- Η πόλωση ως επίπτωση των κρίσεων και η σύνδεση της με την ριζοσπαστικοποίηση που οδηγεί στον βίαιο εξτρεμισμό μέσω της μελέτης δύο κρίσεων: α) της μεταναστευτικής/ προσφυγικής κρίσης του 2015- 2016 και β) της πανδημίας.
- Σημαντικό μέρος του προβλήματος είναι η πολιτική νομιμοποίηση των εξτρεμιστικών αφηγημάτων, η επιλογή δηλαδή πολιτικών να αξιοποιούν όλο και περισσότερο ακροδεξιά και συνωμοσιολογικά αφηγήματα που υποστηρίζουν τμήματα του πληθυσμού τα τελευταία χρόνια.
- Η πόλωση είναι ζήτημα που αφορά ομάδες ατόμων και όχι μοναχικούς δρώντες
- ο κίνδυνος της σύγκρουσης μεγεθύνεται όταν η κοινωνία είναι χωρισμένη σε δύο ισόποσες ομάδες με ανταγωνιστικούς στόχους»
- Οι πολύ- κρίσεις είναι περισσότερο επικίνδυνες, καθώς από τη μία πλευρά ασκούν μεγαλύτερη πίεση στους μηχανισμούς διαχείρισης των κρατών και από την άλλη διευρύνουν την ευαλωτότητα κοινωνιών, ομάδων και ατόμων.
- Έχει δημιουργηθεί μια ευρεία αίσθηση δημοκρατικού ελλείμματος και δύο επάλληλες διαδικασίες αμφισβήτησης που οδηγούν σε κρίση: α) εμπιστοσύνης και β) αντιπροσώπευσης.
- Η παρατεταμένη πόλωση έχει οδηγήσει στη ριζοσπαστικοποίηση μεγάλου αριθμού πολιτών, χωρίς απαραίτητα αυτή να έχει προκύψει από την υποστήριξη μίας συγκεκριμένης ιδεολογίας
- Η παραπληροφόρηση, η διασπορά ψευδών ειδήσεων και η διάχυση θεωριών συνωμοσίας συνιστούν απειλή για τη δημοκρατία και έχουν προκαλέσει σημαντικά προβλήματα σε εκλογικές διαδικασίες και τροφοδοτούν την πόλωση.
- Η πανδημία, λειτούργησε ως καταλύτης και επηρέασε τη ριζοσπαστικοποίηση, αλλά και τον τρόπο δραστηριοποίησης των εξτρεμιστικών ομάδων.
Το Κείμενο Πολιτικής υπογράφει ο Τριαντάφυλλος Καρατράντος, Επιστημονικός Συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ.
Διαβάστε το εδώ σε μορφή pdf.
Εισαγωγή
Οι πολλαπλές διεθνείς κρίσεις και τα σημαντικά γεωπολιτικά γεγονότα των τελευταίων ετών, όπως ο Ρωσικός Επιθετικός Πόλεμος, η σύγκρουση Χαμάς-Ισραήλ, ο στρατηγικός ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας και η στροφή κατά της παγκοσμιοποίησης, αλλά και η γεωπολιτική των αναδυόμενων τεχνολογιών όπως η τεχνητή νοημοσύνη, έχουν δημιουργήσει νέες συνθήκες ριζοσπαστικοποίησης και πόλωσης. Η προσπάθεια διαφόρων εξτρεμιστικών ομάδων, συμπεριλαμβανομένων δεξιών, αναρχικών, οικο-εξτρεμιστικών και γενικά αντικυβερνητικών ομάδων, να εκμεταλλευτούν παράπονα ή προσλαμβανόμενες αδικίες, όπως οι πρόσφατες διαμαρτυρίες αγροτών, είναι ένα άλλο παράδειγμα που πρέπει να λάβουμε υπόψη.
Σημαντικό μέρος του προβλήματος είναι η πολιτική νομιμοποίηση των εξτρεμιστικών αφηγημάτων, η επιλογή δηλαδή πολιτικών να αξιοποιούν όλο και περισσότερο ακροδεξιά και συνωμοσιολογικά αφηγήματα που υποστηρίζουν τμήματα του πληθυσμού τα τελευταία χρόνια.
Σημαντικό μέρος του προβλήματος είναι η πολιτική νομιμοποίηση των εξτρεμιστικών αφηγημάτων, η επιλογή δηλαδή πολιτικών να αξιοποιούν όλο και περισσότερο ακροδεξιά και συνωμοσιολογικά αφηγήματα που υποστηρίζουν τμήματα του πληθυσμού τα τελευταία χρόνια. Το φλερτ τους με τη γλώσσα, τα σύμβολα και τα πολιτικά αφηγήματα που προέρχονται από ακραίες περιθωριακές ομάδες έχει ομαλοποιήσει και νομιμοποιήσει εξτρεμιστικά κινήματα όπως το QAnon και τη διεθνή νέα δεξιά.
…η πανδημία έθεσε την ιδεολογία σε δεύτερη μοίρα, οδηγώντας σε κινήματα μέτρων κατά των μέτρων προστασίας από την πανδημία που σε αρκετές περιπτώσεις έγιναν βίαια και στα οποία συμμετείχαν τόσο η ακροδεξιά όσο και η ακροαριστερά ή οι αναρχικοί, δημιουργώντας ένα σκηνικό αντισυστημικής αντίδρασης.
Στον πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα, η κρίσης της πανδημίας ανέδειξε τις πολλές συνδέσεις και αλληλεπιδράσεις που μπορούν να προκύψουν μεταξύ διαφορετικών μορφών ριζοσπαστικοποίησης, όπως τα τεχνοφοβικά και αντιεμβολιαστικά κινήματα εντός τόσο ακροδεξιών όσο και ακροαριστερών βίαιων οργανώσεων. Η πανδημία έφερε επίσης στο προσκήνιο μια από τις πρώτες σημαντικές επιστημονικές συζητήσεις γύρω από τη ριζοσπαστικοποίηση και τον ρόλο της ιδεολογίας και της αντίδρασης ως κρίσιμου παράγοντα. Όπως διαπιστώθηκε εμπειρικά, σε αρκετές χώρες σε όλη την ΕΕ, η πανδημία έθεσε την ιδεολογία σε δεύτερη μοίρα, οδηγώντας σε κινήματα μέτρων κατά των μέτρων προστασίας από την πανδημία που σε αρκετές περιπτώσεις έγιναν βίαια και στα οποία συμμετείχαν τόσο η ακροδεξιά όσο και η ακροαριστερά ή οι αναρχικοί, δημιουργώντας ένα σκηνικό αντισυστημικής αντίδρασης.
Η κοινή συνισταμένη σε αυτή την εξαιρετικά σύνθετη κατάσταση είναι η πόλωση ως αποτέλεσμα των κρίσεων και ο τρόπος με τον οποίο αυτή λειτουργεί ως υπόβαθρο του βίαιου εξτρεμισμού. Το συγκεκριμένο κείμενο θα αναδείξει την πόλωση ως επίπτωση των κρίσεων και τη σύνδεση της με την ριζοσπαστικοποίηση που οδηγεί στον βίαιο εξτρεμισμό μέσω της μελέτης δύο κρίσεων: α) της μεταναστευτικής/ προσφυγικής κρίσης του 2015- 2016 και β) της πανδημίας.
Το φαινόμενο της πόλωσης
…για να υπάρξει πόλωση θα πρέπει να υπάρχει μεγάλος βαθμός ομοιογένειας μέσα σε κάθε ομάδα, αυτή η ομοιογένεια εντός των ομάδων είναι που μειώνει την ανισότητα, ενώ από την άλλη αυξάνει την πόλωση.
Ο όρος της πόλωσης αναδύθηκε ως αυτόνομη ερευνητική θεματική σε μεγάλο βαθμό με τη μελέτη των Esteban και Ray (1994)[1]. Οι συγγραφείς περιγράφουν το φαινόμενο κυρίως ως αποτέλεσμα των οικονομικών ανισοτήτων σε μια κοινωνία και διακρίνουν δύο δυναμικές οι οποίες λειτουργούν συμπληρωτικά: α) για να υπάρξει πόλωση θα πρέπει να υπάρχει μεγάλος βαθμός ομοιογένειας μέσα σε κάθε ομάδα, β) αυτή η ομοιογένεια εντός των ομάδων είναι που μειώνει την ανισότητα, ενώ από την άλλη αυξάνει την πόλωση[2]. Επιπρόσθετα, υποστηρίζουν πως η δημιουργία πόλωσης προϋποθέτει μεγάλο βαθμό ετερογένειας μεταξύ των ανταγωνιστικών ομάδων, γεγονός που συμβαδίζει με τον δείκτη της ανισότητας. Τέλος τονίζουν πως για να υπάρξει πόλωση πρέπει ο αριθμός των αντίπαλων ομάδων να είναι μικρός και το μέγεθος τους μεγάλο. [3]
Οι ίδιοι μελετητές στα επόμενα χρόνια (σε συνεργασία με και με τους Gradin και Duclos) ανέδειξαν μια σειρά προϋποθέσεων/ χαρακτηριστικών για τη μέτρηση της πόλωσης:
- Η πόλωση είναι ζήτημα που αφορά ομάδες ατόμων και όχι μοναχικούς δρώντες.
