Ινώ Αφεντούλη, Ειδική Σύμβουλος, Επικεφαλής Παρατηρητηρίου Γεωπολιτικής και Διπλωματίας, ΕΛΙΑΜΕΠ
H επιστροφή του φόβου
Αν κάτι άλλαξε στην Ευρώπη μετά την 24η Φεβρουαρίου 2022 είναι η πεποίθηση πως η ήπειρος μας είχε ανεπιστρεπτί κλείσει το κεφάλαιο «πόλεμος». Στις οκτώ δεκαετίες που μεσολάβησαν από τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες είχαν κάνει τα πάντα για να παγιωθεί το καθεστώς της ειρήνης που χάρις και στους Αμερικανούς είχαν κερδίσει το 1945. «Ποτέ πια» ήταν η γενεσιουργός αιτία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, του ΝΑΤΟ και άλλων οργανισμών που αποσκοπούσαν στην εξάλειψη των συγκρούσεων, στην εγκαθίδρυση ενός πλαισίου ειρηνικής συνύπαρξης με κίνητρο ένα υπερεθνικό συμφέρον που θα ήταν το άθροισμα των εθνικών.
Οι συστοιχίες των ρωσικών τανκς που κέρδιζαν μέτρο-μέτρο ουκρανικό έδαφος έκλεισαν αυτή την ιστορική περίοδο αναβιώνοντας τους δαίμονες που κυριαρχούσαν επί αιώνες. Οι θεσμοί πάντως άντεξαν, αν θέλουμε να είμαστε αντικειμενικοί. Ούτε το ΝΑΤΟ ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση διαλύθηκαν και αν δεν υπήρχαν η Ρωσία δεν θα είχε σταματήσει στην Ουκρανία, το ευρωπαϊκό μέτωπο θα είχε διευρυνθεί και πολλές χώρες θα είχαν καταληφθεί όπως είχε συμβεί μεταξύ 1914 και 1944.
Παρόλα αυτά η Ευρώπη δεν αισθάνεται – και δεν είναι – ασφαλής. Το χειρότερο, οι λαοί της αμφισβητούν σε ανησυχητικά ποσοστά σε πολλές χώρες ότι οι υπερεθνικοί θεσμοί μπορούν να τους προστατεύσουν καλύτερα από την ενίσχυση της εθνικής τους υπεροχής. Η διολίσθηση αυτή είναι προϊόν φόβου που αν γενικευθεί θα διαβρώσει την ευρωπαϊκή ενότητα που δοκιμάζεται ούτως ή άλλως από τον πόλεμο της Ουκρανίας. Όπως θα την διαβρώσει η διάθεση κάποιων μελών της ΕΕ να επανέλθουν σε μια «κανονικότητα» οι σχέσεις με τη Ρωσία αν επιτευχθεί ειρήνη. Η Ρωσία όμως δεν επιθυμεί ειρήνη. Επιθυμεί να βρίσκεται η Ευρώπη σε κατάσταση ανασφάλειας περιμένοντας το επόμενο χτύπημα. Επιθυμεί μια Ευρωπαϊκή Ένωση διαιρεμένη σε εχθρούς και φίλους της ώστε να μην μπορεί να την αντιμετωπίσει αποτελεσματικά, μια Ευρώπη που δεν θα μπορεί να επιλέξει τα επόμενα μέλη της και θα είναι αναγκασμένη να εξοπλίζεται υποβαθμίζοντας άλλες πολιτικές οδηγώντας κατηγορίες του πληθυσμού της σε επιλογές φιλο-ρωσικές. Αυτό το υπαρξιακό δίλημμα αντιμετωπίζει η ΕΕ και αν δεν το απαντήσει, τότε πράγματι θα κινδυνεύσει με διάλυση.
Jens Bastian, Ειδικός Σύμβουλος ΕΛΙΑΜΕΠ
Καθώς η πλήρης εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία εισέρχεται στον πέμπτο χρόνο της, δύο νέες στρατηγικές παράμετροι του πολέμου γίνονται σαφείς. Το ένα είναι ότι ο δικτάτορας στο Κρεμλίνο στοχεύει σκόπιμα τις ενεργειακές υποδομές προκειμένου να αναγκάσει τους Ουκρανούς πολίτες να παραδοθούν. Με τη βοήθεια των ιρανικής κατασκευής drones Shahed και των αδιάκοπων πυραυλικών επιθέσεων, τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας και οι αγωγοί ενέργειας καταστρέφονται κατά τη διάρκεια ενός σκληρού χειμώνα σε όλη την Ουκρανία.
