• H δημιουργία πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου (NEC) και η παροχή χαμηλότοκου δανείου (SAFE) του ReArm Europe θα ενισχύσει τις εξοπλιστικές δαπάνες της χώρας όσο και την ζήτηση συνολικά στην ΕΕ για αγορά οπλικών συστημάτων.
  • Η ελληνική αμυντική βιομηχανία θα εκμεταλλευτεί τις επαυξημένες αυτές δυνατότητες λόγω της ένταξης της σε πανευρωπαϊκές αλυσίδες παραγωγής, αποτέλεσμα των συμφωνιών offset των δεκαετιών 1990-2000.
  • Απαιτείται όμως μια δέσμη τριών κυρίως πολιτικών ώστε η ελληνική αμυντική βιομηχανία  να τοποθετηθεί ακόμη καλύτερα στο νέο αυτό περιβάλλον.
  • Πρώτον, η περαιτέρω επένδυση στην ήδη  ενεργητική διαχείριση από την  κυβέρνηση του χαρτοφυλακίου των υπό δημόσιο έλεγχο αμυντικών εταιρειών, κυρίως με την έξοδο της Ελληνικής Αεροπορικής Βιομηχανίας (ΕΑΒ) από τους περιορισμούς της κεντρικής κυβέρνησης.
  • Δεύτερον, η αναμόρφωση του καθεστώτος αμυντικών  προμηθειών, ώστε να εξυπηρετηθεί η παράμετρος ταχύτητα που απαιτεί η ώσμωση της πολιτικής και της αμυντικής βιομηχανίας (CivilMilitary Fusion – CMF), συμπεριλαμβανομένης και της μετάβασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου από ex ante σε ex post ελέγχους των αμυντικών συμβάσεων.
  • Τρίτον, η ενίσχυση του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ) με πρόσθετους πόρους και με τοποθετήσεις επιφανών επιστημόνων της διασποράς στο Διοικητικό του Συμβούλιο, ώστε το ΕΛΚΑΚ να καταστεί καταλύτης της συμμετοχής νεοφυών επιχειρήσεων και επιστημόνων της διασποράς στην προσπάθεια της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας να δημιουργήσει ασύμμετρη ισχύ έναντι της Τουρκικής απειλής.

Το Κείμενο Πολιτικής υπογράφει ο Αντώνης Καμάρας, Επιστημονικός Συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Διαβάστε το εδώ σε μορφή pdf.


Εισαγωγή

Σε αυτό το κείμενο πολιτικής θα αξιολογήσουμε την επίπτωση των νέων πολιτικών της ΕΕ για την ευρωπαϊκή άμυνα στην ελληνική αμυντική βιομηχανία λαμβάνοντας υπόψη εφικτές  επιλογές πολιτικής της ελληνικής κυβέρνησης.

Στο πρώτο κεφάλαιο θα προβούμε σε επισκόπηση των κυριότερων νέων πολιτικών της ΕΕ όπως αυτές  επηρεάζουν την χρηματοδότηση της άμυνας στις χώρες-μέλη και ειδικότερα την χρηματοδότηση των εξοπλιστικών δαπανών των χωρών-μελών. Σε αυτή την επισκόπηση θα συμπεριληφθεί και ο σχεδιασμός για την μετατόπιση πόρων του Ταμείου Συνοχής σε επενδύσεις στην αμυντική βιομηχανία καθώς και στην αυξανόμενη σημασία της στρατιωτικής κινητικότητας για την ΕΕ. Τέλος θα εξετασθεί η διάσταση της αλληλεπίδρασης των νέων αυτών πολιτικών με τις αποφάσεις της αμυντικής βιομηχανίας, εντός της ΕΕ και σε σύμμαχες χώρες, καθώς και στη κινητοποίηση ιδιωτικών επενδυτικών ροών προς την Ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, θα συσχετίσουμε αυτές τις νέες πολιτικές της ΕΕ με τις δυνατότητες και ευκαιρίες ανάπτυξης της υφιστάμενης ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας και θα αξιολογήσουμε τις δευτερογενείς επιπτώσεις αυτών των πολιτικών ως καταλύτη κινητοποίησης κεφαλαίων και τεχνογνωσίας προς την ελληνική αμυντική βιομηχανία, είτε εγχώριας προέλευσης, είτε από άλλες χώρες-μέλη της ΕΕ είτε από τρίτες χώρες που είναι γεωπολιτικοί σύμμαχοι της Ελλάδας.

Στο τρίτο κεφάλαιο, θα αξιολογήσουμε τις δυνατότητες και παραμέτρους εξέλιξης της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, υφιστάμενης και δυνάμενης, στην λογική της Πολιτικο-Στρατιωτικής Ώσμωσης (Civil Military Fusion), από τούδε και στο εξής αναφερόμενη ως CMF,  στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνουν οι πολιτικές της ΕΕ όσο και οι γενικότερες τάσεις στις αμυντικές πολιτικές των χωρών-μελών.

Στις καταληκτικές παρατηρήσεις μας  θα ανακεφαλαιώσουμε και θα συνθέσουμε τα κύρια συμπεράσματα  της ανάλυσης μας.

Οι πολιτικές της ΕΕ για την Ευρωπαϊκή Άμυνα και οι δευτερογενείς επιπτώσεις τους για την Ευρωπαϊκή Αμυντική Βιομηχανία

Tα νέα δύο χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΕ είναι του προγράμματος  ReArm Εurope, συγκεκριμένα το National Escape Clause (NEC) και το Security Action for Europe (SAFE), με το πρώτο να αυξάνει τον δημοσιονομικό χώρο κρατών-μελών αναφορικά με τις αμυντικές τους δαπάνες, κατά 650 δις ευρώ στο μέγιστο, και το δεύτερο να προσφέρει χαμηλότοκα δάνεια, συνολικού ύψους 150 δις ευρώ,  σε  δύο ή παραπάνω κράτη-μέλη που παραγγέλνουν από κοινού στρατιωτικούς εξοπλισμούς[1].  Στα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΕ πρέπει να συμπεριλάβουμε τις πρόσφατες αλλαγές στην χρηματοδοτική πολιτική της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ)[2] που αλλάζοντας τις ποσοστώσεις επί το βέλτιστο αναφορικά με το ποσοστό που κατευθύνεται στην άμυνα σε ένα προϊόν ή υπηρεσία διττής χρήσης ουσιαστικά αίρει πολλούς από τους περιορισμούς στην χρηματοδότηση αμυντικών εταιρειών από την ΕΤΕπ και ιδίως από κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capitals – VCs) σε νεοφυείς επιχειρήσεις.

Πρέπει επίσης να υπογραμμίσουμε την πρόσθετη σημασία, λόγω των παραπάνω, των εν εξελίξει προγραμμάτων έρευνας και ανάπτυξης  των European Defence Fund ( (EDF), όργανου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και Permanent Structured Cooperation (PESCO) που προωθεί την συνεργασία χωρών μελών της ΕΕ στο πεδίο της αμυντικής βιομηχανίας. Τα προγράμματα   αυτά, που συνιστούν την ερευνητική επισκόπηση των οπλικών συστημάτων και ευρύτερα τεχνολογιών της  μελλοντικής  στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ,  αποκτούν άλλη βαρύτητα ακριβώς λόγω της δεύτερης διοίκησης Τράμπ όπου έχουμε στην καλύτερη περίπτωση αμφιβολία για τις Αμερικανικές εξασφαλίσεις για την συλλογική άμυνα της Ευρώπης, στην δε χειρότερη   ευθεία  αντιπαλότητα  των ΗΠΑ  με την ΕΕ.  Άρα πρέπει σταδιακά να μειωθούν οι  εξαρτήσεις που αναδείχθηκαν από την συζήτηση για την αξιοπιστία των F35 των πολεμικών αεροποριών χωρών-μελών της ΕΕ, αλλά και άλλων αμερικανικών οπλικών συστημάτων που χρησιμοποιούν Ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις, σε περίπτωση γεωπολιτικής ρήξης με τις ΗΠΑ[3]. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει  παρά με την απόκτηση αυτονομίας που βασίζεται στον σχεδιασμό, ανάπτυξη και παραγωγή οπλικών συστημάτων εντός της ΕΕ, και άνευ εξαρτήσεων από τρίτες χώρες. Για αυτό άλλωστε, ως μελλοντική και δυνητική και μόνο απόκτηση στρατηγικής αυτονομίας  από την ΕΕ, οι ΗΠΑ είχαν εγείρει ενστάσεις για τον αποκλεισμό τους από τα προγράμματα PESCO και EDF ήδη από το 2019, επί πρώτης Διοίκησης Τράμπ[4].

Παράλληλα η  μεσοπρόθεσμη ανασκόπηση (midterm review) του Ταμείου Συνοχής, για την οποία ενημερώθηκαν στα τέλη Ιουλίου του 2025 τα κράτη-μέλη της ΕΕ,  κατευθύνεται, μεταξύ των άλλων, στο να παράσχει την  δυνατότητα στις χώρες-μέλη, μέχρι το τέλος του 2025, να επιλέξουν πού θα κατευθύνουν αδιάθετα κονδύλια του Ταμείου Συνοχής σε πεδία αυξημένου ενδιαφέροντος ιδίως λόγω των εξελίξεων που προέκυψαν μετά από τον σχεδιασμό του Ταμείου Συνοχής 2021-2027 την περίοδο 2019-2021 (δηλαδή πόλεμος στην Ουκρανία). Οι τομείς αυτοί συμπεριλαμβάνουν την αμυντική βιομηχανία, και τις μεταφορικές υποδομές διττής χρήσης (military mobility), αποδέκτες αυτών των πόρων μπορούν να είναι και μεγάλες επιχειρήσεις, ενώ η χρηματοδότηση  της ΕΕ φτάνει στο 100 %. Ο σχετικός κανονισμός ίναι σε διαβούλευση καιθα δημοσιευτεί εντός του φθινοπώρου του τρέχοντος έτους.