- Μέσα σε δύο ή περισσότερες ομάδες η πόλωση προκύπτει όταν μειώνεται η διασπορά εντός της ομάδας, ενώ
- η πόλωση αυξάνεται όταν η απόσταση μεταξύ των ανταγωνιστικών ομάδων εντείνεται[4].
«τα άτομα προσλαμβάνουν τον εαυτό τους μόνο μέσα από τη διχοτόμηση του Εμείς/Αυτοί», ενώ ο Ellingsen (2000) εξηγεί τις εμφύλιες συγκρούσεις μέσα από τις διάφορες παραμέτρους των πολύ-εθνοτικών κοινωνιών. […] οι έννοιες της ανασφάλειας, της απειλής και των κοινωνικών διαφορών, οι οποίες εξηγούν την πόλωση: η ανασφάλεια μπορεί να προσεγγιστεί τόσο από οικονομική όσο και από πολιτική σκοπιά και πολλές φορές σχετίζεται με την τάση αναζήτησης εξιλαστήριων θυμάτων στις εθνοτικές η φυλετικές μειονότητες.
Με την αλλαγή πλεύσης της βιβλιογραφίας από την ταξική στην εθνική σύγκρουση, η μέτρηση της πόλωσης διανθίστηκε με επιπλέον δείκτες εκτός από αυτόν του εισοδήματος, όπως είναι η εθνική και πολιτισμική ετερογένεια, αλλά και το ζήτημα των πλειοψηφιών- μειοψηφιών[5]. Οι Duclos, Esteban και Ray (2004), εντοπίζουν πως η περίπτωση των εθνοτικών ομάδων είναι κατεξοχήν αυτή όπου «τα άτομα προσλαμβάνουν τον εαυτό τους μόνο μέσα από τη διχοτόμηση του Εμείς/Αυτοί», ενώ ο Ellingsen (2000) εξηγεί τις εμφύλιες συγκρούσεις μέσα από τις διάφορες παραμέτρους των πολύ-εθνοτικών κοινωνιών (το μέγεθος της μεγαλύτερης ομάδας, τον αριθμό των ομάδων, το μέγεθος της εθνοτικής μειοψηφίας και τις εθνοκεντρικές προτιμήσεις). Επιπλέον, μέσα από μελέτες για τις εθνοτικές μειονότητες στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, προστέθηκαν οι έννοιες της ανασφάλειας, της απειλής και των κοινωνικών διαφορών, οι οποίες εξηγούν την πόλωση: η ανασφάλεια μπορεί να προσεγγιστεί τόσο από οικονομική όσο και από πολιτική σκοπιά και πολλές φορές σχετίζεται με την τάση αναζήτησης εξιλαστήριων θυμάτων στις εθνοτικές η φυλετικές μειονότητες.[6]
Η κοινωνική πόλωση είναι η διεύρυνση των χασμάτων μεταξύ των υποομάδων στο πλαίσιο ενός σαφώς προσδιορισμένου κοινωνικού χαρακτηριστικού. Αυτό σημαίνει πως «η κοινωνία πολώνεται όχι μόνο λόγω της οικονομικής ανισότητας μα εξαιτίας πολλών κοινωνικών παραγόντων», ενώ ο κίνδυνος της σύγκρουσης μεγεθύνεται όταν η κοινωνία είναι χωρισμένη σε δύο ισόποσες ομάδες με ανταγωνιστικούς στόχους».[7] Πέρα από τον άξονα ένδο-ομογενοποίησης/έξω-ετερογένειας, ο Collier (2001) συνδέει την έννοια της πόλωσης με αυτήν της κυριαρχικής ομάδας.[8]
Η Συνθήκη των Κρίσεων
Ο 21ος μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ο αιώνας των κρίσεων. Μέσα σε 24 χρόνια, ο κόσμος έχει γνωρίσει πολλές και διαφορετικές κρίσεις οι οποίες έχουν επηρεάσει ριζικά τόσο την καθημερινότητα των πολιτών, όσο και τις πολιτικές και τις στρατηγικές των κρατών.
Ο 21ος μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ο αιώνας των κρίσεων. Μέσα σε 24 χρόνια, ο κόσμος έχει γνωρίσει πολλές και διαφορετικές κρίσεις οι οποίες έχουν επηρεάσει ριζικά τόσο την καθημερινότητα των πολιτών, όσο και τις πολιτικές και τις στρατηγικές των κρατών. Το 2001 οι τρομοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ σηματοδότησαν μία αργόσυρτη κρίση ασφάλειας ως αποτέλεσμα της απειλής της τρομοκρατίας. Το 2007- 2008 ο κόσμος αντιμετώπισε τη διεθνή οικονομική κρίση, η οποία, ορισμένες χώρες, όπως η Ελλάδα, τις επηρέασε εντονότερα, δημιουργώντας μία δυναμική που απείλησε τη συνοχή της Ευρωζώνης, αλλά και της ίδιας της Ε.Ε. Το 2014 η υβριδική επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία, που οδήγησε στην απόσχιση της Κριμαίας, δημιούργησε το έδαφος για μία παρατεταμένη κρίση ασφάλειας στην ανατολική γειτονιά της Ε.Ε. Το 2015- 2016 η Ένωση αντιμετώπισε τη μεγάλη προσφυγική- μεταναστευτική κρίση και παράλληλα τις απανωτές τρομοκρατικές επιθέσεις σε χώρες όπως η Γαλλία, το Βέλγιο, η Μεγάλη Βρετανία κ.ά. Το 2020 η πανδημία αποτέλεσε την μεγαλύτερη και πλέον περίπλοκη κρίση που αντιμετώπισε το σύνολο των χωρών, ενώ το 2022 η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία πέρα από μία τεράστια κρίση ασφάλειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο με παγκόσμιες επιπτώσεις, προκάλεσε και επάλληλες κρίσεις σε διαφορετικά επίπεδα με πλέον χαρακτηριστικές την ενεργειακή, ως αποτέλεσμα της εξάρτησης από τους ενεργειακούς πόρους της Ρωσίας, και την επισιτιστική. Η τελευταία χρονικά κρίση είναι ο πόλεμος στη Γάζα, με πάντα πιθανή την περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης και μετατροπής σε περιφερειακή σύγκρουση, ενώ έχει και σημαντικές επιπτώσεις στην ισλαμιστική ριζοσπαστικοποίηση και τρομοκρατία.
Η Γαλλία για παράδειγμα είναι η χώρα που η απειλή της τρομοκρατίας οδήγησε σε μία παρατεταμένη κρίση ασφάλειας με μικρά ή μεγαλύτερα ξεσπάσματα. Η Ελλάδα αντιμετώπισε μία μεγάλη κρίση τον Φεβρουάριο- Μάρτιο του 2020, στα χερσαία σύνορά της στον Έβρο.
Πέραν όμως των παγκόσμιων ή περιφερειακών/ ευρωπαϊκών κρίσεων, οι χώρες αντιμετώπισαν και κρίσεις σε εθνικό επίπεδο ή βίωσαν εντονότερα κάποιες από τις κρίσεις ευρείας κλίμακας. Η Γαλλία για παράδειγμα είναι η χώρα που η απειλή της τρομοκρατίας οδήγησε σε μία παρατεταμένη κρίση ασφάλειας με μικρά ή μεγαλύτερα ξεσπάσματα. Η Ελλάδα αντιμετώπισε μία μεγάλη κρίση τον Φεβρουάριο- Μάρτιο του 2020, στα χερσαία σύνορά της στον Έβρο, ως αποτέλεσμα της προσπάθειας της Τουρκίας, να εργαλειοποιήσει χιλιάδες παράτυπους μετανάστες και να προσπαθήσει να τους προωθήσει μαζικά στην Ελλάδα.
Αν θεωρήσουμε τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου ως το σημείο έναρξης του κύκλου των κρίσεων που αντιμετωπίζει ο κόσμος μας και τον πόλεμο στη Γάζα ως την τελευταία χρονικά μεγάλη κρίση που αντιμετωπίζουμε μπορούμε να μιλήσουμε για ένα καθεστώς παρατεταμένης κρίσης. Αυτή η αίσθηση είναι εντονότερη ειδικότερα στο δεύτερο μισό του 21ου αιώνα, μετά και την παγκόσμια οικονομική κρίση και κυρίως τα τελευταία οκτώ με εννέα χρόνια που έχουμε την εμφάνιση και την κλιμάκωση των επάλληλων κρίσεων. Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να ορίσουμε αυτή την περίοδο ως μία μόνιμη κρίση (permacriris), όπου η κρίση αναδύεται ως η νέα κανονικότητα που θα πρέπει τα κράτη και οι διεθνείς θεσμοί να διαχειριστούν και οι κοινωνίες να προσαρμοστούν σε αυτή.