Η άλλη εξέλιξη αφορά το αίτημα του Ντόναλντ Τραμπ για μια λεγόμενη «ειρηνευτική συμφωνία» (peace deal). Στο βαθμό που γνωρίζουμε τα (μεταβαλλόμενα) στοιχεία της, η «ακροβατική» διαπραγματευτική τακτική του Τραμπ θα ανταμείψει τον επιτιθέμενο στη Μόσχα. Οι απεσταλμένοι του Τραμπ που ταξιδεύουν στη Γενεύη, στο Κατάρ και την Κωνσταντινούπολη για τριμερείς «διαπραγματεύσεις» δεν λειτουργούν ως μεσολαβητές μεταξύ Κιέβου και Μόσχας. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει καταστήσει απολύτως σαφή την εχθρότητά της προς τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ενώ υποδέχτηκε με όλες τις τιμές τον Πούτιν στην Αλάσκα.
Έτσι, από τη μια η χειμερινή βομβιστική εκστρατεία της Ρωσίας στοχεύει να δημιουργήσει ρήξη μεταξύ της ανθεκτικής ουκρανικής κοινωνίας των πολιτών και του θαρραλέου στρατού της. Και από την άλλη, η στάση της αμερικανικής κυβέρνησης ωθεί προς την επιβολή μιας «ειρηνευτικής συμφωνίας» που θα καταστρέψει την κυριαρχία της Ουκρανίας και θα θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Και οι δύο εξελίξεις είναι επικίνδυνες. Η κυβέρνηση Τραμπ και ορισμένες κυβερνήσεις της ΕΕ επιθυμούν εκ νέου να συνάψουν εμπορικές συμφωνίες με τη Ρωσία, κατά προτίμηση στον τομέα της ενέργειας. Οι πολιτικές βάσεις για την κατευναστική πολιτική απέναντι στον Πούτιν προετοιμάζονται στην Ουάσινγκτον, τη Βουδαπέστη, τη Μπρατισλάβα και την Πράγα.
Για περισσότερα από τέσσερα χρόνια βλέπουμε ότι ο Πούτιν δεν μιλά τη γλώσσα της διπλωματίας. Η θλιβερή επέτειος της ρωσικής επιθετικότητας μας υποχρεώνει στην Ευρώπη να κάνουμε ό,τι χρειάζεται (‘Whatever it takes’) για να βοηθήσουμε την Ουκρανία να επιβιώσει. Η θέση του Κιέβου στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων πρέπει να ενισχυθεί, όσον αφορά τη στρατιωτική βοήθεια, τη χρηματοδότηση και την αποκατάσταση των πολιτικών υποδομών. Οι πολίτες και οι στρατιώτες της Ουκρανίας θα μας θυμίσουν μια μέρα ποιοι συμμετείχαν στη συμμαχία αλληλεγγύης για να νικήσουν τους Ρώσους εισβολείς.
Τριαντάφυλλος Καρατράντος, Επιστημονικός Συνεργάτης, ΕΛΙΑΜΕΠ
Μπορεί η ειρήνη να καταστεί Βιώσιμη;
Η 24η Φεβρουαρίου 2022 είναι μια μέρα που άλλαξε ξανά τον κόσμο μας. Οι επιπτώσεις της στην ασφάλεια, στις διεθνείς σχέσεις, στις εθνικές και υπερεθνικές πολιτικές μπορούν να συγκριθούν μόνο με αυτές των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου. Ο διακρατικός πόλεμος, η εισβολή αναθεωρητικών δυνάμεων και ολοκληρωτικών καθεστώτων δεν είναι εδώ και τέσσερα χρόνια μια μακρινή ανάμνηση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά η δύσκολη καθημερινότητα μιας χώρας και των πολιτών της που γενναία αμύνονται ενάντια και στην ανισορροπία ισχύος.