Είναι σαφές ότι οι αναπτυξιακές προοπτικές της Ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, που ενισχύονται από τις παραπάνω πολιτικές, θα προσελκύσουν σημαντικές επενδύσεις από τρίτες χώρες στις χώρες-μέλη της ΕΕ αλλά και από επενδυτές εντός της ΕΕ. Αυτό άλλωστε έχει ήδη διαπιστωθεί από τους διεθνείς επενδυτές χαρτοφυλακίου που έχουν τριπλασιάσει τις αποτιμήσεις των μεγάλων εισηγμένων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στον τομέα της άμυνας από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία μέχρι σήμερα[5].  Με άλλα λόγια τα προγράμματα  NEC και SAFE που εξαγγέλθηκαν, τόσο για τους επενδυτές χαρτοφυλακίου όσο και τους στρατηγικούς επενδυτές στον χώρο της Ευρωπαϊκής άμυνας, αποτελούν σαφή ένδειξη και παράμετρο της διαμορφούμενης αξίας της Ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, προφανώς υπό το καθεστώς τεκτονικών αλλαγών στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια γεωπολιτική τάξη πραγμάτων. Πιθανόν δε μάλιστα και οι δύο τάξεις αυτές επενδυτών να προεξοφλούν ότι η ΕΕ δεν θα παραμείνει σε αυτά τα εργαλεία λόγω των περιορισμών που έχουν ήδη αναδείξει. Σημειώνουμε ότι μόνο 16 από τις 27 χώρες μέλη της ΕΕ έχουν κάνει χρήση του  NEC,  από όπου απέχουν μεγάλες χώρες μέλη με ισχυρές αμυντικές βιομηχανίες όπως η Γαλλία και η Ιταλία.  Εύλογα λοιπόν αναμένονται  πρόσθετα μέτρα, όπως η δημιουργία ενός εξειδικευμένου χρηματοδοτικού μηχανισμού, ανάλογου του European Stability Mechanism, είτε η έκδοση ευρωομολόγων για την χρηματοδότηση  θεμελιωδών έργων για την κοινή Ευρωπαϊκή άμυνα, στο πλαίσιο των προτάσεων της Επιτροπής Ντράγκι[6].

Σε κάθε περίπτωση και αυτές οι δύο τάξεις επενδυτών λαμβάνουν ως δεδομένο, όπως προαναφέραμε, ότι οι αυξανόμενες  αμυντικές δαπάνες, κάθε κράτους-μέλους ξεχωριστά και συνολικά της ΕΕ, θα σημάνουν ανάλογα αυξημένη συμμετοχή (τη μερίδα του λέοντος για την ακρίβεια)  στις εξοπλιστικές παραγγελίεςεγκατεστημένων στην Ευρώπη αμυντικών βιομηχανιών, λόγω της σημασίας της εδραίωσης της στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ και της επιθυμίας ενίσχυσης από  κάθε κράτος μέλος της δικιάς του αμυντικής βιομηχανίας.  Αυτή η τάση είναι πλέον αδιαμφησβήτητη όπως βλέπουμε και από τις επιλογές  της Γερμανίας που σήμερα διαθέτει και το πιο φιλόδοξοι εξοπλιστικό πρόγραμμα στην ΕΕ[7]

Οι δε αυτές επενδύσεις, αναφορικά με το σε ποιες χώρες μέλη θα τοποθετηθούν, θα είναι προϊόν οικονομοτεχνικών παραμέτρων, όπως η παρουσία ελκυστικών προς εξαγορά εγχώριων εταιρειών, ισχύς του εγχώριου ερευνητικού οικοσυστήματος, όπως και γεωπολιτικών παραμέτρων όπου θα προσμετράται η σημασία της διμερούς σχέσης στην επιλογή του επενδυτικού προορισμού.

Η ιδιότητα του κρατους-μέλους της ΕΕ, σε μια εποχή που η αμυντική αγορά της ΕΕ θα προσεγγίζει σε μέγεθος την Αμερικανική λόγω των αυξανόμενων εθνικών και συλλογικών δαπανών στην ΕΕ των 27, είναι εξαιρετικά σημαντική. Ήδη από τη δόμηση των προγραμμάτων PESCO και EDF που προαναφέραμε, η ΕΕ και κατά προέκταση σημαντικά κράτη-μέλη έχουν σηματοδοτήσει ότι εταιρείες τρίτων χωρών δεν θα  απολαμβάνουν των ευνοϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων της ΕΕ άνευ όρων και προϋποθέσεων. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να δεχθούν ότι θα παράγουν σε Ευρωπαϊκό έδαφος, και θα δημιουργούν πνευματική ιδιοκτησία και γνώση μεθόδων  παραγωγής που, υπό την μορφή αμυντικών δυνατοτήτων θα είναι υπό των απώτατο έλεγχο της ΕΕ, και των κρατών μελών της.

Αναπόδραστα, οι κορυφαίες Αμερικανικές και Ισραηλινές αμυντικές εταιρίες, αλλά και άλλων φίλιων χωρών όπως η Ινδία, θα πράξουν σε κράτη-μέλη της ΕΕ αυτό που έπραξαν οι αντίστοιχες Ευρωπαϊκές, όπως  η EADS και η BAE, στις ΗΠΑ. Θα μεταφέρουν σε κράτη-μέλη της ΕΕ, όπως η Ελλάδα, παραγωγή και καινοτομική ικανότητα.

Οι επιπτώσεις των νέων πολιτικών της ΕΕ στην Ελληνική αμυντική βιομηχανία

Και τα δύο αυτά εργαλεία, NEC και SAFE,  λειτουργούν επιβοηθητικά στην αύξηση των αμυντικών δαπανών στην ΕΕ, αυξάνουν την ζήτηση για προϊόντα και υπηρεσίες της αμυντικής βιομηχανίας και ιδιαίτερα της Ευρωπαϊκής. Αυτή η αύξηση ζήτησης μπορεί να σημάνει μεγαλύτερο όγκο εργασιών για την ελληνική αμυντική βιομηχανία λόγω αυξημένων πωλήσεων στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις ή / και λόγω αυξημένων πωλήσεων στις Ένοπλες Δυνάμεις κρατών-μελών.

Η δημιουργία πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου από το NEC, αξίας 500 εκ. ευρώ, αναφορικά με τις αμυντικές δαπάνες της χώρας είναι σημαντική για την ελληνική αμυντική βιομηχανία τόσο αναφορικά με τον πρόσθετο όγκο εργασιών όσο και με την τομεακή εξειδίκευση αυτών των εργασιών. Από το δε SAFE η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να αποκομίσει δάνειο ύψους 787 εκ ευρώ.  Η χρήση αυτών των δύο εργαλείων από την Ελληνική κυβέρνηση καθίσταται εύλογη, παρόλες τις ήδη αυξημένες αμυντικές δαπάνες σε σχέση με το ΑΕΠ της χώρας, αν λάβουμε υπόψη δύο παραμέτρους. Πρώτον, την έλλειψη επενδύσεων σε αμυντικούς εξοπλισμούς, συμπεριλαμβανομένων των συντηρήσεων και αναβαθμίσεων του ήδη υφιστάμενου υλικού, κατά την διάρκεια της σχεδόν δεκαετούς δημοσιονομικής κρίσης. Δεύτερον, την μείωση του ΑΕΠ της χώρας που έχει ως συνέπεια τις περιορισμένες αμυντικές δαπάνες σε απόλυτους αριθμούς. Αναφέρουμε ενδεικτικά ότι η Σουηδία, που θα αφιερώσει το 2.4 % του ΑΕΠ της στην άμυνα το 2025, θα καταλήξει να έχει περίπου διπλάσιο αμυντικό προϋπολογισμό από ότι η Ελλάδα[8].

Θυμίζουμε ότι ο συνδυασμός των μνημονιακών  περιορισμών με την οξεία αμφισβήτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων από την Τουρκία οδήγησε σε μια απολύτως εύλογη προτίμηση αγορών ‘από το ράφι’, για να ενισχυθεί το ταχύτερο η αποτρεπτική ισχύ της χώρας  που ταυτόχρονα ενίσχυσε, ως δομικό στοιχείο  της αποτρεπτικής μας ισχύος, τις γεωπολιτικές συμμαχίες της χώρας. Αυτή η κατά τα άλλα ορθή επιλογή περιόρισε την δυνατότητα συμμετοχής της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στο εξοπλιστικό πρόγραμμα των ενόπλων δυνάμεων της χώρας. Μιλούμε δηλαδή για την αγορά πολεμικών αεροσκαφών Rafales και Belharra από την Γαλλία και των επικείμενων αγορών συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας από το Ισραήλ. Ανάλογα βέβαια έπραξαν άλλες χώρες της ΕΕ, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία εξαιτίας του γεγονότος ότι από την πτώση του Τείχους, το 1989, και έπειτα είχαν υποεπενδύσει στις αμυντικές τους βιομηχανίες. Άρα έπρεπε να προστρέξουν στις οικονομίες κλίμακας και ευρύ προϊοντικό φάσμα κυρίως της αμυντικής βιομηχανίας των ΗΠΑ. Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής επιλογής της χώρας έχει και μελλοντική επίδραση διότι μειώνει το διαθέσιμο 25 % στην συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στους εξοπλισμούς των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, που πρόσφατα ανακηρύχθηκε από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας (ΥΕΘΑ), διότι σημαντικό ποσοστό του Μακροπρόθεσμου Προγραμματισμού Αμυντικών Εξοπλισμών (ΜΠΑΕ), έχει ήδη δεσμευτεί σε εξοπλιστικά προγράμματα με πολύ μικρή ή μηδαμινή ελληνική βιομηχανική συμμετοχή[9].        Συγκεκριμένα ο ΣΕΚΠΥ, ο φορέας εκπροσώπησης των περισσότερων Ελληνικών αμυντικών βιομηχανιών, έχει υπολογίσει ότι η μέχρι τώρα συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στις σημαντικές εξοπλιστικές δαπάνες της χώρας, της μετα-μνημονιακής περιόδου, δεν ξεπερνά το 5 %[10].    Οι συνολικές ετήσιες πωλήσεις του κλάδου είναι στην γειτονία του του 1.5 δις ευρώ και κυρίως αφορούν εξαγωγές[11].  Δεν έχουμε ευρείς πληροφορίες για τον κλάδο λαμβανομένου υπόψη ότι η τελευταία σημαντική μελέτη ξεπερνά την δεκαπενταετία[12].  Επιπροσθέτως, σημαντικές εταιρίες με αντικείμενο την άμυνα δεν προέβαλαν την δραστηριότητα τους λόγω των δυνητικών αρνητικών επιπτώσεων στην χρηματιστηριακή αξία των μητρικών Ομιλών από την εφαρμογή των κριτηρίων ESG (Environmental, Social, Governance) που αντιμετώπιζαν αρνητικά τον αμυντικό κλάδο διεθνώς.