Πρέπει εδώ να παρατηρήσουμε πως σε ορισμένες περιπτώσεις οι χώρες βρέθηκαν να αντιμετωπίζουν περισσότερες από μία κρίσεις παράλληλα. Το 2015- 2016 οι χώρες της Ε.Ε. την μεταναστευτική- προσφυγική κρίση και τις τρομοκρατικές επιθέσεις, η Ελλάδα το 2020 αντιμετώπισε την κρίση στον Έβρο, την πρώτη φάση της πανδημίας, αλλά και μικρότερης έκτασης κρίσεις, όπως ήταν το κάψιμο της δομής hot- spot στη Μόρια τον Σεπτέμβριο του 2020. Οι περισσότερες χώρες βρέθηκαν αντιμέτωπες με τον πόλεμο της Ουκρανίας, ενώ ακόμη διαχειρίζονταν την τελευταία φάση και τις μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις της πανδημίας.
Περισσότερες από μία κρίσεις, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και σφοδρότητα που ξεσπούν την ίδια περίοδο ή όταν μία ή περισσότερες κρίσεις βρίσκονται σε φάση εξέλιξης ή κλιμάκωσης.
Ουσιαστικά, είναι η περίοδος των πολύ- κρίσεων (poly- crises). Περισσότερες από μία κρίσεις, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και σφοδρότητα που ξεσπούν την ίδια περίοδο ή όταν μία ή περισσότερες κρίσεις βρίσκονται σε φάση εξέλιξης ή κλιμάκωσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κάποιες από τις κρίσεις τροφοδότησαν ή λειτούργησαν ώστε να αναπτυχθούν ή κλιμακωθούν και οι άλλες, σε μία λογική αλληλοτροφοδοτούμενων διαδικασιών. Για παράδειγμα το 2015- 2016 η μεταναστευτική- προσφυγική κρίση και οι απανωτές τρομοκρατικές επιθέσεις λειτούργησαν αλληλοτορφοδοτικά, καθώς πολλοί Ευρωπαίοι, συνέδεσαν ευθέως την μετανάστευση με τις ισλαμιστικές τρομοκρατικές οργανώσεις και επιθέσεις, ενώ στην πραγματικότητα, η απειλή της παρείσφρησης τρομοκρατών στις μικτές μεταναστευτικές ομάδες ήταν μεν υπαρκτή, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είχε την έκταση που κυριάρχησε ως αίσθηση. Εκ των πραγμάτων, οι πολύ- κρίσεις είναι περισσότερο επικίνδυνες, καθώς από τη μία πλευρά ασκούν μεγαλύτερη πίεση στους μηχανισμούς διαχείρισης των κρατών και από την άλλη διευρύνουν την ευαλωτότητα κοινωνιών, ομάδων και ατόμων.
Ήδη αναφέραμε τις τρομοκρατικές επιθέσεις, οι οποίες δεν πληρούν πάντα τα χαρακτηριστικά μίας κρίσης, μπορούν όμως να εξελιχθούν σε κρίση, όπως στην περίπτωση των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου ή της 13ης Νοεμβρίου 2015 στο Παρίσι. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και άλλα έκτακτα περιστατικά που μπορούν να κλιμακωθούν σε κρίσεις. Η μεγαλύτερη και σημαντικότερη κατηγορία περιστατικών που μπορούν να εξελιχθούν σε κρίσεις είναι οι καταστροφές και κυρίως οι φυσικές ή σε περιπτώσεις, όπως το δυστύχημα στα Τέμπη, προβληματικές διαδικασίες ή ελλείμματα σε υποδομές, που μπορούν να προκαλέσουν ατυχήματα και δυστυχήματα. Τα καλοκαίρια του 2021 και του 2023 οι πολλές, παράλληλες δασικές πυρκαγιές που αντιμετώπισε η Ελλάδα, με ορισμένες, όπως οι mega- πυρκαγιές στην Εύβοια και στην Αλεξανδρούπολη να καίνε για περισσότερο από τη μία εβδομάδα, δημιούργησαν ένα σκηνικό κρίσης. Η χειρότερη εκδοχή ήταν βέβαια η πυρκαγιά στο Μάτι, που στοίχησε τη ζωή σε 103 ανθρώπους. Αξίζει να σημειωθεί πως οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν τις δασικές πυρκαγιές και κυρίως τις mega- πυρκαγιές ως κατάσταση κρίσης, για αυτό έχουν υιοθετήσει από το 2022 την ειδική στρατηγική “Confronting the Wild fires Crisis Strategy”[9].
Ένας ακόμη σημαντικός διαχωρισμός που πρέπει να γίνει είναι αυτός ανάμεσα σε κρίσεις ασφάλειας, όπως είναι οι τρομοκρατικές επιθέσεις ή ο πόλεμος στην Ουκρανία, ακόμη και οι καταστροφές, και σε κρίσεις που μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στον τομέα της ασφάλειας.
Ένας ακόμη σημαντικός διαχωρισμός που πρέπει να γίνει είναι αυτός ανάμεσα σε κρίσεις ασφάλειας, όπως είναι οι τρομοκρατικές επιθέσεις ή ο πόλεμος στην Ουκρανία, ακόμη και οι καταστροφές, και σε κρίσεις που μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στον τομέα της ασφάλειας. Στη δεύτερη περίπτωση εντάσσουμε την πανδημία, η οποία είχε σημαντικές επιπτώσεις σε διάφορα επίπεδα ασφάλειας (εσωτερική, εθνική, περιφερειακή, παγκόσμια), αλλά και η μεταναστευτική- προσφυγική κρίση, η οποία είχε και βραχυπρόθεσμες, αλλά και μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις ασφάλειας. Είτε λοιπόν μιλάμε για κρίσεις ασφάλειας, είτε για κρίσεις που έχουν και επιπτώσεις ασφάλειας, οι φορείς και οι υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένες με τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της πολιτικής ασφάλειας, αποτελούν συστατικό μέρος του μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων των κρατών. Αυτό στην πράξη σημαίνει πως μεγάλο μέρος του καθημερινού έργου συνιστά επί της ουσίας διαχείριση κρίσεων σε μίκρο, μέσο και μάκρο επίπεδο. Επίσης, η έννοια και η αναγκαιότητα της ανθεκτικότητας των κοινωνιών, αλλά και του κρατικού μηχανισμού έναντι των κρίσεων επεκτάθηκε και στο πεδίο της ασφάλειας.
Οι Πολωμένες Κοινωνίες
Τα τελευταία χρόνια βιώνουμε μία περίοδο σημαντικών και μεγάλων αλλαγών σε πολλά επίπεδα. Από τους διεθνείς οργανισμούς και τη λειτουργία των κρατών, μέχρι την ενημέρωση, την επικοινωνία και την καθημερινότητά των πολιτών που επηρεάζεται από δύο βασικές δυναμικές: α) την εξέλιξη της τεχνολογίας και β) τη διασπορά των μέσων επικοινωνίας και δικτύωσης. Παράλληλα, όμως, ζούμε σε έναν κόσμο μεγάλων ανισοτήτων. Η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, με τις αδυναμίες στο ρυθμιστικό της πλαίσιο, δημιούργησε νέους χαμένους, που βιώνουν εντονότερα την απειλή του κοινωνικού αποκλεισμού. Ο αποκλεισμός, σε αρκετές περιπτώσεις συμβαδίζει με κλειστές κοινότητες και κοινωνίες (μετανάστες, Ρομά κ.ά.) όπου το ζήτημα των ανισοτήτων είναι υπαρξιακό και η ευαλωτότητα ιδιαιτέρως μεγάλη.
…μια ευρεία αίσθηση δημοκρατικού ελλείμματος και δύο επάλληλες διαδικασίες αμφισβήτησης που οδηγούν σε κρίση: εμπιστοσύνης και αντιπροσώπευσης.
Οι παγκόσμιες προκλήσεις, αλλά και οι κρίσεις σε διαφορετικά επίπεδα (οικονομία, πολιτική, ασφάλεια, μετανάστευση, κουλτούρα), όπως παρουσιάστηκε και προηγουμένως, έχουν δημιουργήσει μια ευρεία αίσθηση δημοκρατικού ελλείμματος και δύο επάλληλες διαδικασίες αμφισβήτησης που οδηγούν σε κρίση: α) εμπιστοσύνης και β) αντιπροσώπευσης. Τα παγκόσμια προβλήματα δεν βρίσκουν λύση σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς το σχήμα της υπερεθνικής διακυβέρνησης δεν έχει προχωρήσει στο βαθμό που είναι απαραίτητο, ενώ τα κράτη δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις μεμονωμένα. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί ένα διττό σχήμα απογοήτευσης, αλλά και οργής για τους πολίτες διαφόρων κρατών. Αυτή την αίσθηση παραπόνων εκμεταλλεύονται διάφορες λαϊκίστικές και αυταρχικές δυνάμεις και ηγέτες που επί της ουσίας υποσκάπτουν τη δημοκρατία, εργαλειοποιώντας τις δημοκρατικές διαδικασίες εκ των έσω (π.χ. συμμετέχοντας στις εκλογές, ενώ παράλληλα προσπαθούν να υποβαθμίσουν την κοινοβουλευτική διαδικασία).
