να την αποδυναμώνουν.
Όχι στην επικάλυψη: Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν πρέπει να αναπαράγουν άσκοπα υφιστάμενες στρατιωτικές δυνατότητες και μέσα του ΝΑΤΟ.
Όχι στις διακρίσεις: Οι ευρωπαϊκές αμυντικές πολιτικές δεν πρέπει να εισάγουν διακρίσεις εις βάρος συμμάχων του ΝΑΤΟ που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ακόμη και αν οι σημερινές συνθήκες είναι διαφορετικές σε πολύ μεγάλο βαθμό, αν οι ΗΠΑ δεν εγκαταλείψουν το ΝΑΤΟ σε κάποια χρόνια από τώρα, τα στελέχη τους που θα κάνουν τις διαπραγματεύσεις για ένα πιο ισόρροπο καταμερισμό βαρών, δεν αποκλείεται να επαναφέρουν τα 3ds (avoid de-linking, duplicating, discriminating) στο τραπέζι ειδικά αν επιθυμία τους είναι να εξακολουθούν να χρησιμοποιούν και το ΝΑΤΟ ως εργαλείο προώθησης των επιλογών τους.
Το πλεονέκτημα της πυρηνικής αποτροπής
Από την άλλη πλευρά, οι Ευρωπαίοι δεν θα έπρεπε να εύχονται την πλήρη αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ καθώς η δομή του είναι το ισχυρό πλεονέκτημα αποτροπής. Τι έχει το ΝΑΤΟ που δεν διαθέτει η ΕΕ; Στο πολιτικό επίπεδο και οι δύο διαθέτουν όργανα λήψης αποφάσεων. Στο στρατιωτικό επίπεδο ωστόσο το ΝΑΤΟ διαθέτει στρατιωτική δομή που μπορεί να ενεργοποιηθεί τάχιστα από τη στιγμή που λαμβάνει εντολή από τα πολιτικά όργανα. Αντίστοιχη δομή η ΕΕ δεν έχει. Όπως δεν έχει πυρηνική ομπρέλα που αποτελεί τον ύψιστο βαθμό αποτροπής. Δεν θα πρέπει για το λόγο αυτό να περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι παρά τις συζητήσεις για μείωση της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στην Ευρώπη, το ενδεχόμενο απομάκρυνσης των πυρηνικών τους όπλων δεν έχει ακόμη τεθεί.
Η Rose Gottemoeller, πρώην αναπληρώτρια Γενική Γραμματέας του ΝΑΤΟ και μια από τις καλύτερες Αμερικανίδες ειδικούς σε θέματα πυρηνικής αποτροπής, έγραψε πρόσφατα ότι «οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι τους στο ΝΑΤΟ, μετά το 2022, έχουν σταθερά αυξήσει τη στρατιωτική τους βοήθεια προς την Ουκρανία κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην προκληθεί κλιμάκωση με τη Ρωσία. Και εκείνη από την πλευρά της απέφυγε να πλήξει νατοϊκό έδαφος παρότι οι αποστολές πολεμικού υλικού προς την Ουκρανία θα ήταν εύκολος στόχος.»[5]
Στη νέα ισορροπία Αμερικανών-Ευρωπαίων, πέραν της πυρηνικής ομπρέλας, κάποια ακόμη ζητήματα θα είναι καθοριστικά για την ασφάλεια των τελευταίων. Η αμερικανική πλευρά έχει κατ’ επανάληψη εκφράσει την επιθυμία της να αναλάβουν οι Ευρωπαίοι τη συμβατική άμυνα της ηπείρου. Δημιουργεί αυτό ένα παράθυρο για τη συνέχιση της αεροπορικής και ναυτικής κάλυψης από τις ΗΠΑ; Και αυτό θα πρέπει να ενταχθεί στα προς διαπραγμάτευση ζητήματα μεταξύ των δύο πλευρών λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι οι ΗΠΑ έχουν ήδη μειώσει αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις που διέθεταν για την ευρωπαϊκή άμυνα.
Απόκλιση στρατηγικών στόχων;
Όλα τα παραπάνω είναι πολύ σημαντικά για το νέο πλαίσιο των ευρώ-ατλαντικών σχέσεων αλλά πιο σημαντικό ακόμη είναι αν ΗΠΑ και Ευρώπη θα εξακολουθούν να συγκλίνουν ως προς τους στρατηγικούς τους στόχους. Η σύγκλιση ή απόκλιση ως προς αυτούς θα καθορίσει το βάθος και τη διάρκεια της σχέσης τους και τα μέσα που θα την υποστηρίξουν.