Άποψη μας λοιπόν είναι ότι τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία δίνουν την δυνατότητα, που πρέπει να αξιοποιηθεί, μεγαλύτερης συμμετοχής της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας είτε σε αναβαθμίσεις, πού ούτως ή άλλως επείγουν ιδίως στον Στρατό Ξηράς αλλά και στο Πολεμικό Ναυτικό, είτε σε νέες αγορές οπλικών συστημάτων στην βάση της συμπαραγωγής τους από την ελληνική αμυντική βιομηχανία.

Για να δώσουμε ως παράδειγμα τα οπλικά συστήματα του Στρατού Ξηράς, όπως άρματα μάχης, τεθωρακισμένα οχήματα μάχης, αυτοκινούμενα πυροβόλα, πολλαπλοί εκτοξευτές πυραύλων, ελικόπτερα μεταφοράς προσωπικού, χρήζουν αναβαθμίσεων και εν συνεχεία υποστήριξης. Η  αναβάθμιση αυτών  των μεγάλων αριθμητικά στόλων αυτών των οπλικών συστημάτων, και η επιλεκτική αγορά και συμπαραγωγή στην Ελλάδα νέων τέτοιων συστημάτων, θα ενισχύσει τις παραγωγικές αλλά και καινοτομικές δυνατότητες της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, λαμβανομένου υπόψη ότι οι νέες αναβαθμίσεις συμπεριλαμβάνουν τα μαθήματα του πολέμου της Ουκρανίας[13]. Σχετικώς, συμφωνίες εν συνεχεία υποστηρίξεως , αναβαθμίσεις και επιλεκτική αγορά νέων συστημάτων, με ελληνική βιομηχανική συμμετοχή,  θα ανανεώσουν τις βιομηχανικές συνεργασίες εταιρειών της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας με τις κορυφαίες Ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες και άρα δύναται να ανοίξουν πρόσθετες οδούς βιομηχανικής συνεργασίας

Σημειώνουμε ότι λόγω  των συμφωνιών offset του μεγάλου εξοπλιστικού προγράμματος που υλοποιήθηκε μετά την κρίση των Ιμίων, με όλες τις παθογένειες που επέσυραν, η χώρα απέκτησε  αξιόπιστους υπεργολάβους  μεγάλων αμυντικών εταιρειών της ΕΕ αλλά και των ΗΠΑ. Αυτοί οι  υπεργολάβοι στα χρόνια της δημοσιονομικής κρίσης κατέστησαν απόλυτα εξαγωγικοί, ως αξιόπιστοι κρίκοι  σε διεθνείς αλυσίδες παραγωγής. Συνεπώς είναι σε θέση να συμμετάσχουν σε αναβαθμίσεις, έργα εν συνεχεία υποστήριξης υφιστάμενων οπλικών συστημάτων, και συμπαραγωγές νέων συστημάτων,  των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Eνδεικτικά Οπλικά Συστήματα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων που απαιτούν εν συνέχεια υποστήριξη και / ή αναβαθμίσεις

Οπλικό Σύστημα Παραγωγοί
C-27J Spartan transport airplane Alenia Aeronautica, Leonardo, Alenia Aermacchi, Lockheed Martin
Leopard MBT Rheinmetall, Krauss Maffei
MEKO Frigates Blohm + Voss
NH90 AS332 utility military helicopter Airbus Helicopters, Leonardo, Fokker Aerostructures

Πηγή: δημοσιεύματα  του εξειδικευμένου αμυντικού τύπου

Τέτοιες αναβαθμίσεις  και επιλεκτικές αγορές, που θα βασίζονται σε υφιστάμενες δυνατότητες συμπαραγωγής,  θα ενισχύσουν την αποτρεπτική ισχύ των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Επιπρόσθετα θα συνδράμουν  και στις εξαγωγικές δυνατότητες των συμμετεχόντων  ελληνικών εταιρειών, διότι όλες οι σημαντικές Ένοπλες Δυνάμεις των χωρών μελών της ΕΕ αναβαθμίζονται στην λογική της επικράτησης σε ένα σενάριο ‘Μεγάλου Πολέμου’ – εκεί που για δεκαετίες, μετά το 1989, ήταν προσανατολισμένες σε εκστρατευτικές επιχειρήσεις κατά κύριο λόγο εναντίον ατάκτων δυνάμεων ανταρτών. Άρα μπορεί έτσι η ικανοποίηση των αναγκών των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων να ενισχύσει την θέση εταιρειών της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στις υπό διαμόρφωση και δυναμική ανάπτυξη πανευρωπαϊκές αλυσίδες παραγωγής.

Σχετικώς αναφέρουμε ότι οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης παρόλη την ισχυρότερη βιομηχανική τους παράδοση από αυτή της χώρας μας, τις δεκαετίες του 1990 και 2000, και ως το 2014 που η Ρωσία κατέλαβε την Κριμαία, είχαν παραμελήσει την αμυντική τους βιομηχανία και έτσι δεν συμπεριλήφθηκαν σε πανευρωπαϊκές αλυσίδες παραγωγής της αμυντικής βιομηχανίας όπως η Ελλάδα, λόγω των συμφωνιών offset του μεγάλου εξοπλιστικού προγράμματος στην μετά τα Ίμια εποχή[14].  Λόγω του ευρέως φάσματος αυτού του εξοπλιστικού προγράμματος οι ελληνικές επιχειρήσεις του κλάδου είναι συμμέτοχες σε αλυσίδες παραγωγής ή / και απέκτησαν τεχνογνωσία, ενδεικτικά στην κατασκευή αρμάτων μάχης, υποβρυχίων και φρεγατών, μαχητικών αεροσκαφών, πυραυλικών συστημάτων εδάφους αέρος κ.α.  Σε όλες αυτές τις κατηγορίες αμυντικών εξοπλισμών το σύνολο της Ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας έχει αποδυθεί σε έναν αγώνα αύξησης της παραγωγής και / ή αναβαθμίσεων των συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων ή αντικατάστασης τους με νέων[15].    Η ελληνική αμυντική βιομηχανία είναι λοιπόν δομικά ενταγμένη σε αυτή την διαδικασία.

Ενδεικτικές αγορές οπλικών συστημάτων που συμπεριλαμβάναν Ελληνική βιομηχανική  συμμετοχή[16]

Οπλικό Σύστημα Συμβολή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας μέσω συμφωνιών off-set Συμφωνημένη Ημερομηνία Παραλαβής
10 Mirage 20000 EG αναβάθμιση

(Γαλλία)

Διαμόρφωση σε Mirage 2000-5 Mk2 2007
3 T-214 υποβρύχια

(Γερμανία)

Συναρμολόγηση και κατασκευή  στην Ελλάδα 2006-2009
170 Leopard 2A5 MBTs

(Γερμανία)

Παραγωγή εξαρτημάτων 2006-2009
20 NH90 ελικόπτερα

(Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία)

Παραγωγή εξαρτημάτων Δεν υπάρχει διαθέσιμη ημερομηνία
1100 Stinger φορητά συστήματα αεράμυνας

(ΗΠΑ –  European Stinger Production Programme)

Παραγωγή εξαρτημάτων 1993-2004
Patriot συστήματα αεράμυν ας

ΗΠΑ

Παραγωγή εξαρτημάτων 2002-2004
30 F16 Block

Μαχητικά αεροσκάφη

ΗΠΑ

Εν συνεχεία υποστήριξη Δεν υπάρχει ημερομηνία

Η σημασία αυτής της θετικής εξαίρεσης, μια που γενικότερα η ελληνική βιομηχανία έχει ασθενή σύνδεση με διεθνείς αλυσίδες παραγωγής, αποκρυσταλλώνεται  αν αναλογιστούμε ότι  στο πρόγραμμα Recovery Resiliency Facility (RRF)  η Ελλάδα είναι τελευταία στην κατάταξη αναφορικά με την επίδραση στο ΑΕΠ της από την ζήτηση άλλων χωρών μελών, λόγω των δικών τους χρηματοδοτημένων από το RRF επενδύσεων. Αντίθετα πρωτοστατούν, ως ωφελούμενες από τις επενδύσεις του RRF άλλων χωρών-μελών, οι  χώρες-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, που βέβαια είναι απόλυτα ενταγμένες, αν εξαιρέσουμε, μέχρι πριν την εισβολή της Ουκρανίας, τον κλάδο της αμυντικής βιομηχανίας, σε πανευρωπαϊκές αλυσίδες παραγωγής όπως στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας και του μηχανολογικού εξοπλισμού[17].

Ειδικότερα τώρα για το πρόγραμμα SAFE πρέπει να εξερευνηθούν δυνατότητες χρήσης του  για την διαδικασία  ενοποίησης της αμυντικής  βιομηχανίας  της Ελλάδος με την Δημοκρατία της Κύπρου και την συμμετοχή χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.  Το πρότυπο σε αυτή την περίπτωση είναι ο υψηλός βαθμός βιομηχανικού και εξοπλιστικού συντονισμού των Σκανδιναβικών χωρών.  Εναλλακτικά θα μπορούσε να επιδιωχθεί η περαιτέρω σύγκλιση με χώρες της ΕΕ με τις οποίες η Ελλάδα θέλει για βιομηχανικούς και αμυντικούς λόγους να συσφίξει περισσότερο την συνεργασία, πρώτιστα η Γαλλία.  Σε κάθε περίπτωση οι ιδιαίτερα ευνοϊκοί όροι χρηματοδότησης από το SAFE  δύναται να απελευθερώσουν πρόσθετους δημοσιονομικούς πόρους της χώρας μας για σκοπούς που είναι έμμεσα συνδεδεμένοι με την ελληνική αμυντική βιομηχανία. Αναφερόμαστε κυρίως  στην αναβάθμιση της εκπαίδευσης και των επιχειρήσεων των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, αναβάθμιση απαραίτητη για την αμυντική καινοτομία.