Η πανδημία λειτούργησε ως ένας καταλύτης που επιτάχυνε τις αλλαγές, δημιουργώντας συνθήκες κρίσης σε πολλά επίπεδα. Αρκετοί πολίτες ένιωσαν πως οι προσπάθειες των Κυβερνήσεων να διαχειριστούν την πρώτη φάση της πανδημίας με σκληρά μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης δημιούργησε μία νέα συνθήκη επιβολής και καταστολής δικαιωμάτων. Η αγωνία για την ισορροπία ελευθερίας και ασφάλειας εργαλειοποιήθηκε από εξτρεμιστικές ομάδες όλου του φάσματος, οι οποίες προωθούσαν το αφήγημα μιας «Κοινωνίας της Επιτήρησης».
Οι διευρυμένοι κίνδυνοι και απειλές έχουν μεταβάλει την ίδια την έννοια της ασφάλειας και ως εκ τούτου και τις πολιτικές ασφάλειας.
Οι συνθήκες αυτές αποτυπώνουν με τον πλέον γλαφυρό τρόπο τις κοινωνίες διακινδύνευσης στις οποίες ζούμε. Οι διευρυμένοι κίνδυνοι και απειλές έχουν μεταβάλει την ίδια την έννοια της ασφάλειας και ως εκ τούτου και τις πολιτικές ασφάλειας. Μέσα σε ένα γενικότερο πλαίσιο κρίσης εμπιστοσύνης και σύγκρουσης ταυτοτήτων τα ζητήματα ασφάλειας αντί να ενώνουν, διχάζουν. Η ασφάλεια εκ των πραγμάτων βρίσκεται στο επίκεντρο των πολωμένων κοινωνιών του σήμερα.
Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Ελλάδας. Από το 2008, με ελάχιστες εξαιρέσεις, η Ελλάδα αποτελεί παράδειγμα πολωμένης κοινωνίας. Μία κοινωνία μπορεί να χαρακτηριστεί πολωμένη όταν κυριαρχούν δύο μεγάλοι και ανταγωνιστικοί πόλοι. Ας δούμε όλα τα αντιθετικά σχήματα των τελευταίων ετών. Μνημόνιο- Αντι-μνημόνιο, Ναι/Όχι στο δημοψήφισμα (αντιπαράθεση για τη θέση της χώρας στην Ευρώπη), Ναι/ Όχι στη Συμφωνία των Πρεσπών, Υπέρ και Κατά των Εμβολίων. Χωρίς να μπούμε σε ορθολογική ανάλυση για τα επιχειρήματα και τη θέση της μίας ή της άλλης πλευράς, αυτό που παρατηρούμε, από τη σκοπιά των πολωμένων κοινωνιών, είναι οι διχοτομίες, η πόλωση και οι εντάσεις που αυτή προκαλεί.
Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν μία εκτεταμένη κρίση δημοκρατίας, με μεγάλες ανισότητες και βαθιές διχοτομίες. Το κίνημα Black Lives Matter αποτύπωσε αυτή τη δυναμική της αντιπαράθεσης και τελικά της σύγκρουσης ταυτοτήτων.
Δεν είναι όμως μόνο η Ελλάδα. Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν μία εκτεταμένη κρίση δημοκρατίας, με μεγάλες ανισότητες και βαθιές διχοτομίες. Το κίνημα Black Lives Matter αποτύπωσε αυτή τη δυναμική της αντιπαράθεσης και τελικά της σύγκρουσης ταυτοτήτων. Η εισβολή στο Καπιτώλιο ήταν το σημείο μηδέν για τη μεγαλύτερη δημοκρατία της Δύσης, δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως ο πρώην και από τον Ιανουάριο του 2025 νυν Πρόεδρος Ντόναλντ Τράμπ κατηγορήθηκε για υποκίνηση εξέγερσης και για πρόκληση βίας. Η σημαντικότερη όμως απειλή για τις ΗΠΑ πηγάζει μέσα από το θολό τοπίο των διαφόρων ριζοσπαστικοποιημένων ομάδων και ατόμων που πιστεύουν σε θεωρίες συνομωσίας, με αποτέλεσμα τις διάφορες δολοφονικές επιθέσεις ανθρώπων που υποστηρίζουν την QAnon ή την «Μεγάλη Αντικατάσταση». Ένας θολός αντισυστημισμός, που χαρακτηρίζει τη βία στην μεταπανδημική εποχή.
Όπως είναι αναμενόμενο σε ένα τόσο έντονο διχαστικό σκηνικό η ασφάλεια επηρεάζεται σημαντικά. Τα προβλήματα ξεκινούν από την εργαλειοποίηση των πολιτικών ασφάλειας μέσα σε ένα πλαίσιο έντονου πολιτικού, αλλά και κομματικού ανταγωνισμού. Οι πολιτικές αστυνόμευσης προσεγγίζονται με όρους άσπρου-μαύρου και σε ένα πλαίσιο αντιπαράθεσης που δεν αφήνει χώρο σε συναίνεση. Δεν είναι τυχαίο πως οι περισσότερες Κυβερνήσεις διεθνώς κατηγορήθηκαν για αύξηση της καταστολής κατά την περίοδο την πανδημίας.
…η υποχώρηση του αισθήματος εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς που είναι επιφορτισμένοι με την επιβολή του νόμου και κυρίως προς τις αστυνομίες.
Το δεύτερο και σημαντικό στοιχείο είναι η υποχώρηση του αισθήματος εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς που είναι επιφορτισμένοι με την επιβολή του νόμου και κυρίως προς τις αστυνομίες. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί ρωγμές στο Κοινωνικό Συμβόλαιο, αλλά και αμφισβήτηση στο πρωτείο άσκησης νόμιμης βίας που έχουν οι αστυνομίες. Η σχέση αστυνομίας-πολιτών, γίνεται δυσκολότερη και η αντίδραση έχει μετατραπεί σε κυρίαρχο χαρακτηριστικό.
Η παρατεταμένη πόλωση έχει οδηγήσει στη ριζοσπαστικοποίηση μεγάλου αριθμού πολιτών, χωρίς απαραίτητα αυτή να έχει προκύψει από την υποστήριξη μίας συγκεκριμένης ιδεολογίας. Αντίθετα, το βασικό ενοποιητικό στοιχείο είναι ο αντικυβερνητισμός και αντιελιτισμός που διαπερνά ιδεολογίες και πολιτικές πεποιθήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο η αστυνομία στοχοποιείται ως ο φορέας που εκφράζει την επιβολή κυβερνητικών και εξουσιαστικών πολιτικών. Η συμμετοχή σε διαδηλώσεις στο δρόμο, ιδιαίτερα κατά την πρώτη περίοδο της πανδημίας, οδήγησε σε αντιπαραθέσεις και σε βίαια επεισόδια με την αστυνομία σε πολλές χώρες. Οι καθημερινές συγκρουσιακές εμπλοκές αυξάνουν τη χρήση βίας.
Ειδική περίπτωση αποτελούν οι κλειστές κοινότητες και κοινωνίες. Σε αρκετές περιπτώσεις από αυτές τις ομάδες πληθυσμού βλέπουμε βίαιες ή και εγκληματικές συμπεριφορές. Η σχέση αυτών των κοινοτήτων με το κράτος γενικότερα, αλλά και την αστυνομία ειδικότερα, είναι εξόχως προβληματική, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις βλέπουμε πολιτικές υπερ-αστυνόμευσης, που μπορεί να οδηγήσει σε ευμενώς διακριτική αντιμετώπιση ή, αντίθετα, υπό-αστυνόμευσης που μπορεί να οδηγήσει στην εντατικοποίηση της ανομίας και της παραβατικής συμπεριφοράς. Είναι χαρακτηριστικό πως ακόμη και μοντέλα όπως αυτό της Κοινοτικής Αστυνόμευσης στη Μεγάλη Βρετανία αγγίζουν τα όριά τους.
Η Παράμετρος του Κυβερνοχώρου
Μέσα από τις συγκρουόμενες ταυτότητες έχει αναδειχθεί ένας μισαλλόδοξος διαδικτυακός ακτιβισμός που σε αρκετές περιπτώσεις στηρίζεται στην παραπληροφόρηση και σε ψευδείς ειδήσεις και αλληλοεπιδρά με την διαδικτυακή προπαγάνδα των εξτρεμιστικών οργανώσεων.