Το εύκολο σενάριο είναι να γίνει μια νέα κατανομή ρόλων, οι Ευρωπαίοι για την Ευρώπη, οι Αμερικανοί για την Ασία. Αυτό θα έχει στο επίκεντρο, με τα σημερινά δεδομένα, τη ρωσική επιθετικότητα ως βασική απειλή για την Ευρώπη. Αλλά είναι όλες οι χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ σύμφωνες ως προς την αντιμετώπιση της Ρωσίας ως απειλής στο διηνεκές; Εάν ο πόλεμος στην Ουκρανία λήξει με μια αποδεκτή για τις ευρωπαϊκές χώρες συμφωνία και αν δρομολογηθεί η ένταξη της στην ΕΕ, θα πρέπει να αναμένεται ότι πολλές χώρες θα αναζητήσουν ένα νέο πλαίσιο σχέσεων με την Μόσχα. Είναι επίσης πιθανόν οι ΗΠΑ να κάνουν το ίδιο ενδεχομένως και ως μέρος της συμφωνίας για τη λήξη του πολέμου.
Επομένως, ο ορισμός της απειλής ή των απειλών για την Ευρώπη, θα καθορίσει και τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ αλλά και την κατεύθυνση ενός ευρωπαϊκού ΝΑΤΟ ή ενός αυτόνομου ευρωπαϊκού αμυντικού μηχανισμού.
Ένα δυσκολότερο σενάριο είναι να πιέσουν οι Αμερικανοί τους Ευρωπαίους, ή κάποιους απ’ αυτούς, να συνταχθούν μαζί τους ως προς την απειλή της Κίνας. Οι ευρωπαϊκές χώρες είναι ήδη διχασμένες στο ζήτημα αυτό και τυχόν αμερικανική πίεση θα τις διχάσει ακόμη περισσότερο, καθώς μια σύμπλευση με τις ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα δεν θα περιορίζεται σε εκδήλωση προθέσεων αλλά και σε ένα διαφορετικό αμυντικό σχεδιασμό.
Ο ρόλος των μη ευρωπαϊκών μελών του ΝΑΤΟ
Μεταξύ των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ, οι ισχυρότερες αμυντικά χώρες, με την εξαίρεση των ΗΠΑ, δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για τη Βρετανία, τον Καναδά, τη Νορβηγία και την Τουρκία. Αποτελεί κοινό τόπο πως αυτές οι χώρες μπορούν να διαδραματίσουν πολύ σημαντικό ρόλο στην υπό ανάπτυξη ευρωπαϊκή άμυνα και στη διάδραση του ΝΑΤΟ με την ΕΕ. Καθώς οι δύο οργανισμοί, όπως αναφέραμε, έχουν κατά πλειοψηφία τα ίδια μέλη, η επικρατούσα αντίληψη είναι ότι η στενή τους συνεργασία συνιστά προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα του εγχειρήματος «περισσότερη Ευρώπη, λιγότερη Αμερική.»