Μέρος του πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου όμως θα έπρεπε να κατευθυνθεί και σε εταιρίες, είτε ήδη υφιστάμενες είτε νεοφυείς, είτε του αμιγώς αμυντικού τομέα, είτε του πολιτικού τομέα με αξιώσεις εισόδου στον αμυντικό τομέα, που είναι σε θέση να παραγάγουν αμιγώς ελληνικά αμυντικά προϊόντα υψηλής καινοτομίας.  Όπως αναφέραμε ιδίως μέσω της ΕΤΕπ, που επενδύει στα ελληνικά VCs, αλλά και συμπληρωματικά των διεθνών επενδυτών σε εταιρείες υψηλής καινοτομίας στον χώρο της άμυνας, τέτοιες ελληνικές εταιρείες έχουν ολοένα και μεγαλύτερες δυνατότητες χρηματοδότησης της καινοτομίας τους. Παράλληλα ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει αποδείξει πως σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα – των τριών ετών – νεοεισερχόμενες εταιρείες στον κλάδο της άμυνας μπορούν να   δημιουργήσουν συνθήκες απαξίωσης των προϊόντων κραταιών επί δεκαετίες αμυντικών βιομηχανιών. Οι δυνατότητες για την ελληνική αμυντική βιομηχανία  όχι μόνο να ανακτήσει το χαμένο έδαφος που την χωρίζει με την Τουρκική αμυντική βιομηχανία αλλά και να την υπερκεράσει σε τομείς που παραγάγουν ασύμμετρη αποτρεπτική ισχύ  παραείναι υψηλές για να αγνοηθούν. Πιθανόν λοιπόν το Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ) να μπορεί να ενισχυθεί περισσότερο μέσω του ReArm – αλλά και άλλων δυνατοτήτων όπως κατεύθυνσης αδιάθετων ποσών του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ή νέων δυνατοτήτων του Ταμείου Συνοχής.

Το ΥΕΘΑ πρέπει να αξιολογήσει το χαρτοφυλάκιο των ελληνικών συμμετοχών στα προγράμματα EDF και PESCO και να αποφασίσει ποια από αυτά είναι τα πλέον υποσχόμενα με βάση τρία κριτήρια. Την ικανότητα της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας να εισέλθει σε καινοτόμες τεχνολογίες, την μελλοντική συνεισφορά αυτών των συμμετοχών  στην αποτρεπτική ισχύ των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και την ενίσχυση, συνολικότερα, της θέσης της χώρας στο οικοδόμημα της συλλογικής Ευρωπαϊκής ασφάλειας. Ουσιαστικά μιλούμε για μια άλλη αντίληψη βάση της οποίας οι συμμετοχές σε αυτά τα προγράμματα δεν λειτουργούν ως έμμεση επιδότηση ερευνητικού προσωπικού και εξοπλισμού εταιρειών και ερευνητικών ομάδων, αλλά ως κορυφαία κατευθυντήρια γραμμή για την στρατηγική της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Eίναι ενθαρρυντικό από αυτή την άποψη ότι ο νέος φορέας χρηματοδότησης της αμυντικής καινοτομίας του ΥΕΘΑ, το ΕΛΚΑΚ, έχει αναλάβει την ευθύνη της υποστήριξης ή όχι προτάσεων χρηματοδότησης ελληνικών φορέων από το EDF[18].

Αναφορικά με τις δυνατότητες κατεύθυνσης αδιάθετων πόρων του Ταμείου Συνοχής στην αμυντική βιομηχανία η Ελληνική πλευρά, συντονιστικό κέντρο Αθήνας και περιφέρειες που ενδιαφέρονται, πρέπει να κινηθεί γρήγορα μέσα στο 2025 για τις απαραίτητες προτάσεις και ρυθμίσεις ώστε να δεσμευθούν  τα ποσά για το 2026-27. Η αρχική εκτίμηση είναι ότι τα ποσά για όλη την Ελλάδα για το 2026-27 είναι της τάξης του 1-3 δις ευρώ (15% των αδιάθετων 22 δις από τα περιφερειακά ταμεία).

Επειδή το αμυντικό cluster είναι συγκεντρωμένο στην Αττική (άνω του 70% συμμετοχών στο European Defence Fund, άνω του 80 % των εκθεσιακών περιπτέρων στην DEFEA, είναι φορείς με έδρα την Αττική[19]), αυτοί οι πόροι πρέπει να κατευθυνθούν κυρίως στις υπόλοιπες 12 Περιφέρειες της χώρας στον βαθμό που έχουν αμυντικές επιχειρήσεις (π.χ. METLEN στονΒόλο, Prisma στην Αλεξανδρούπολη, Sunlight στην Ξάνθη) ή σε ερευνητικά ιδρύματα και ερευνητικούς φορείς της περιφέρειας με ανάμειξη στην άμυνα, όπως το ThessIntec.

Επίσης η επένδυση στην στρατιωτική κινητικότητα  στην Ελλάδα είναι ευκαιρία να εξισορροπηθεί η ωφέλεια των αυξημένων αμυντικών δαπανών στο αμυντικό cluster της Αττικής λόγω του ότι η στρατιωτική κινητικότητα  αφορά κυρίως την Βόρεια Ελλάδα (π.χ. οι μεταφορικοί κόμβοι  Θεσσαλονίκης και Αλεξανδρούπολης). Η στρατιωτική κινητικότητα  , ως πολιτική εξόχως διττής χρήσης, δύναται να βελτιώσει μεταφορικές υποδομές που είναι κρίσιμες για την διεθνή ανταγωνιστικότητα  του πρωτογενή και δευτερογενή τομέα των περιφερειών Ηπείρου, Δυτικής Μακεδονίας, Κεντρικής Μακεδονίας και Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.

Επενδυτικές ροές, λόγω  των πολιτικών της ΕΕ για την άμυνα, στην ελληνική αμυντική βιομηχανία

Ειδικότερα με τις τρίτες χώρες, με την εξαίρεση του Ηνωμένου Βασιλείου και των χωρών της EFTA, που είναι τόσο γεωπολιτικά όσο και αξιακά εγγύτατες με τις χώρες μέλη της ΕΕ,   άρα δύναται να εξαιρεθούν από τους περιορισμούς συμμετοχής σε χρηματοδοτούμενους από την ΕΕ εξοπλισμούς, αυτές οι χώρες έχουν κάθε λόγο να επενδύσουν στην Ελλάδα αντί για την Τουρκία, παρόλο το μεγαλύτερο εύρος της Τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας.

Αναπόδραστα, όπως προαναφέραμε, οι κορυφαίες Αμερικανικές και Ισραηλινές αμυντικές εταιρίες, αλλά και άλλων φίλιων χωρών όπως η Ινδία, θα μεταφέρουν σε χώρες μέλη της ΕΕ, όπως η Ελλάδα, παραγωγή και καινοτομική δυνατότητα.  Είτε μέσω εξαγορών όπως ήδη έγινε με την εξαγορά της INTRACOM Defence από την Ισραηλινή ΙΑΙ, είτε μέσω joint ventures όπως συχνά συζητείται για την  Αμερικανική Lockheed Martin και πιο πρόσφατα με Ισραηλινές εταιρείες και την Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ).  Και η ναυπηγική μας βιομηχανία έχει ανάλογες δυνατότητες προσέλκυσης τέτοιων διεθνών συμπράξεων λόγω του δυναμισμού της. Εξού άλλωστε και η χρηματοδότηση από αναπτυξιακή τράπεζα της κυβέρνησης των ΗΠΑ  της εξαγοράς των ναυπηγείων Σύρου και Ελευσίνας[20], σε μία περίοδο που το Αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό έχει την ανάγκη να υποστηριχθεί  ναυπηγοεπισκευαστικά από ναυπηγεία φίλων χώρων λόγω της διαχρονικά φθίνουσας ναυπηγικής δραστηριότητας   στις ΗΠΑ[21]. Ο δυναμισμός του ναυπηγικού μας κλάδου  υ βασίζεται  στις δομικές  συνέργειες μεταξύ της ναυπηγοεπισκευαστικής δραστηριότητας, του ναυτιλιακού εξοπλισμού και της νεοφυής επιχειρηματικότητας, με την παγκόσμια ηγεμονική  ελληνική εμπορική ναυτιλία.

Στην δε περίπτωση χωρών όπως το Ισραήλ, την Ινδία και χωρών του Κόλπου, χωρών δηλαδή για τις οποίες η Τουρκία άμεσα ή έμμεσα  είναι στρατηγικός αντίπαλος, η  επένδυση στην ελληνική αμυντική βιομηχανία δεν συνιστά μόνο πρόσβαση την αναπτυσσόμενη αγορά της ΕΕ των 27 αλλά ταυτόχρονα ενίσχυση μιας σύμμαχης χώρας εις βάρος μιας εχθρικής.