Είναι κρίσιμο το γεγονός πως το διαδίκτυο έχει καταστεί βασικό μέσο προώθησης της βίας, αλλά και του διχαστικού και μισαλλόδοξου λόγου. Μέσα από τις συγκρουόμενες ταυτότητες έχει αναδειχθεί ένας μισαλλόδοξος διαδικτυακός ακτιβισμός που σε αρκετές περιπτώσεις στηρίζεται στην παραπληροφόρηση και σε ψευδείς ειδήσεις και αλληλοεπιδρά με την διαδικτυακή προπαγάνδα των εξτρεμιστικών οργανώσεων. Σε αυτή τη διαδικασία η διεκδίκηση δικαιωμάτων έχει μετατραπεί σε έναν τυφλό αντισυστημισμό που φλερτάρει με τον βίαιο και ακραία πολωτικό λόγο, τροφοδοτώντας τα επεισόδια των βίαιων κινηματικών δρώντων.
Η στροφή από τα παραδοσιακά κανάλια επικοινωνίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν βελτίωσε απαραίτητα την ποιότητα του πολιτικού λόγου. Αντίθετα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι γνωστό ότι λειτουργούν ως echo chambers της πόλωσης και προωθούν τη ρητορική «Εμείς εναντίον των Άλλων». Αυτοί οι παράγοντες συσχετίζονται με τον διαδικτυακό εκφοβισμό, την παρενόχληση και, ειδικότερα, τη ρητορική μίσους.
Η παραπληροφόρηση, η διασπορά ψευδών ειδήσεων και η διάχυση θεωριών συνωμοσίας συνιστούν απειλή για τη δημοκρατία και έχουν προκαλέσει σημαντικά προβλήματα σε εκλογικές διαδικασίες και τροφοδοτούν την πόλωση.
Η παραπληροφόρηση, η διασπορά ψευδών ειδήσεων και η διάχυση θεωριών συνωμοσίας συνιστούν απειλή για τη δημοκρατία και έχουν προκαλέσει σημαντικά προβλήματα σε εκλογικές διαδικασίες και τροφοδοτούν την πόλωση. Ο διχαστικός και ο μισαλλόδοξος λόγος έχουν τροφοδοτήσει πολλές φορές ρατσιστική βία και εγκλήματα. Το Διαδίκτυο χρησιμοποιείται από τις τρομοκρατικές οργανώσεις για να ριζοσπαστικοποιήσουν, στρατολογήσουν, διαδώσουν προπαγάνδα, ακόμη και για να προετοιμάσουν και να εκτελέσουν επιθέσεις. Εξίσου σημαντική είναι και η χρήση του Διαδικτύου για εγκληματικές δραστηριότητες. Η ελευθερία του λόγου μπορεί να επιτρέψει και τη διάχυση εγχειριδίων με απλές συμβουλές τρομοκρατικών επιθέσεων; Κάτι τέτοιο είχε κάνει η Daesh το 2016 μέσω του Twitter.
Η Μεταναστευτική/ Προσφυγική Κρίση
…η προβληματική και απλουστευτική σύνδεση του προσφυγικού με την τρομοκρατία είναι τα βασικά γεγονότα- καταλύτες που διαμόρφωσαν τις συνθήκες ασφάλειας στην Ε.Ε. τα τελευταία χρόνια.
Οι μεταναστευτικές πιέσεις που το 2015 εξελίχθηκαν στην μεγαλύτερη προσφυγική κρίση των τελευταίων ετών, αλλά και οι τρομοκρατικές επιθέσεις και σε ορισμένες περιπτώσεις η προβληματική και απλουστευτική σύνδεση του προσφυγικού με την τρομοκρατία είναι τα βασικά γεγονότα- καταλύτες που διαμόρφωσαν τις συνθήκες ασφάλειας στην Ε.Ε. τα τελευταία χρόνια. Ειδικότερα, προκάλεσαν δύο σημαντικές επιπτώσεις: α) την επιστροφή των εθνικών προσλήψεων και απαντήσεων και β) την πόλωση των κοινωνιών[10].
Τα σύνορα και η σύνδεση με την κρατική κυριαρχία είναι ο βασικός τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνουν τα ευρωπαϊκά κράτη τις επιπτώσεις ασφάλειας της μετανάστευσης σήμερα[11]. Τα σύνορα, που είναι η πιο παραδοσιακή διαχωριστική γραμμή της ανθρώπινης ιστορίας, η αγωνιώδης προσπάθεια των ανθρώπων που στις περισσότερες περιπτώσεις αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια και την πατρίδα τους για να αναζητήσουν μία νέα ζωή, αλλά και ο φόβος για το διαφορετικό, η αλλαγή στην καθημερινότητα των χωρών υποδοχής και η αίσθηση απειλής για την ταυτότητα με όρους θρησκείας, πολιτισμού και γλώσσας, συνθέτουν ένα δύσκολο και πολύπλοκο πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα.
Δύο γεγονότα που σχετίζονται με την ασφάλεια είναι αυτά που απελευθέρωσαν τις δυναμικές της πόλωσης γύρω από το ζήτημα της μετανάστευσης. Το πρώτο είναι η προβληματική σύνδεση των μικτών κινήσεων με την τρομοκρατία με αφορμή τις επιθέσεις στο Παρίσι το Νοέμβριο του 2015[12] και το δεύτερο είναι οι σεξουαλικές επιθέσεις ανήμερα της Πρωτοχρονιάς του 2016 στην Κολωνία οι οποίες αποδόθηκαν σε πρόσφυγες. Με αφορμή αυτά τα περιστατικά παρατηρήθηκε σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες μία παρατεταμένη πολιτική και κοινωνική πόλωση που σε ορισμένες περιπτώσεις οδήγησε σε επεισόδια, συγκρούσεις, ακόμη και στη χρήση βίας.
Η κοινή συνισταμένη και στα δύο ζητήματα είναι η σύνδεση των τρομοκρατικών επιθέσεων και των διογκωμένων μεταναστευτικών κινήσεων με τις πολιτικές ενσωμάτωσης και πολυπολιτισμικότητας και ιδιαίτερα με τη διάσταση της θρησκείας και της ανεκτικότητας ως προς το Ισλάμ. Η αίσθηση της απειλής της ταυτότητας και ο φόβος για το «Άλλο» επιδεινώθηκε ριζικά από την ισλαμιστική τρομοκρατία, η οποία οδήγησε ακόμη και σε ταυτολογικές προσεγγίσεις του Ισλάμ ως «τρομοκρατική» θρησκεία.
…ενισχυθήκαν οι λαϊκίστικοί, οι εθνικιστικοί και οι ακροδεξιοί σχηματισμοί, ενώ κυριάρχησε και μία σκληρή και σε μεγάλο βαθμό αντί-μεταναστευτική ρητορική στο δημόσιο διάλογο.
Σε επίπεδο πολιτικής, ενισχυθήκαν οι λαϊκίστικοί, οι εθνικιστικοί και οι ακροδεξιοί σχηματισμοί, ενώ κυριάρχησε και μία σκληρή και σε μεγάλο βαθμό αντί-μεταναστευτική ρητορική στο δημόσιο διάλογο. Ωστόσο, αυτή η πολιτική αντίδραση και ρητορική δεν περιορίστηκε μόνο στους ακραίους πολιτικούς χώρους, καθώς και παραδοσιακοί πολιτικοί σχηματισμοί υιοθέτησαν μία σκληρή ρητορική και οδηγήθηκαν στην εφαρμογή πολιτικών αποτροπής των μεταναστών, ακόμη και αν αυτές έρχονταν σε αντιδιαστολή με το ευρωπαϊκό κεκτημένο[13].
Μέσα σε αυτό το πολωμένο κλίμα υπήρξε ένταση του ακροδεξιού εξτρεμισμού με τη στοχοποίηση μεταναστών και προσφύγων, τις μηχανοκίνητες περιπολίες και τις βίαιες συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις που καταλήγουν σε συγκρούσεις με ακροαριστερές και αναρχικές ομάδες, αλλά και με την αστυνομία, όπως στο Βέλγιο και στη Γερμανία. Ωστόσο, οι εντάσεις, οι συγκρούσεις και η χρήση βίας δεν περιορίστηκαν μόνο εκεί. Επεισόδια σημειώθηκαν μεταξύ κατοίκων και μεταναστευτικών- προσφυγικών πληθυσμών, αλλά και κατοίκων και Σωμάτων Ασφαλείας. Τέλος, πορείες και βίαιες συγκρούσεις μεταξύ μεταναστών και προσφύγων, αλλά και επιθέσεις εναντίον του προσωπικού των Σωμάτων Ασφαλείας συνθέτουν το μωσαϊκό της κλιμάκωσης της βίας.