Η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν εκφράσει την αντίθεσή τους στη συμμετοχή της Τουρκίας στα σχετικά προγράμματα, όπως το SAFE, με επιχειρηματολογία που στηρίζεται στη συμπεριφορά της στο Κυπριακό και τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις. Κορυφαίο μεταξύ των επιχειρημάτων είναι η ύπαρξη του casus belli από πλευράς Τουρκίας εναντίον μιας άλλης χώρας μέλους του ΝΑΤΟ, όπως επανέλαβε και ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης στη Σύνοδο Κορυφής της Άγκυρας. [6]
Ωστόσο, η επιχειρηματολογία αυτή δεν φαίνεται μέχρι στιγμής να βρίσκει «ευήκοα ώτα» ούτε στο ΝΑΤΟ ούτε στην ΕΕ παρά τις πρόσφατες αρνητικές αναφορές στις εκθέσεις της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου σχετικά με την επιδείνωση της εσωτερικής κατάστασης στην Τουρκία. Χαρακτηριστικές οι δηλώσεις της Προέδρου, von der Leyen, στην παρέμβαση της στο Defence Industry Forum που διεξάχθηκε στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής της Αγκυρας:[7]
«Η Τουρκία διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις εντός του ΝΑΤΟ. Είναι χώρα μεγάλης σημασίας και ανέκαθεν διαδραμάτιζε σπουδαίο ρόλο στη Συμμαχία, καθώς και στις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως προανέφερα, αν εξετάσουμε μόνο το πρόγραμμα SAFE, το ποσό των 150 δισ. ευρώ —εκ των οποίων έως και το 35% είναι σημαντικό μερίδιο— προσφέρει μεγάλες δυνατότητες. Το πρόγραμμα αυτό επιτρέπει τη συνεργασία με χώρες εκτός ΕΕ, όπως για παράδειγμα η Τουρκία. Όσον αφορά το ποσό των 800 δισ. ευρώ έως το 2030, εναπόκειται στα κράτη-μέλη να αποφασίσουν πώς θα επενδύσουν τα κονδύλια για την άμυνα προκειμένου να καλύψουν τα κενά. Υπάρχει, επομένως, ευρύ πεδίο για στενή συνεργασία μεταξύ τους. Για εμάς, είναι εξαιρετικά σημαντικό να είμαστε πλήρως ευθυγραμμισμένοι με τους στόχους του ΝΑΤΟ, διότι —όπως προανέφερα— πρόκειται για ένα ενιαίο σύνολο δυνάμεων· γνωρίζουμε πού εντοπίζονται τα κενά και οφείλουμε να συνεργαστούμε στενά για την κάλυψή τους.»
Η αντίληψη αυτή δυστυχώς για την ελληνική και την κυπριακή διπλωματία τείνει να επικρατήσει και άρα θα τις οδηγήσει σε περιθωριοποίηση εντός των ευρωπαϊκών οργάνων. Για να μη συμβεί αυτό θα έπρεπε να αναπτύξουν τάχιστα μια πιο δημιουργική επιχειρηματολογία που να συνδέει τις υποχρεώσεις της Τουρκίας, ως υποψήφιας χώρας, με τη σχέση της με την εξελισσόμενη διαδικασία της ευρωπαϊκής άμυνας, όπως πολύ αναλυτικά έχει αναπτύξει ο Δημήτρης Τσαρούχας. [8]
Διαφορετικά, οι τρόποι παράκαμψης των όρων του SAFE και μελλοντικών αντίστοιχων προγραμμάτων που ήδη έχουν ενεργοποιηθεί μέσω συνεργασιών της αμυντικής βιομηχανίας χωρών όπως η Ισπανία και η Ιταλία, θα πολλαπλασιαστούν.
Συμπερασματικά, η σχέση της Τουρκίας με την ευρωπαϊκή άμυνα αναδεικνύεται σε κομβικό διακύβευμα για την ελληνική και την κυπριακή εξωτερική πολιτική. Εάν η προσέγγισή τους παραμείνει συντηρητική, θα εγκλωβισθούν σε μία μάχη με αμφίβολο αποτέλεσμα. Εάν επιλέξουν μια προσέγγιση δημιουργική όπως είχε συμβεί το 1999 με τη διαδικασία του Ελσίνκι, το αποτέλεσμα μπορεί να λειτουργήσει θετικά και για το κυπριακό και για τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις.
[1] https://www.nato.int/en/about-us/official-texts-and-resources/official-texts/2026/07/08/the-ankara-summit-declaration
[2] https://www.globsec.org/what-we-do/commentaries/hollowing-out-shield-us-strategic-defence-equipment-reductions-and
[3] https://commission.europa.eu/topics/competitiveness/draghi-report_en
https://hcss.nl/news/the-draghi-report-revisited-defence/
[4] https://1997-2001.state.gov/statements/1998/981208.html
[5] Rose Gottemoeller, The Strange Defeat of Nuclear Deterrence, Foreign Affairs, July/August 2026
[6] https://www.ertnews.gr/eidiseis/stin-agkyra-kai-sto-nato-to-casus-belli-apo-ton-kyriako-mitsotaki-prepei-na-lifthoun-ypopsi-oi-eyaisthisies-olon-ton-melon-tis-symmaxias/
[7] https://www.eeas.europa.eu/delegations/t%C3%BCrkiye/interventions-president-von-der-leyen-panel-discussion-nato-summit-defence-industry-forum_en
[8] https://www.eliamep.gr/en/i-amyntiki-viomichania-tis-tourkias-kai-o-kanonismos-safe-tis-ee/