Από τον Ιανουάριο του 2025, όταν και ανέλαβε την εξουσία, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ προσπαθεί να πετύχει ένα σχέδιο ειρήνης που θα μπορέσει να αποτελέσει τη βάση μιας συμφωνίας. Σε αυτό το χρονικό διάστημα μπορούμε να διακρίνουμε δύο βασικές κινήσεις, το άνοιγμα προς τη Ρωσία και την πίεση στην Ουκρανία. Η δεύτερη και ο Πρόεδρος Ζελένσκι έχουν δείξει πως δεν θα διστάσουν να πάρουν δύσκολες αποφάσεις και να πληρώσουν το κόστος της ειρήνης. Η Ρωσία, που έκανε την εισβολή, δεν έχει δείξει ως τώρα την ίδια πρόθεση. Αυτή η διάσταση είναι σημαντική αν θέλουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα πόσο ρεαλιστική είναι μια ειρήνη. Ακόμη και η δυσκολότερη ειρήνη μπορεί να είναι ρεαλιστική, δεν είναι όμως δίκαιη και κυρίως είναι εξαιρετικά δύσκολο να καταστεί βιώσιμη. Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα και ζητούμενο για αυτόν τον πόλεμο. Η ειρήνη θα είναι βιώσιμη; Η εμπειρία του 2014 μας έδειξε πως κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε πως η πίεση να οδηγηθεί η Ουκρανία σε μια συμφωνία μπορεί στο μέλλον να εξελιχθεί σε εξαιρετικά προβληματική παράμετρο.
Υπάρχουν τέλος δύο ακόμη παράμετροι που πρέπει να συνυπολογίσουμε. Ο πρώτος είναι η τιμωρία της Ρωσίας για την εισβολή. Το κόστος, σε πολλαπλά επίπεδα, είναι αυτό που θα μπορούσε να καταστήσει αυτή την επιβολή σκληρής ισχύος μη επιλέξιμη στο μέλλον. Δεν μπορούμε όμως να είμαστε ιδιαιτέρως αισιόδοξοι σε αυτή την κατεύθυνση, καθώς κάθε μέρα μετατοπιζόμαστε περισσότερο προς έναν κόσμο επιβολής ισχύος και όχι διεθνούς δικαίου και κανόνων. Η δεύτερη παράμετρος είναι η ρωσική απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, για την οποία δεν νομίζω πως χρειάζεται να αναφερθούν περισσότερα.
Παναγιώτα Μανώλη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Κύρια Ερευνήτρια ΕΛΙΑΜΕΠ
Κυλιόμενες Προθεσμίες
Η «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, η οποία αρχικά υποτίθεται ότι θα διαρκούσε μόνο λίγες ημέρες, έχει εισέλθει στο πέμπτο έτος πλήρους πολέμου. Οι δύο πλευρές άρχισαν να διαπραγματεύονται μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός κατά τη διάρκεια των «Συνομιλιών της Κωνσταντινούπολης» λιγότερο από ένα μήνα μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022. Αυτές οι συνομιλίες απέτυχαν, αλλά άφησαν τα θεμέλια για μια πιθανή κατάπαυση του πυρός. Υπό την θητεία του Τραμπ, η διπλωματία επανεκκίνησε με μεταβαλλόμενους ειρηνευτικούς στόχους, χρονοδιαγράμματα και τόπους διαπραγματεύσεων. Ο Τραμπ έχει ορίσει τον Ιούνιο του 2026 ως την τελευταία προθεσμία για μια συμφωνία. Παρά το αυξανόμενο κόστος της σύγκρουσης και για τις δύο πλευρές, οι διαπραγματεύσεις φαίνεται να προχωρούν αργά. Ο ίδιος αργός ρυθμός παρατηρείται και στο πεδίο της μάχης. Τα καθημερινά κέρδη της Ρωσίας στο έδαφος εκτιμώνται σε μέτρα. Φαίνεται ότι το Κίεβο δεν είναι επίσης σε θέση να σημειώσει μια αποφασιστική πρόοδο. Είναι πιθανό να ολοκληρωθεί σύντομα μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός; Το εδαφικό ζήτημα φαίνεται να είναι το πιο δύσκολο θέμα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η Ρωσία θέλει το Κίεβο να παραδώσει όλα τα εδάφη που έχουν επίσημα (και παράνομα) προσαρτηθεί, αλλά η Μόσχα δεν τα ελέγχει. Το Κίεβο το χαρακτηρίζει αυτό ως απαράδεκτη συνθηκολόγηση. Σε μια προσπάθεια να αλλάξει η κατάσταση στο πεδίο, αναμένεται να ενταθούν οι στρατιωτικές δραστηριότητες παράλληλα με τις διπλωματικές προσπάθειες. Ωστόσο, υπάρχει ένα άλλο, εξίσου σημαντικό πολιτικό ζήτημα στο τραπέζι, και αυτό δεν είναι τίποτα λιγότερο από την κυριαρχία της Ουκρανίας ως ανεξάρτητου κράτους. Οι στόχοι της Μόσχας για πολιτική υποταγή της Ουκρανίας παραμένουν αμετάβλητοι και σε πολλές περιπτώσεις, εκπρόσωποι του Κρεμλίνου έχουν δηλώσει ότι η «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» θα συνεχιστεί μέχρι να «επιτευχθούν οι στόχοι της». Ανησυχητικά, η αμερικανική διαμεσολάβηση επικεντρώνεται υπερβολικά στην ανάγκη η Ουκρανία να κάνει παραχωρήσεις. Ο Τραμπ δήλωσε στις 28 Μαΐου 2025 ότι θα μάθαινε σε δύο εβδομάδες αν ο Πούτιν «μας χειραγωγεί» («tapping us along») ή αν ενδιαφερόταν πραγματικά να τερματίσει τον πόλεμο. Από τότε, έχουν περάσει εννέα μήνες, αλλά αντιθέτως το Κίεβο είναι αυτό που προβάλλεται ως υπαίτιο για την μη επίτευξη συμφωνίας. «Καλύτερα η Ουκρανία να προσέλθει γρήγορα στο τραπέζι», επανέλαβε ο Τραμπ για άλλη μια φορά πριν από τον τελευταίο γύρο συνομιλιών στη Γενεύη. Εκτός αν συμβεί κάποια σημαντική εξέλιξη, κυρίως στο πεδίο της μάχης, οι προοπτικές για κατάπαυση του πυρός, πόσο μάλλον για μια ειρηνευτική συμφωνία, είναι μικρές.