Μία άλλη διάσταση αφορά τη σύνδεση της φιλοξενίας και της διαμονής προσφύγων σε μία χώρα με το ενδεχόμενο ριζοσπαστικοποίησης τους και καταφυγής τους στην ένοπλη βία, μία προσέγγιση που τυγχάνει ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια
Μία άλλη διάσταση αφορά τη σύνδεση της φιλοξενίας και της διαμονής προσφύγων σε μία χώρα με το ενδεχόμενο ριζοσπαστικοποίησης τους και καταφυγής τους στην ένοπλη βία, μία προσέγγιση που τυγχάνει ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια. Οι περισσότερες μελέτες δίνουν έμφαση στην ανάλυση δύο ειδών περιπτώσεων: α) ριζοσπαστικοποίηση και δημιουργία ένοπλων ομάδων εντός των κέντρων υποδοχής και διαμονής προσφύγων και β) ένοπλες ομάδες που αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από τα πεδία των μαχών και να βρεθούν σε κέντρα υποδοχής και διαμονής προσφύγων. Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται δυναμικά και μία τρίτη περιπτωσιολογική μελέτη, αυτή της ριζοσπαστικοποίησης και της στρατολόγησης προσφύγων από τρομοκρατικές οργανώσεις που διεισδύουν στα κέντρα υποδοχής και διαμονής προσφύγων[14]. Πρέπει ωστόσο να τονιστεί πως από τη βιβλιογραφία δεν προκύπτει μία ευθεία γραμμή συνολικής σύνδεσης των προσφύγων με τη ριζοσπαστικοποίηση, την στρατολόγηση και την καταφυγή στη βία, καθώς υπάρχουν και αρκετά παραδείγματα φιλοξενίας προσφύγων σε χώρες χωρίς να προκύψει ριζοσπαστικοποίηση και βία.
Η τρίτη διάσταση του εξτρεμισμού ως αποτέλεσμα της πόλωσης γύρω από το μεταναστευτικό αφορά την λεγόμενη και «αμοιβαία» ριζοσπαστικοποίηση ανάμεσα σε ακραίους Ισλαμιστές και ακροδεξιούς.
Η τρίτη διάσταση του εξτρεμισμού ως αποτέλεσμα της πόλωσης γύρω από το μεταναστευτικό αφορά την λεγόμενη και «αμοιβαία» ριζοσπαστικοποίηση ανάμεσα σε ακραίους Ισλαμιστές και ακροδεξιούς που μπορεί να οδηγήσει στο βίαιο εξτρεμισμό και από τις δύο πλευρές[15]. Εντός αυτού του πλαισίου υπάρχει όξυνση των φοβικών αισθημάτων για τους μουσουλμάνους μετανάστες και της Ισλαμοφοβίας και αναπτύσσεται μία ακόμη δυναμική περιθωριοποίησης τους. Αυτή τη δυναμική θέλουν να εκμεταλλευτούν και οι τζιχαντιστές τρομοκράτες για να μπορέσουν να ριζοσπαστικοποιήσουν και να στρατολογήσουν νέους μαχητές. Κρίσιμη παράμετρος σε αυτό το ζήτημα είναι η επιστροφή των ευρωπαίων αλλοδαπών μαχητών από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλέπουμε και τον ανταγωνισμό και την σύγκρουση ακροδεξιών με αναρχικών και ακροαριστερών εξτρεμιστών γύρω από το μεταναστευτικό ζήτημα[16].
Μία από τις πιο επικίνδυνες επιπτώσεις των τρομοκρατικών επιθέσεων, είναι ξεκάθαρα η ενίσχυση των ακροδεξιών και των εθνικιστικών πολιτικών φωνών. Σε πολιτικό επίπεδο οι τζιχαντιστές ευνοούν την ακροδεξιά και αυτή την παράμετρο πρέπει να τη λάβουμε σοβαρά υπόψη μας αν θέλουμε να έχουμε τη συνολική εικόνα των προκλήσεων για την Ευρώπη από την ισλαμιστική τρομοκρατία.
Το φυσικό επακόλουθο της αποδυνάμωσης των παραδοσιακών κομμάτων είναι η ενδυνάμωση των λαϊκιστικών και αντισυστημικών πολιτικών σχηματισμών.
Το φυσικό επακόλουθο της αποδυνάμωσης των παραδοσιακών κομμάτων είναι η ενδυνάμωση των λαϊκιστικών και αντισυστημικών πολιτικών σχηματισμών, μία τάση που στη Γαλλία έχει πάρει τη μορφή της σταδιακής και σταθερής ανόδου του Εθνικού Μετώπου, ειδικά μετά την ανάληψη της ηγεσίας από την Μαρίν Λεπέν- την κόρη του ιδρυτή. Η ευκολία με την οποία τα λαϊκιστικά και αντισυστημικά κόμματα- ανεξαρτήτως ιδεολογικής εκκίνησης- εκφέρουν έναν πολιτικό λόγο απλουστευμένο, βασισμένο σε θεωρίες συνομωσίας και καλλιεργώντας τα εθνικιστικά ένστικτα, ο οποίος καταναλώνεται με μία ηδονιστική διαδικασία από το λαό- τον οποίο σπεύδουν πάντα να ανάγουν σε επιούσιο και να τον χαϊδεύουν με κάθε δυνατό τρόπο, επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό τον πολιτικό διάλογο. Η μεγαλύτερη επιτυχία των εθνολαικιστικών σχηματισμών είναι η επιβολή της δικής τους agenda, είναι το στρατηγικό τους όπλο για να μπορέσουν να βγάλουν τα παραδοσιακά κόμματα από την κανονικότητα της διακυβέρνησης και της διαχείρισης.
Η Κρίση της Πανδημίας
Η πανδημία, όπως είδαμε σε πολλές χώρες της Ε.Ε., αλλά και στις ΗΠΑ, λειτούργησε ως καταλύτης και επηρέασε τη ριζοσπαστικοποίηση, αλλά και τον τρόπο δραστηριοποίησης των εξτρεμιστικών ομάδων.
Το βασικό υπόστρωμα για να αναπτυχθούν οι δυναμικές της πολιτικής βίας είναι η πόλωση των κοινωνιών. Η πανδημία, όπως είδαμε σε πολλές χώρες της Ε.Ε., αλλά και στις ΗΠΑ, λειτούργησε ως καταλύτης και επηρέασε τη ριζοσπαστικοποίηση, αλλά και τον τρόπο δραστηριοποίησης των εξτρεμιστικών ομάδων. Κινήματα διαμαρτυρίας ενισχύθηκαν, ενώ δημιουργήθηκαν και νέα. Σε αρκετές περιπτώσεις, ομάδες πολιτών ανέπτυξαν μία αντιδραστική προς το κράτος ταυτότητα, με αποτέλεσμα η πόλωση να ενταθεί και να υπάρξουν ακόμη και βίαια ξεσπάσματα.
Η κρίση της πανδημίας ήταν αυτή που ανέδειξε και τις πολλές συνδέσεις και αλληλεπιδράσεις που μπορούν να προκύψουν μεταξύ διαφορετικών μορφών ριζοσπαστικοποίησης, όπως τα τεχνοφοβικά και αντεμβολιαστικά κινήματα τόσο με ακροδεξιές, όσο και με ακροαριστερές βίαιες οργανώσεις. Η πανδημία επίσης έφερε στο προσκήνιο μία από τις πρώτες μεγάλες συζητήσεις που υπήρχαν σε επιστημονικό επίπεδο γύρω από την ριζοσπαστικοποίηση και αφορά το ρόλο της ιδεολογίας και της αντίδρασης ως κρίσιμο παράγοντα. Η γνωσιακή (Cognitive) ριζοσπαστικοποίηση αναδεικνύει ως βασικό παράγοντα επιρροής την ιδεολογία, την θρησκεία ή κάποιο πιστεύω μεγάλου φάσματος που μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους στο μονοπάτι της βίας. Αντίθετα, η συμπεριφορική (Behavioral) ριζοσπαστικοποίηση δίνει έμφαση στα ζητήματα που επηρεάζουν τη συμπεριφορά και εδώ κύριο ρόλο διαδραματίζουν το παράπονο, η οργή και η αντίδραση έναντι μίας πρωτοβουλίας ή μίας πολιτικής, αλλά και ζητήματα όπως η αναζήτηση ταυτότητας ή γενικότερα του ανήκειν. Σε αρκετές χώρες η πανδημία οδήγησε την ιδεολογία σε δεύτερη μοίρα και είδαμε κινήματα κατά της πανδημίας, τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις έγιναν βίαια, και στα οποία συμμετείχαν τόσο ακροδεξιοί, όσο και ακροαριστεροί ή και αναρχικοί, δημιουργώντας ένα σκηνικό αντισυστημικής αντίδρασης. Αυτή η μορφή ριζοσπαστικοποίησης είναι ιδιαιτέρως γνωστή και διαδεδομένη στην Ελλάδα. Την συναντήσαμε και κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όπου την κρίση και τα περιοριστικά μέτρα εκμεταλλεύτηκαν τόσο ακροδεξιές, όσο και κυρίως αναρχικές οργανώσεις, αλλά κυρίως κατά την περίοδο της μεγάλης έξαρσης της μαζικής αντισυστημικής βίας. Η περίοδος του Αντιμνημονίου και των Αγανακτισμένων αποτελεί την επιτομή της αντισυστημικής βίας που σχετικοποιεί τις ιδεολογίες (Πάνω και Κάτω Πλατεία). Παρά λοιπόν την σχετική συζήτηση, που γίνεται και σε επίπεδο Ε.Ε., για το αν βρισκόμαστε στην εποχή που δεν επηρεάζουν οι ιδεολογίες, η πραγματικότητα είναι πως η ιδεολογία και η θρησκεία παραμένουν σημαντικές παράμετροι και ιδιαίτερα η στρέβλωση της δεύτερης αποτελεί συστατικό στοιχείο προπαγάνδας και στρατολόγησης.