Και βέβαια δεν πρέπει να αγνοούμε το γεγονός ότι τα χρηματοδοτικά εργαλεία και γενικότερα οι προοπτικές ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας λειτουργούν καταλυτικά στην εισροή επενδυτικών ροών προς την ελληνική αμυντική βιομηχανία, είτε από εταιρείες χωρών μελών της ΕΕ, είτε από ελληνικές εταιρείες της αμυντικής βιομηχανίας και συναφών κλάδων. Η υπό κρατικό έλεγχο Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ) προέβη σε σύσταση joint venture  με την Τσεχική MSM Export   για την παραγωγή βλημάτων 155 mm στο πλαίσιο της χρηματοδότησης από το πρόγραμμα Act in Support of Ammunition Production (ASAP) της ΕΕ  και παροχής αυτών των βλημάτων στις Ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις, που συνοδεύτηκε από επενδύσεις του Τσέχου εταίρου στις γραμμές παραγωγής της ΕΑΣ[22]. Σημειώνουμε ότι την ΕΑΣ διεκδίκησε ο ελληνικών συμφερόντων Όμιλος ONYX προφανώς επειδή διέγνωσε τις ίδιες αναπτυξιακές δυνατότητες. Eίναι ενδεικτικό λοιπόν των θετικών προοπτικών της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, ότι αλλοδαποί όσο και εγχώριοι στρατηγικοί επενδυτές ανταγωνίζονται για να συνεργαστούν με μέχρι πρότινος ζημιογόνες κρατικές επιχειρήσεις  Επίσης οι προοπτικές της Ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, αυξάνοντας τις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις και την πρόσβαση τους σε δανεισμό, ηγέτιδων ελληνικών εταιρειών στον αμυντικό κλάδο, τις επιτρέπουν σε ένα ενάρετο κύκλο είτε να επενδύσουν σε ήδη υφιστάμενες δραστηριότητες ή να προβούν σε σειρά εξαγορών άλλων αμυντικών εταιρειών, όχι μόνο στο εξωτερικό αλλά και στην Ελλάδα. Την πρώτη οδό επέλεξε η METLEN[23] και την δεύτερη ο Όμιλος EFA, ο οποίος είναι σε θέση να μοχλεύσει τις  τον διεθνώς ηγετικό ρόλο της θυγατρικής Theon International, στα όργανα νυχτερινής οράσεως, ώστε να εισέλθει σε άλλα συστήματα που συνδέονται με τον μαχητή όπως drones[24].

Τόσο οι στρατηγικοί επενδυτές – εγχώριοι, από άλλες χώρες μέλη της ΕΕ και από τρίτες χώρες – όσο και οι επενδυτές χαρτοφυλακίου αξιολογούν θετικά  τις προοπτικές της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας λόγω των προοπτικών ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Η γεωπολιτική ταυτότητα της χώρας προσθέτει στην ελκυστικότητα  ελληνικών εταιρειών του κλάδου.

Καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι η Ελληνική κυβέρνηση πρέπει να διαχειρισθεί ολιστικά το χαρτοφυλάκιο των αμυντικών εταιρειών που διαθέτει. Δηλαδή να αναλάβει όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες όπως ανακεφαλαιοποιήσεις, αναβάθμιση του μάνατζμεντ όπου αυτό απαιτείται, έξοδο από  το καθεστώς υπαγωγής στην κεντρική κυβέρνηση, που καθορίζει το μισθολόγιο με βάση τις απολαβές των δημόσιων υπαλλήλων, και έναρξη διαδικασιών ιδιωτικοποιήσεων ώστε να εισρεύσουν πολύτιμα κεφάλαια και τεχνογνωσία στις εταιρείες του χαρτοφυλακίου της.  Σε αυτό το χαρτοφυλάκιο συμπεριλαμβάνουμε την ΕΑΒ, την ΕΑΣ αλλά και την Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων (ΕΛΒΟ) που ενεπλάκη σε αποτυχημένη ιδιωτικοποίηση και ίσως πρέπει να περιέλθει εκ νέου στο δημόσιο έλεγχο πριν επαναιδιωτικοποιηθεί, όπως και το στρατιωτικό εργοστάσιο ιματισμού και υπόδησης.  Όσο πιο ολιστικό και αποτελεσματικό καταστεί ένα τέτοιο έργο ενεργητικής διαχείρισης αυτών των εταιρειών τόσο περισσότερους κεφαλαιουχικούς και τεχνογνωσιακούς πόρους θα προσελκύσουν αυτές οι εταιρείες, επ’ωφελεία της ανάπτυξης της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.  Ανάπτυξη που θα προέλθει και από την   επιτυχή ανταπόκριση στο 25 % συμμετοχής της αμυντικής βιομηχανίας στους από τούδε εξοπλισμούς των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων όσο και από τις εξαγωγικές δυνατότητες που θα προκύψουν λόγω των αυξανόμενων αμυντικών δαπανών εντός της ΕΕ.

Οι ευρωπαϊκές πολιτικές, για την άμυνα και ευρύτερα, και το Civil Military Fusion (CMF) στην Ελλάδα

Εδώ και δεκαετίες η σχέση καινοτομίας και άμυνας έχει σε σημαντικό βαθμό αναστραφεί με τον πολιτικό τομέα να τροφοδοτεί, σε μεγαλύτερο βαθμό, με καινοτομία των στρατιωτικό (Civil-Military Fusion – CMF).  Η αντίστροφη αυτή τάση έχει προκαλέσει σε επίπεδο ΕΕ σειρά πολιτικών που εστιάζονται στην υποστήριξη της ανάπτυξης προϊόντων διττής χρήσης σε κρίσιμους τομείς όπως στην αεροδιαστημική και την πληροφορική[25]. Η τάση αυτή, πέρα ότι αποτελεί μια πρόκληση πολιτικής στην οποία κρίνεται κατά πόσο οι ΗΠΑ θα διατηρήσουν ή απωλέσουν την στρατιωτική υπεροχή έναντι της Κίνας, αποκρυσταλλώθηκε στον Ρώσο-ουκρανικό πόλεμο. Ειδικότερα εκτιμάται ότι η Ουκρανική πολεμική μηχανή στα τρία αυτά χρόνια του πολέμου μπόρεσε να ανταπεξέλθει έναντι  της Ρωσικής υπεροπλίας επειδή  δημιούργησε μια νέα αμυντική βιομηχανία που συμπλήρωσε την παραδοσιακή (Σοβιετικής προέλευσης) αμυντική της βιομηχανία. Αυτή η νέα βιομηχανία βασίστηκε σε τεχνογνωσία και πρωτοβουλίες πολιτικής προέλευσης και όχι στρατιωτικής ώστε να καταστεί εφικτό ‘ο μικρότερος Σοβιετικός Στρατός να ανταπεξέλθει του μεγαλύτερου Σοβιετικού Στρατού’.

Η πρόκληση πολιτικής του CMF αφορά βέβαια και την χώρα μας όπου ένας μικρότερος Νατοϊκός Στρατός, ο Ελληνικός,  καλείται να αποτρέψει έναν μεγαλύτερο Νατοϊκό Στρατό, τον Τουρκικό, πόσο μάλλον που ο μεγαλύτερος αυτός Νατοϊκός Στρατός διαθέτει και μια μεγαλύτερη αμυντική βιομηχανία.  Η δε αμυντική και οικονομική πρόκληση είναι κοινή μια που όσο περισσότερο επιτυγχάνει το CMF στην Ελλάδα τόσο θα ενισχύεται η ελληνική αποτρεπτική ισχύ όσο και θα ενισχύεται και η διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής αμυντική βιομηχανίας.  ;Oλες οι ένοπλες δυνάμεις  των Ευρωπαϊκών χωρών βασίζουν την αναβάθμιση τους σε σημαντικό βαθμό στα μέσα και τις δυνατότητες που θα τους παρέχει το CMF[26], ακόμα και αν αυτά τα μέσα και δυνατότητες δεν προέρχονται από γηγενείς επιχειρήσεις. Είναι ενθαρρυντικό από αυτή την σκοπιά ότι επιφανείς επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας και διττής χρήσης, ελληνικής ιδιοκτησίας, είτε νεοφυείς, είτε εδραιωμένες επιχειρήσεις,  έχουν πωλήσεις σε Υπουργεία Άμυνας σύμμαχων χωρών πριν ακόμα προμηθεύσουν τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις[27].

Βλέπουμε τρεις κυρίως πηγές εισροών τεχνογνωσίας στην χώρα μας, που δημιουργήθηκαν σε σημαντικό βαθμό λόγω χρηματοδοτικών εργαλείων της ΕΕ (συμπεριλαμβανομένης και της ΕΤΕπ) που με τις κατάλληλες πολιτικές είναι σε θέση να θεμελιώσουν την ελληνική εκδοχή του CMF.

Πρώτον, την ερευνητική κοινότητα η οποία έχει αποκτήσει ένα σημαντικότατο χαρτοφυλάκιο γνώσεων και ερευνητικών προσεγγίσεων σε γνωστικά πεδία και τομείς πολιτικής διττής χρήσης, π.χ. τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών,  αεροδιαστημική, θαλάσσιες επιστήμες, επιστήμες υλικών, ναυπηγική, πολιτική προστασία, κινητικότητα, logistics.  Αυτό το χαρτοφυλάκιο έχει αποκτηθεί σε βάθος χρόνου που προσεγγίζει την εικοσαετία, συχνά σε συνεργασία της ερευνητικής κοινότητας με ελληνικές και αλλοδαπές επιχειρήσεις βασιζόμενη σε ανταγωνιστικά προγράμματα, είτε συγχρηματοδοτούμενα κυρίως από τα ΕΣΠΑ είτε αμιγώς ευρωπαϊκά, όπως  από το European Research Council (ERC).

Όμως οι σχετικές ερευνητικές ομάδες στην χώρα μας βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε αυτά τα ανταγωνιστικά προγράμματα, εγγενώς απρόβλεπτα, σχετικά βραχυχρόνια και, όταν δεν είναι συνχρηματοδοτούμενα, όχι με βάση τις εθνικές προτεραιότητες.  Για να μπορέσουν να αξιοποιήσουν το επιστημονικό τους απόθεμα, για τον σκοπό του CMF, θα απαιτηθεί από το ΥΕΘΑ, μέσα από μια ανταγωνιστική διαδικασία σε τομείς αιχμής, να επιλέξει για τακτική χρηματοδότηση σε πενταετείς κύκλους τις πλέον υποσχόμενες ομάδες στα πλέον υποσχόμενα πεδία.