Σπύρος Μπλαβούκος, Καθηγητής, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Επικεφαλής Ευρωπαϊκού Προγράμματος Αριάν Κοντέλλη, ΕΛΙΑΜΕΠ
Εισερχόμενοι στο πέμπτο έτος του πολέμου στην Ουκρανία, η κόπωση της διεθνούς κοινότητας είναι εμφανής. Αρκεί κάποιος να ρίξει μια ματιά στη δημοσιογραφική κάλυψη των σχετικών γεγονότων, είτε στο πεδίο των μαχών ή στο πλαίσιο των εν εξελίξει (;) διαπραγματεύσεων. Άλλωστε, η αλλαγή ηγεσίας στον Λευκό Οίκο έχει δώσει άφθονο υλικό για συζήτηση και προβληματισμό, από την μονομερή αλλαγή του μεταπολεμικού κανονιστικού πλαισίου του διεθνούς οικονομικού συστήματος μέχρι την απροκάλυπτη αμφισβήτηση της έννοιας της κρατικής κυριαρχίας σε σειρά περιπτώσεων από την Γροιλανδία μέχρι την Βενεζουέλα, με το Ιράν να είναι πιθανόν η επόμενη περίπτωση. Μέσα στον καταιγισμό των (βίαιων) αυτών αλλαγών, ποιος και γιατί να ασχολείται πλέον με το ουκρανικό δράμα; Εξού και έχουν πυκνώσει οι αναφορές στην ανάγκη επίδειξης πραγματισμού από τη μεριά της Ουκρανίας στην αναζήτηση μιας ρεαλιστικής εξόδου από τον πόλεμο.
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε παρά μόνο από δεύτερο χέρι και σίγουρα φιλτραρισμένα ό,τι σχετίζεται με το αξιόμαχο του ουκρανικού στρατού και το αγωνιστικό φρόνημα των Ουκρανών να συνεχίσουν τον αγώνα τους. Στο τέλος της ημέρας, μόνο αυτοί έχουν το δικαίωμα να αποφασίσουν για το τέλος των εχθροπραξιών, αξιολογώντας τις σχετικές προτάσεις και αναλαμβάνοντας τις σχετικές ευθύνες των επιλογών τους. Ωστόσο, υπάρχει μια βασική προϋπόθεση που συνδέεται με την εφαρμοσιμότητα και κυρίως τη βιωσιμότητα μιας οποιασδήποτε συμφωνίας. Μια συμφωνία που θα προκύψει από πίεση ή εξάντληση και δεν θα δημιουργήσει μια κατάσταση ευσταθούς ισορροπίας, καταδικάζοντας την Ουκρανία σε μια (ημι)μόνιμη κατάσταση ευαλωτότητας, αποτελεί μια πρόχειρη λύση και δεν έχει ρεαλιστικό ορίζοντα υλοποίησης. Άρα, κάθε συζήτηση περί λήξης του πολέμου οφείλει να συμπεριλαμβάνει στοιχεία εμπέδωσης της ουκρανικής ασφάλειας και ισχυρής αποτροπής νέου γύρου εχθροπραξιών. Αλλιώς, ο σημερινός ρεαλισμός δύναται στο μέλλον να αποτελέσει συνώνυμο ενός καταστροφικού κατευνασμού.
Φωτογραφία: publicdomainpictures.net