Από το 2010 όμως και σταδιακά, ιδιαίτερα από τη στιγμή που τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης και οι κρυπτογραφημένες πλατφόρμες επικοινωνίας κυριάρχησαν και έφεραν μία πραγματική επανάσταση στην καθημερινή επικοινωνία των ανθρώπων, άλλαξε δραστικά και το περιβάλλον που εξελίσσεται η ριζοσπαστικοποίηση, με την διαδικτυακή διάσταση να είναι κυρίαρχη.
Για πολλά χρόνια η συζήτηση περί ριζοσπαστικοποίησης έδινε έμφαση στα μέρη που εξελισσόταν αυτή. Τζαμιά και πολιτιστικά κέντρα στην ισλαμιστική ριζοσπαστικοποίηση, σχολές πολεμικών τεχνών, γυμναστήρια και μέταλ σκηνή για την ακροδεξιά, καταλήψεις, φυλακές, πανεπιστήμια για την ακροαριστερή και αναρχική. Από το 2010 όμως και σταδιακά, ιδιαίτερα από τη στιγμή που τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης και οι κρυπτογραφημένες πλατφόρμες επικοινωνίας κυριάρχησαν και έφεραν μία πραγματική επανάσταση στην καθημερινή επικοινωνία των ανθρώπων, άλλαξε δραστικά και το περιβάλλον που εξελίσσεται η ριζοσπαστικοποίηση, με την διαδικτυακή διάσταση να είναι κυρίαρχη. Η Daesh για παράδειγμα ήταν αυτή που έφερε την ισλαμιστική ριζοσπαστικοποίηση στην εποχή της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, εξελίσσοντας απίστευτα την διάδοση της προπαγάνδας, την στρατολόγηση και την κινητοποίηση στο διαδίκτυο. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, η μεγαλύτερη διαδικτυακή εξτρεμιστική κινητοποίηση προέρχεται από τις διάφορες ακροδεξιές οργανώσεις. Άλλωστε ο μεγάλος κερδισμένος της εργαλειοποίησης της αντίδρασης στα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας στο διαδίκτυο ήταν οι ακροδεξιές οργανώσεις, οι οποίες προσέγγισαν μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων ευάλωτων στην προπαγάνδα, κινητοποίησαν ριζοσπαστικοποιημένα άτομα και διέσπειραν την προπαγάνδα τους.
Σε αρκετές περιπτώσεις η εξτρεμιστική και τρομοκρατική προπαγάνδα βασίζεται σε θεωρίες συνομωσίας, από την «Μεγάλη Αντικατάσταση» των ακροδεξιών οργανώσεων, μέχρι την «Σιωνιστική Συνομωσία» των ισλαμιστικών, οι θεωρίες συνομωσίας ήταν και θα είναι εκεί.
Η σχετικοποίηση της ιδεολογίας και η διαδικτυακή διάσταση της ριζοσπαστικοποίησης συνδέονται και με μία άλλη σημαντική πτυχή που ενταντικοποιήθηκε επίσης κατά τη διάρκεια της πανδημίας και είναι οι θεωρίες συνομωσίας. Σε αρκετές περιπτώσεις η εξτρεμιστική και τρομοκρατική προπαγάνδα βασίζεται σε θεωρίες συνομωσίας, από την «Μεγάλη Αντικατάσταση» των ακροδεξιών οργανώσεων, μέχρι την «Σιωνιστική Συνομωσία» των ισλαμιστικών, οι θεωρίες συνομωσίας ήταν και θα είναι εκεί. Δεν είναι τυχαίο πως κυρίως οι ακροδεξιές, αλλά σε ένα βαθμό και οι ισλαμιστικές και οι ακροαριστερές οργανώσεις, αξιοποίησαν διάφορες θεωρίες συνομωσίας για την προέλευση της πανδημίας, με στόχο να παρουσιάσουν την επιβεβαίωση της προπαγάνδας τους. Πέραν όμως των οργανώσεων οι θεωρίες συνομωσίας, τύπου QAnon λειτουργούν και ως μία μορφή παγκόσμιου δικτύου που ενώνει ανθρώπους και ομάδες που δεν είναι πλήρως ενσωματωμένες σε οργανώσεις. Εξίσου επικίνδυνη είναι και η επίδραση που έχουν οι θεωρίες συνομωσίας σε μεμονωμένους ιδιώτες, οι οποίοι έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί κυρίως στο διαδίκτυο, και η θεωρία είναι ο καταλύτης που μπορεί να τους οδηγήσει στη βία και στο να μετατραπούν σε μοναχικούς δρώντες. Μία χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο δολοφόνος του πρώην Ιάπωνα Πρωθυπουργού Άμπε, ο οποίος πίστευε πως ο Άμπε ήταν μέλος μίας παραθρησκευτικής οργάνωσης, η οποία ήταν υπεύθυνη για την απώλεια της περιουσίας της μητέρας του.
Σε αυτό το πεδίο συναντάμε για παράδειγμα και την άνοδο του ακροδεξιού βίαιου εξτρεμισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού, όπου, επιπλέον συχνά εξελίσσεται μέσα σε κλίμα ευαγγελικής αποκάλυψης. Καύσιμο αυτής της ανόδου αποτελούν οι θεωρίες συνωμοσίας, οι οποίες λειτουργούν ανακουφιστικά ως προς τους δράστες και τους υποκινητές των βίαιων επεισοδίων αφού, μέσω της συνομωσιολογίας, περισώζεται η «τιμή» και η ταυτότητα της ομάδας οποιαδήποτε κατάληξη κι αν έχει το καταστροφικό τους έργο. Στην πραγματικότητα ισχύει το «πιστεύω σε θεωρία συνομωσίας, άρα υπάρχω».
Η κρίση της πανδημίας συνέβαλε στη διασπορά πάρα πολλών θεωριών συνομωσίας και γενικότερα στην εντατικοποίηση της παραπληροφόρησης. Είναι άλλωστε γνωστό πως οι θεωρίες συνομωσίας παίζουν σημαντικό ρόλο στη ριζοσπαστικοποίηση, με χαρακτηριστικά παραδείγματα, τους δράστες των επιθέσεων σε Christchurch και Hanau (δήθεν αποικισμός από μουσουλμάνους μετανάστες, αλλοίωση της ταυτότητας, σχέδιο «αόρατων» κέντρων αποφάσεων κ.ά.). Ειδικότερα, η πανδημία έδωσε την ευκαιρία στις εξτρεμιστικές ομάδες να ενδυναμώσουν τα αφηγήματα που σχετίζονται με το μίσος, την ξενοφοβία και τη στοχοποίηση θρησκευτικών, πολιτισμικών και φυλετικών ομάδων, αλλά και την αντίδραση στην παγκοσμιοποίηση, στον καπιταλισμό και στην εκλαμβανόμενη ως κρατική καταστολή. Ιδιαίτερα δημοφιλείς ήταν οι διάφορες θεωρίες συνομωσίας για την υποτιθέμενη κατασκευή του ιού σε εργαστήριο, ώστε να χρησιμοποιηθεί για την επιβολή μέτρων καταστολής και οικονομικού ελέγχου, οι οποίες διακινήθηκαν από εξτρεμιστικές ομάδες και των δύο άκρων.
Παράλληλα, το λεγόμενο «infodemic» της διασποράς ψευδών ειδήσεων δεν είναι πάντα ανεξάρτητο αποτέλεσμα ελλιπούς πληροφόρησης ή λάθους στην κρίση των χρηστών πλατφορμών αλλά μια σοβαρή, συστημική, εκ των έσω διάσταση της συνομωσιολογίας που απευθύνεται σε μοναχικούς δρώντες, με στόχο πολιτικά οφέλη.