Συμπληρωματικά το ΥΕΘΑ θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει ένα ετήσιο open call  για χρηματοδότηση, στην βάση του CMF, ερευνητικών συμπράξεων μεταξύ ερευνητικών ομάδων και επιχειρήσεων , της τάξης των 500 χιλ – ενός εκ ευρώ έκαστης σύμπραξης, και των ερευνητικών έργων που αυτές οι συμπράξεις θα προτείνουν. Έτσι θα προκύψει έρευνα και ανάπτυξη σε αμυντικά προϊόντα και υπηρεσίες που ξεπερνούν την γνώση που ενυπάρχει στις Ένοπλες Δυνάμεις. Ένα τέτοιο εργαλείο  θα σεβαστεί την πραγματικότητα ότι ο πολιτικός τομέας διεθνώς, ερευνητικός και επιχειρηματικός, έχει ευρύτερη αντίληψη  από αυτή ακόμη και των πιο προηγμένων Ενόπλων Δυνάμεων, του τι μπορεί να προσφέρει στην αμυντική προσπάθεια η διαθέσιμη γνώση διττής χρήσης. Τα πλέον υποσχόμενα αυτών των έργων, το ένα στα δέκα, θα μπορούσαν στην συνέχεια να λάβουν πρόσθετη δεκαπλάσια χρηματοδότηση, 5 με  δέκα εκατ. ευρώ έκαστο, ώστε να προχωρήσουν το δυνητικό αμυντικό προϊόν ή υπηρεσία στα επόμενα επίπεδα τεχνολογικής ετοιμότητας.

Σχετικώς το ΕΛΚΑΚ μέσα από τις διαγωνιστικές διαδικασίες του έχει ήδη εντοπίσει 300 ελληνικές και επιχειρήσεις και ερευνητικές ομάδες, αριθμός που ξεπερνά κατά πολύ τις αναθέσεις έργων στις οποίες θα προχωρήσει βάσει των προσδιοριζόμενων αναγκών των Ενόπλων Δυνάμεων[28].    Με μία αύξηση του προϋπολογισμού του λοιπόν το ΕΛΚΑΚ θα μπορούσε να επιταχύνει, με πολιτικές σαν την προαναφερόμενη, την παραγωγή εγχώριας αμυντικής καινοτομίας και την ικανότητα της να παραγάγει ασύμμετρη ισχύ.

Δεύτερον, ως πηγή που μπορεί να τροφοδοτήσει το CMF, είναι οι εταιρείες πληροφορικής που συμμετείχαν σε έργα ψηφιοποίησης του δημοσίου χρηματοδοτούμενα κυρίως από το RRF καθώς και οι τεχνοκράτες, κυρίως των Υπουργείων Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Πολιτικής Προστασίας, που σχεδίασαν τους σχετικούς διαγωνισμούς και σήμερα επιβλέπουν τα έργα που υλοποιούνται. Παράγοντες της αγοράς υπογραμμίζουν ότι τα έργα του RRF κατεξοχήν απαίτησαν την ανάπτυξη τεχνολογιών και μεθόδων διττής χρήσης όπως η κυβερνοασφάλεια, η ανάλυση δεδομένων  και η τεχνητή μάθηση.   Μια που στην περίπτωση της Ουκρανικής πολεμικής προσπάθειας το Υπουργείο Ψηφιακού Μετασχηματισμού είναι από τα πλέον επιδραστικά, εκτιμούμε ότι αυτό το επιχειρηματικό-διοικητικό πλέγμα θα πρέπει να μεταφερθεί στο ΥΕΘΑ.  Οι μεν εταιρείες ήδη σχεδιάζουν την είσοδο τους στον αμυντικό χώρο[29] απαιτείται όμως να θεσμοθετηθεί η συνεργασία αυτών το δύο Υπουργείων, ΥΕΘΑ  και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, για δύο λόγους. Πρώτον ώστε  να καταβληθεί προσπάθεια τα πλέον σχετικά έργα του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης με την ελληνική αμυντική προσπάθεια να συνδεθούν οργανικά με αυτήν.  Δεύτερον, ώστε το ΥΕΘΑ να αποκτήσει την εμπειρία του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης στην ανάθεση έργων στον τομέα της πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών που, μεταξύ των άλλων, απαιτούν διαρκή όσο και έγκαιρη επικαιροποίηση.

Τρίτον,  αναφορικά με το CMF, έχουμε τις νεοφυείς επιχειρήσεις του εξωτερικού που έχουν ιδρυθεί από Έλληνες και Ελληνίδες και ερευνητές και ερευνήτριες ελληνικής καταβολής  στις ΗΠΑ που μπορούν να επαναπατριστούν λόγω της αντιπαλότητας της Διοίκησης Τράμπ με την αμερικανική ερευνητική κοινότητα.  Και οι δύο αυτές κοινότητες είναι εγνωσμένες οντότητες στην Ελλάδα στην πρώτη περίπτωση διότι τα ελληνικά VCs τοποθετούν κεφάλαια σε ελληνικού ενδιαφέροντος νεοφυείς επιχειρήσεις της αλλοδαπής ώστε να μεταφέρουν μέρος της δραστηριότητας έρευνας και ανάπτυξης στην χώρα, στην δεύτερη λόγω των κοινών καταβολών και διαχρονικών συνεργασιών μεταξύ της εν Ελλάδι ερευνητικής κοινότητας και της ελληνικής ερευνητικής κοινότητας στις ΗΠΑ.

Για τις μεν νεοφυείς επιχειρήσεις, σε πεδία διττής ή αμιγώς αμυντικής χρήσης, οι πολιτικές προσέλκυσης τους αφορούν  την βελτίωση του καθεστώς προμηθειών του ΥΕΘΑ καθώς και την αύξηση των δαπανών του σε αγορά αμυντικών προϊόντων υψηλής τεχνολογίας και εγχώριας παραγωγής.  Υπο αυτούς τους  όρους τα ελληνικά VCs θα μπορούσαν να προσελκύσουν στην Ελλάδα εξαιρετικά καινοτόμες νεοφυείς επιχειρήσεις  μια που αυτές οι επιχειρήσεις θα έχουν   την προοπτική εισόδου στην ευρωπαϊκή αμυντική αγορά  με πρώτο πελάτη τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.Σημειώνουμε ότι μέχρι τώρα τα VCs προσέλκυαν τέτοιες  νεοφυείς επιχειρήσεις στην χώρα μας, μοχλεύοντας τα επενδυτικά κεφάλαια της ΕΤΕπ που διαχειρίζονται,  στην βάση και μόνο πρόκτησης, από αυτές τις νεοφυείς επιχειρήσεις καλών ομάδων, ανταγωνιστικού κόστους, μηχανικών πληροφορικής κυρίως για τις δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης.

Για την δε Ελληνική ερευνητική κοινότητα των   ΗΠΑ όπου εικάζουμε ότι συμπεριλαμβάνει την μερίδα του λέοντος σε κρίσιμα γνωστικά πεδία, για την αμυντική βιομηχανία, όπως αυτό  της αεροδιαστημικής – όπου 159 Έλληνες επιστήμονες σε αυτό το πεδίο είναι εκτός Ελλάδας και μόλις 57 είναι στην Ελλάδα[30] –  εισηγούμεθα η Πολιτεία να βασιστεί σε εθνικούς πόρους για την προσέλκυση τους στην Ελλάδα, βάση και της τακτικής χρηματοδότησης της έρευνας..  Λαμβανομένου υπόψη το δεδομένο ότι τέτοιοι εξέχοντες επιστήμονες θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα  των ελληνικών προτάσεων χρηματοδότησης ερευνητικών έργων από την ΕΕ, η προσέλκυση τους θα είναι επωφελής για την χώρα σε ταμειακή βάση, επωφελέστερη δε λόγω της μεταφοράς τεχνολογίας στην αμυντική βιομηχανία της χώρας και άρα στην ικανότητα της να δημιουργεί  εθνικές όσο και οικονομικές υπεραξίες.

Εξίσου σημαντικό είναι όμως αυτοί οι πρόσθετοι πόροι  να μπορούν να συνοδευτούν από ένα ριζοσπαστικά αναβαθμισμένο καθεστώς αμυντικών προμηθειών.Ένα από τα κύρια μαθήματα του πολέμου στην Ουκρανία[31] είναι η ανάγκη   υιοθέτησης ενός θεσμικού και διοικητικού περιβάλλοντος προμηθειών που συνάγει με την εγγενή ταχύτητα του CMF, δηλαδή την ενσωμάτωση στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ταχέως εξελισσόμενων τεχνολογιών διττής χρήσης.

Σημειώνουμε ότι η Ελλάδα αποτελεί τον κανόνα και όχι την εξαίρεση στον δυτικό κόσμο, και βέβαια στην ΕΕ,  αναφορικά με την χρονοβόρα διαδικασία προμήθειας αμυντικού εξοπλισμού, όπου προέχει η διαφάνεια και η λογοδοσία και όχι η αποτελεσματικότητα. Στην περίπτωση δε της χώρας μας αυτή η προτεραιοποίηση, στην περίοδο προ του πολέμου στην  Ουκρανία, είχε επαυξηθεί λόγω των σκανδάλων του μεγάλου εξοπλιστικού προγράμματος στην μετά τα Ίμια εποχή.

Διεθνώς πλέον η τάση αυτή αναστρέφεται έχοντας καταστεί ύψιστη προτεραιότητα αμυντικής πολιτικής μιας χώρας να πριμοδοτηθεί η αποτελεσματικότητα, κυρίως όσων αφορά την σύντμηση του χρόνου των αμυντικών προμηθειών. Αξίζει εδώ να αναφερθούμε στο σχετικό χωρίο της πρόσφατα δημοσιοποιημένης αμυντικής στρατηγικής του Ηνωμένου Βασιλείου: «Αντλώντας μαθήματα από τον πόλεμο στην Ουκρανία και καθιστούμενο ικανό , λόγω οργανωτικών αλλαγών της Μεταρρύθμισης της Άμυνας, το σύνολο της Άμυνας [του Ηνωμένου Βασιλείου]… θα πρέπει να καθοδηγηθεί  από την λογική του κύκλου της καινοτομίας – ικανό να εντοπίσει, αγοράσει, και χρησιμοποιήσει την καινοτομία,  μεταφέροντας την από την σύλληψη  στην πρώτη γραμμή  με ταχύτητα»[32].   Και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο όμως πρόσφατα δόθηκε το μήνυμα ότι η    Ουκρανία αποτελεί πρότυπο για την σχέση ενόπλων δυνάμεων και αμυντικής βιομηχανίας μια που έμαθε την Ευρώπη «όχι μόνο πώς να εφεύρεις τον σύγχρονο πόλεμο αλλά πώς να φτιάξεις μια σύγχρονη αμυντική βιομηχανία»[33].

Ιδίως αναφορικά με το καθεστώς των αμυντικών  προμηθειών, πέρα από την εισαγωγή των όποιων προτύπων προκύψουν από άλλες χώρες-μέλη της ΕΕ αλλά και από την ίδια την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πρέπει να υπάρξει ειδική μέριμνα ώστε να αντιμετωπισθούν ειδικότερες ελληνικές παθογένειες που καλύπτουν ένα σημαντικό εύρος: από την έλλειψη εμπιστοσύνης του επιχειρηματικού κόσμου γενικότερα στην ακεραιότητα των διαγωνιστικών διαδικασιών του ελληνικού δημοσίου[34] μέχρι την αναχρονιστική πρακτική του Ελεγκτικού Συνεδρίου του καθολικού άνω ενός ποσού ex ante ελέγχου όλων των δημόσιων συμβάσεων, αντί για τoν ex post ενδεικτικό έλεγχο, όπως πράττουν οι σύγχρονοι δημόσιοι ελεγκτικοί φορείς[35].  Ενδεικτικά για να αντιμετωπιστούν αυτά τα εγγενώς ελληνικά προβλήματα θα μπορούσε να ενισχυθεί το ΔΣ του ΕΛΚΑΚ με διαπρεπείς επιστήμονες της ελληνικής διασποράς, επιπέδου Ivy League, καλύπτοντας τα έξοδα μετακίνησης και διαμονής τους ώστε να μπορούν να συμμετάσχουν δια ζώσης στις συνεδριάσεις του ΔΣ.  Μια τέτοια  επιλογή θα ενίσχυε την εμπιστοσύνη των εγχώριων αμυντικών εταιρειών στην ακεραιότητα των σχετικών διαγωνισμών.Θα έστελνε επίσης ένα ισχυρότατο μήνυμα στις καινοτόμες εταιρίες του εξωτερικού, υπο ελληνική ιδιοκτησία, ότι η εθνική άμυνα είναι και δική τους υπόθεση. Το δε Ελεγκτικό Συνέδριο θα μπορούσε να μεταβεί στο καθεστώς των ex post αντί για ex ante ελέγχων για το σύνολο των συμβάσεων του ελληνικού δημοσίου.

Καταληκτικές Παρατηρήσεις

Οι ευρωπαϊκές πολιτικές για την άμυνα αυτές καθαυτές, όσο και οι δευτερογενείς προεκτάσεις τους στην ροή επενδυτικών κεφαλαίων  στην αμυντική βιομηχανία και η συνέργια τους με άλλες ευρωπαϊκές πολιτικές συνιστούν βασική παράμετρο της ανάπτυξης της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.

Ο πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος  και το φθηνό κόστος χρήματος για κοινές προμήθειες του ReARM καθώς και η είσοδος της ΕΤΕπ  στην χρηματοδότηση της άμυνας, εφόσον μεγιστοποιηθεί η αξιοποίηση τους, επιτρέπουν στην ελληνική κυβέρνηση να αυξήσει την χρηματοδότηση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.  Λαμβανομένου υπόψη των ευρύτερων δημοσιονομικών περιορισμών της χώρας αλλά και της αρχικής ανάγκης αγοράς οπλικών συστημάτων αιχμής από σύμμαχες χώρες,  με μικρή ελληνική βιομηχανική συμμετοχή, πραγματικά δεν περισσεύει ούτε ένα ευρώ από τα νέα αυτά χρηματοδοτικά εργαλεία που είναι στην διάθεση της χώρας μας.  Η δε απόδοση αυτών των πρόσθετων κεφαλαίων δύναται να έχει υψηλή οικονομική, στρατιωτική και γεωπολιτική αξία μια που μπορούν  α) να ενισχύσουν την θέση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στις Ευρωπαϊκές αμυντικές αλυσίδες παραγωγής, θέση που χτίστηκε λόγω του μεγάλου εξοπλιστικού προγράμματος την μετά τα Ίμια αποχή 2) να αποδώσουν οικονομίες κλίμακας για την αμυντική μας βιομηχανία σε συνεργασία με γεωπολιτικούς μας εταίρους, προεξάρχουσας της Δημοκρατίας  της Κύπρου 3) να μοχλεύσουν την σωρευμένη δικτύωση των ελληνικών VCs με εταιρείες υψηλής τεχνολογίας του εξωτερικού που έχουν Έλληνες ιδρυτές.

Όπως έχουμε διαπιστώσεις και από τις εξελίξεις στην ελληνική αμυντική βιομηχανία, τα χρηματοδοτικά εργαλεία αυτά της ΕΕ, επειδή ακριβώς είναι κατά κύριο λόγο προσπελάσιμα σε εγκατεστημένες στην Ευρώπη εταιρείες, ενώ ταυτόχρονα αυξάνουν το μέγεθος της Ευρωπαϊκής αμυντικής αγοράς, καθιστούν όλες τις εταιρίες του αμυντικού κλάδου, συμπεριλαμβανομένων και των ελληνικών, ελκυστικούς επενδυτικούς προορισμούς. Καταρχήν για τους ίδιους τους μετόχους τους και αμέσως μετά για άλλες αμυντικές εταιρίες, είτε Ευρωπαϊκές είτε τρίτων χωρών.     Για αυτό επείγει η ελληνική κυβέρνηση να διαχειριστεί ενεργά το χαρτοφυλάκιο των υπό κρατικό έλεγχο αμυντικών  εταιρειών, ιδίως της ΕΑΒ, ώστε να προσελκύσει πρόσθετα  κεφάλαια στην ελληνική αμυντική βιομηχανία, μεγεθύνοντας την σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Η ανάπτυξη της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας μπορεί και πρέπει να περιέλθει μέσα από την μόχλευση πρόσθετων εθνικών πόρων, στην λογική του CMF, σωρευμένης γνώσης διττής χρήσης που δημιουργήθηκε από την χρηματοδότηση δύο δεκαετιών της έρευνας στην Ελλάδα από την ΕΕ όπως από το ERC και τα Ταμεία Συνοχής καθώς και πιο πρόσφατα από τα έργα του RRF, ιδίως στον τομέα της ψηφιοποίησης. Όπως είδαμε και στην Ουκρανία το CMF είναι ικανό να δημιουργήσει ασύμμετρη στρατιωτική ισχύ, απαξιώνοντας αμιγώς στρατιωτικής έμπνευσης οπλικά συστήματα που παράγουν αμυντικές βιομηχανίας εχθρικών χωρών.  Υπόσχεται έτσι και την ταχεία ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας απέναντι της Τουρκίας ανατρέποντας έτσι την εδώ και έτη εδραιωμένη κατάσταση όπου ο Τουρκικός αναθεωρητισμός,   εις βάρος της Ελλάδας, ενισχύεται από την υπεροχή της Τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας έναντι της ελληνικής.

Ο εθνικός αυτός στόχος έχει και κατεξοχήν οικονομική διάσταση μια που οι τεχνολογίες ελληνικής επινόησης, που θα μπορούσαν να εδραιώσουν μια τέτοια ανατροπή, εξορισμού αποτελούν ζητούμενο στο σύνολο της διευρυμένης Ευρωπαϊκής αμυντικής αγοράς.  Για να υπάρξει επιτυχές ελληνικό CMF όμως, πέρα από την ανάγκη λελογισμένης εθνικής χρηματοδότησης της αμυντικής έρευνας και ανάπτυξης, πρέπει το αμυντικοβιομηχανικό σύμπλεγμα της χώρας να ξεπεράσει τις αγκυλώσεις και το έλλειμμα εμπιστοσύνης που διατρέχει το καθεστώς αμυντικών και γενικότερα  δημόσιων προμηθειών στην χώρα. Άλλωστε αυτή την μάχη θα την δώσει κάθε χώρα μέλος της ΕΕ  με φιλοδοξία να αποκτήσει η αμυντική της βιομηχανία ισχυρή θέση σε μια ενιαία Ευρωπαϊκή αμυντική αγορά. Δηλαδή η συλλογική στρατηγική αυτονομία της ΕΕ θα χτιστεί και μέσα από αυτό ακριβώς τον ανταγωνισμό των χωρών-μελών για το ποια χώρα, κατά αναλογία πάντα με το μέγεθος της και εγγενή πλεονεκτήματα της, θα αποκτήσει το πιο υποστηρικτικό εθνικό περιβάλλον, διοικητικό και θεσμικό, για την παραγωγή καινοτομίας από την αμυντική της βιομηχανία.

 

 

 

 

 

 

 

 

[1] Questions and Answers on ReArm Europe Plan / Readiness 2030, European Commission, 19 Μαρτίου 2030  https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/pt/qanda_25_790

[2] Strengthening Europe’s security and defence industry Investing in our Safety, European Investment Bank. https://www.eib.org/en/projects/topics/security-defence/index

[3] Hal Brands, Τrump’s Τhreats and Tariffs are a Global ‘Kill Switch’, Bloomberg Opinion, 4 Απριλίου, 2025. https://www.bloomberg.com/opinion/articles/2025-04-04/trump-s-threats-and-tariffs-are-a-global-kill-switch

[4] Daniel Fiott, The Poison Pill – EU defence on US terms?, European Union Institute for Security Studies, Brief 7, Ιούνιος 2019 https://www.iss.europa.eu/publications/briefs/poison-pill-eu-defence-us-terms

[5] Olie Smith, What’s next on the European Defence Stock Rally, Equity Research & Insights, mornisgstar.com, 6 Ιουνίου 2025. https://global.morningstar.com/en-gb/stocks/whats-next-european-defense-stock-rally

[6] Samuel De Lemos Peixoto, Giacomo Lio, Ronny Mazzocchi, Implementing defence financing and spending under the Economic Governance Framework, Economic Governance and EMU Scrutiny Unit, European Parliament, Μάιος 2025. https://www.europarl.europa.eu/RegData/etudes/IDAN/2025/764381/ECTI_IDA(2025)764381_EN.pdf

[7] Chris Lunday, Germany’s 80 b. euro rearmament plan sidelines US weapons. Politico, 23 9 2025. https://www.politico.eu/article/germanys-defense-donald-trump-air-defense-washington-us-weapons/

[8] Progress and Shortfalls in Europe’s Defence – An Assessment, International Institute for Strategic Studies, September 2025, https://www.iiss.org/publications/strategic-dossiers/progress-and-shortfalls-in-europes-defence-an-assessment/introduction/

[9] Σάββας Βλάσσης, Τι ισχύει τελικά με το 25 % «ελληνικής συμμετοχής» στους εξοπλισμούς;”, Δούρειος Ίππος, 12 Μαΐου 2025.

[10]Λέττα Καλαμαρά, Η εθνική αμυντική βιομηχανία θέλει μερίδιο από τον επαναεξοπλισμό της Ευρώπης, Ναυτεμπορική, 22 Μαρτίου 2025, https://www.naftemporiki.gr/business/1936176/i-elliniki-amyntiki-viomichania-thelei-meridio-apo-ton-epanexoplismo-tis-eyropis/

[11]Ibid.

[12] Παρασκευή  Βλάχου, Αμυντική Βιομηχανία, 222 Κλαδική Μελέτη, Μονάδα Κλαδικών Μελετών, ΙΟΒΕ, Μάρτιος 2009 (αδημοσίευτη)

[13] Βλ. σχετικά την ανάλυση για το αρματικό δυναμικό των Ευρωπαϊκών χωρών, όπου η Ελλάδα έχει και έναν από τους μεγαλύτερους στόλους αρμάτων μάχης, Building Defence Capacity in Europe: an assessment, The International Institute for Strategic Studies, Νοέμβριος 2024, σελ. 40-41. https://www.iiss.org/publications/strategic-dossiers/building-defence-capacity-in-europe-an-assessment/

[14] Βλ. για μια σύγκριση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας με αυτές των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, Antonis Kamaras, A Strategy for Greece’s Defence Technological Industrial Base, Policy Paper 181, Μάιος 2025. https://www.eliamep.gr/en/a-strategy-for-greeces-defence-technological-industrial-base/

[15]Building Defence Capacity in Europe: An Assessment. Routledge, 2024

https://www.iiss.org/publications/strategic-dossiers/building-defence-capacity-in-europe-an-assessment/

[16] Παρασκευή  Βλάχου, Αμυντική Βιομηχανία, 222 Κλαδική Μελέτη, Μονάδα Κλαδικών Μελετών, ΙΟΒΕ, Μάρτιος 2009 (αδημοσίευτη)

[17] Βλ. Ann Michels, Daria Ciriaci, et al, Economic Impacts of the Recovery and Resiliency Facility, New Insights at sectoral level and the case of Germany, Discussion Paper 221, DG Economic and Financial Affairs, Paper 221, Μάιος 2025. https://economy-finance.ec.europa.eu/publications/economic-impacts-recovery-and-resilience-facility-new-insights-sectoral-level-and-case-germany_en

[18] ΕΛΚΑΚ, Αλλαγή στις διαδικασίες υποστήριξης εκ μέρους του ΥΕΘΑ των προτάσεων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας (EDF). https://www.elkak.gr/allagi-stis-diadikasies-ypostirixis-ek-meroys-toy-ypetha-protaseon-poy-ypoballontai-sto-plaisio-toy

[19] Υπολογισμοί του γράφοντος με βάση των κατάλογο εκθετών του DEFEA και  της συλλογής δεδομένων για την συμμετοχή ελληνικών φορέων στο European Defence Fund για την έρευνα των BLAVOUKOS, Spyros, Panos POLITIS LAMPROU, and Georgios MATSOUKAS. “A European defence industrial ecosystem in the making.” ELIAMEP Policy Paper (2025). https://www.eliamep.gr/wp-content/uploads/2025/06/Policy-paper-182-Blavoukos-Politis-Matsoukas-final.pdf

[20] Ηλίας Μπέλλος, Ναυπηγεία Ελευσίνας; Δάνειο 125 εκατ. δολ. από DFC προς την ΟΝΕΧ, 7 Νοεμβρίου 2023, moneyreview.gr https://www.moneyreview.gr/business-and-finance/business/127448/naypigeia-eleysinas-daneio-125-ekat-dol-apo-dfc-pros-tin-onex/

[21] Aaron-Mathew Lariosa, Navy Supply Ship First Large-Scale Maintenance at South Korean Shipyard, USNI News, 13 Μαρτίου 2025.  https://news.usni.org/2025/03/13/navy-supply-ship-completes-first-large-scale-maintenance-at-south-korean-shipyard

[22] Ελένη Γαβριήλ, «Πράσινο» στην συμμαχία ΕΑΣ-Τσέχων για συμπαραγωγή πυρομαχικών, businessdaily.gr, 10 Μαΐου 2025 https://www.businessdaily.gr/epiheiriseis/144282_egine-epomeno-bima-gia-ti-symfonia-eas-msm-export

[23] Γιώργος Φυντικάκης, Το σχέδιο της ΜΕΤΛΕΝ για  την επόμενη μέρα σε 12 διαφάνειες, euro2day.gr, 29 Απριλίου 2025 https://www.euro2day.gr/news/enterprises/article/2296273/to-shedio-ths-metlen-gia-thn-epomenh-hmera-se-12-d.html

[24]Η χρηματιστηριακή αξία της Theon International, εισηγμένη στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ, ανήλθε στα 2.08 δις ευρώ στις 13 Ιουνίου από τα 880 εκ. ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου του 2023,  https://stockanalysis.com/quote/ams/THEON/market-cap/

[25] Daniel Fiott, Michalis Ketselidis, EU Civil-Defence Synergies: Understanding the Challenges and Drivers of Change, Armament Industry European Research Group, Policy Paper 74. Μάρτιος 2022. https://www.iris-france.org/en/166344-eu-civil-defence-synergies-understanding-the-challenges-and-drivers-of-change/

[26] Ενδεικτικά, Federal Republic of Germany, National Security and Defence Industry Strategy, 4 Δεκεμβρίου 2024 https://www.bmvg.de/resource/blob/5873628/138fddf8112609dfdc3ea44a52ba9195/dl-national-security-and-defence-industry-strategy-data.pdf και Μinistry of Defence (UK), Defence  Industrial Strategy – Statement of Intent, 2 Δεκεμβρίου 2025 https://www.gov.uk/government/publications/defence-industrial-strategy-statement-of-intent/defence-industrial-strategy-statement-of-intent

[27] Αntonis Kamaras, Innovation and the Greek Armed Forces, ELIAMEP Policy Paper 163, Μάιος 2024,  https://www.eliamep.gr/en/innovation-and-the-greek-armed-forces-antonis-kamaras/

[28] Βασίλης Νέδος, Διαγωνισμός για την παραγωγή οπλισμένου UAV, Καθημερινή, 16 Ιουνίου 2025. https://www.kathimerini.gr/politics/amyna/563661565/enoples-dynameis-diagonismos-gia-tin-paragogi-oplismenoy-uav/

[29] Ένα κλασσικό παράδειγμα είναι η περίπτωση Δανέζικης εταιρείας πληροφορικής που εξαγόρασε ελληνική εταιρεία πληροφορικής της οποίας το έργο μεγάλωσε λόγω του RRF και σήμερα σχεδιάζει την είσοδο της στην ελληνική αμυντική αγορά, βλ. Ματίνα Χαρκοφτάκη, Υψηλοί αριθμοί ανάπτυξης το ά τρίμηνο για NETCOMPANY-INTRASOFT, Καθημερινή, 12 Ιουνίου 2025.  https://www.kathimerini.gr/economy/563659477/ypsiloi-rythmoi-anaptyxis-to-a-trimino-gia-netcompany-intrasoft/

[30] Αντώνης Καμάρας, Επιστημονική διασπορά και εθνική ισχύ, Τα Νέα, 19 Οκτωβρίου 2024. https://www.eliamep.gr/media/epistimoniki-diaspora-kai-ethniki-ischys/

[31] Kateryna Bondar, How Ukraine Rebuilt its military acquisition system around commercial technology, Center for Strategic & International Studies, Ιανουάριος 2025. https://csis-website-prod.s3.amazonaws.com/s3fs-public/2025-01/250113_Bondar_Ukraine_Acquisition.pdf?VersionId=O4NwclUMH5YcqZeFA3tPOAPB_wwo2L_Z

[32] The Strategic Defence Review 2025 – Making Britain safer: secure at home, strong abroad, 2 Ιουνίου 2025, σελ. 15. https://www.gov.uk/government/publications/the-strategic-defence-review-2025-making-britain-safer-secure-at-home-strong-abroad

[33] Keynote speech by Commissioner Kubilius at European and Defence Summit, European Commission, 10 Ιουνίου 2025. https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/en/speech_25_1627

[34] Βλ. Για την χαμηλή εμπιστοσύνη του επιχειρηματικού κόσμου της χώρας στο καθεστώς δημόσιων προμηθειών,  Commission Staff Working Document, 2025 Country Report Greece, EU Commission, 4 Ιουνίου 2025, σελ, 68. https://op.europa.eu/en/publication-detail/-/publication/16cb84b6-4154-11f0-b9f2-01aa75ed71a1/language-en

[35] Βλ. Ελεγκτικό Συνέδριο, Ετήσια Έκθεση Έτους 2023, Αθήνα 2024 https://www.elsyn.gr/sites/default/files/book_files/%CE%95%CE%A4%CE%97%CE%A3%CE%99%CE%91%20%CE%95%CE%9A%CE%98%CE%95%CE%A3%CE%97%202023_0.pdf

Κατηγορίες: Όλες οι δημοσιεύσειςΚείμενα Ενημέρωσης Ευρωπαϊκής Οικονομίας
Αναλυτές
Αντώνης Καμάρας
Αντώνης Καμάρας Επιστημονικός Συνεργάτης, Άμυνα