Παράλληλα, το λεγόμενο «infodemic» της διασποράς ψευδών ειδήσεων δεν είναι πάντα ανεξάρτητο αποτέλεσμα ελλιπούς πληροφόρησης ή λάθους στην κρίση των χρηστών πλατφορμών αλλά μια σοβαρή, συστημική, εκ των έσω διάσταση της συνομωσιολογίας που απευθύνεται σε μοναχικούς δρώντες, με στόχο πολιτικά οφέλη. Πρόκειται για μια διάσταση που υπάρχει και στο πλαίσιο των υβριδικών απειλών. Οι θεωρίες συνομωσίας χρησιμοποιήθηκαν ευρέως για την προώθηση της υποψηφιότητας Τράμπ στις εκλογές του 2016, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση την θεωρία QAnon. Μια άλλη περίπτωση είναι αυτή της υποψηφιότητας Μπολσονάρο στην Βραζιλία, όπου η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τις πλατφόρμες μηνυμάτων για να διαδώσει παραπλανητικές ειδήσεις, να τρομοκρατήσει σε σχέση με αλλότριες εκλογικές επιλογές, να καταστήσει αναξιόπιστη την αντιπολίτευση και να τη φιμώσει. Δεν είναι τυχαίο πως στη βάση υποστήριξης και των δύο αυτών πολιτικών υπήρχαν βίαιες ακροδεξιές ομάδες.
Οι μοναχικοί δρώντες, τέλος, είναι ένα ακόμη σημαντικό χαρακτηριστικό της διαδικασίας ριζοσπαστικοποίησης στις μέρες μας. Αναφερόμαστε σε ανθρώπους που δεν ανήκουν σε μία συγκεκριμένη τρομοκρατική οργάνωση η ομάδα, αλλά που ριζοσπαστικοποιήθηκαν μόνοι τους και πραγματοποίησαν την επίθεση μόνη τους. Βέβαια, στην εποχή του διαδικτύου δεν μπορεί κανείς να αποτελέσει κυριολεκτικά μοναχικό δρώντα, καθώς το παγκόσμιο τζιχαντιστικό κίνημα λειτουργεί ως μία διαδικασία σύνδεσης, παρέχοντας «υπηρεσίες» προπαγάνδας, κατήχησης, στρατολόγησης και προετοιμασίας επίθεσης. Αυτός είναι και ο λόγος που σε αρκετές περιπτώσεις μοναχικοί δρώντες είναι ενταγμένοι στην παγκόσμια τζιχαντόσφαιρα (Jihadi- sphere). Η παράδοση των μοναχικών δρώντων αφορά σε σημαντικό βαθμό και την ακροδεξιά εξτρεμιστική σκηνή, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τον Άντερς Μπρέιβικ.
Συμπεράσματα
Τα τελευταία χρόνια οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν μια παρατεταμένη κατάσταση κρίσεων, που μπορεί να αποτυπωθεί ως ο συνδυασμός δύο κρισιακών διαδικασιών- πολυκρίσεων (poly- crisis) και μόνιμης κρίσης (perma- crisis).
Τα τελευταία χρόνια οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν μια παρατεταμένη κατάσταση κρίσεων, που μπορεί να αποτυπωθεί ως ο συνδυασμός δύο κρισιακών διαδικασιών- πολυκρίσεων (poly- crisis) και μόνιμης κρίσης (perma- crisis). Αρκετές από αυτές τις κρίσεις έχουν σχέση με την ασφάλεια, είναι δηλαδή και κρίσεις ασφάλειας, ενώ άλλες, όπως η πανδημία, είχαν επιπτώσεις και στον τομέα της ασφάλειας. Μια από τις σημαντικότερες επιπτώσεις των κρίσεων είναι η πόλωση των κοινωνιών, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις πήρε σχεδόν μόνιμα χαρακτηριστικά και οδήγησε στην σημαντική ενίσχυση λαϊκιστικών πολιτικών σχηματισμών και προσώπων. Πρόκειται ουσιαστικά για μια διαδικασία πολιτικοποίησης των κρίσεων, η οποία συνδέθηκε με μισαλλόδοξο λόγο, θεωρίες συνομωσίας και παραπληροφόρηση. Κρίσιμος, αλλά δυστυχώς αρνητικός σε αυτή την περίπτωση, είναι και ο ρόλος του κυβερνοχώρου και ειδικότερα τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Η πόλωση λειτουργεί ως το υπόβαθρο για την ριζοσπαστικοποίηση που οδηγεί στον βίαιο εξτρεμισμό.
Αυτή την συνθήκη επιβεβαίωσαν δύο μεγάλες κρίσεις που αντιμετώπισε η Ε.Ε., αλλά είχαν διαφορετική αιτία και χαρακτηριστικά και διαφορετικό χρόνο εμφάνισης. Η πρώτη ήταν η προσφυγική/ μεταναστευτική κρίση της περιόδου 2015- 2016 και η δεύτερη η κρίση της πανδημίας που αποτέλεσε ένα παγκόσμιο σοκ για τα κράτη και τις κοινωνίες. Μπορούμε να αναδείξουμε πολλές και διαφορετικές επιπτώσεις των κρίσεων, ωστόσο, το συγκεκριμένο κείμενο εστίασε στον τρόπο με τον οποίο η πόλωση, ως αποτέλεσμα των κρίσεων, ενίσχυσε την ριζοσπαστικοποίηση και τον βίαιο εξτρεμισμό, κυρίως στην ακροδεξιά κατεύθυνση. Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε αυτή τη μορφή ριζοσπαστικοποίησης ως εκπορευόμενη από τις κρίσεις. Μια βίαιη κατάληξη πέρα και πάνω από ιδεολογίες, που έχει ως κοινή συνισταμένη τα παράπονα, την απουσία εμπιστοσύνης έναντι των θεσμών και της δυνατότητας των κρατών να διαχειριστούν τις κρίσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, είναι κρίσιμο τα κράτη να σχεδιάσουν και να αναπτύξουν πολιτικές πρόληψης του βίαιου εξτρεμισμού, εκκινώντας από την διαχείριση της πόλωσης. Το τελευταίο άλλωστε διάστημα, όπως αναδεικνύουν και οι στρατηγικές της Ε.Ε. και ιδιαιτέρως αυτή που αφορά την εσωτερική ασφάλεια, η αντιμετώπιση της πόλωσης έχει αναδειχτεί σε βασικό προαπαιτούμενο για τη ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και την προστασία της δημοκρατίας. Επί της ουσίας, η διαχείριση της πόλωσης αποτελεί συστατικό της γενικότερης πολιτικής ανθεκτικότητας έναντι εσωτερικών και εξωτερικών απειλών και κινδύνων. Σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντικό να υπάρξει μια ευρεία εργαλειοθήκη μέτρων πρόληψης και ανθεκτικότητας που να καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα δραστηριοτήτων, που συμπεριλαμβάνει τον κυβερνοχώρο και την επικοινωνία. Ένα πλαίσιο δηλαδή πολιτικής που θα ενισχύσει τα υπάρχοντα μέτρα και πολιτικές για την πρόληψη και την καταπολέμηση του βίαιου εξτρεμισμού, δίνοντας έμφαση στο στάδιο πριν την ριζοσπαστικοποίηση και κυρίως σε επίπεδο κοινωνίας και όχι ατόμου, αλλά και στην ευαισθητοποίηση και την ενημέρωση των πολιτών και ιδιαιτέρως των νέων. Κρίσιμη παράμετρος σε αυτή την άσκηση αποτελεί η συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, τους επαγγελματίες της ενημέρωσης, αλλά και προσωπικότητες με επίδραση στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Μπορεί να φανεί απλουστευτικό, αλλά είναι σημαντικό να διαμορφωθεί ένα θελκτικό αφήγημα που να αναδεικνύει τα θετικά της δημοκρατίας και της πολιτικής συμμετοχής. Η εργαλειοθήκη αυτή μπορεί να περιλαμβάνει, μεταξύ των άλλων, μέτρα όπως τα ακόλουθα:
- Ενίσχυση της έρευνας για τις νέες τάσεις στα εξτρεμιστικά αφηγήματα και την σύνδεσή τους με την κοινωνική και πολιτική πόλωση.
- Χρήση εργαλείων εντοπισμού και ανάλυσης του εξτρεμιστικού περιεχομένου στο διαδίκτυο, με έμφαση στη διασύνδεση αυτού του περιεχομένου με τις θεωρίες συνομωσίας και την όξυνση των διαιρετικών τομών.
- Αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού, διαχείριση των παραπόνων των κοινωνικών ομάδων και ενίσχυση της ανθεκτικότητας της κοινωνίας, με πολιτικές που καλύπτουν τρία επίπεδα παρεμβάσεων- γενικός πληθυσμός- ευάλωτες ομάδες και άνθρωποι- άνθρωποι που βρίσκονται σε πρώιμη φάση ριζοσπαστικοποίησης.
- Ενδυνάμωση των επαγγελματιών πρώτης γραμμής για την πρόληψη και την αντιμετώπιση του ακροδεξιού εξτρεμισμού και του ρατσιστικού εγκλήματος, δίνοντας τους επιπρόσθετα εργαλεία για την κατανόηση της πόλωσης και της σύνδεσης της με την ριζοσπαστικοποίηση και τον βίαιο εξτρεμισμό.
- Ενίσχυση της δι-υπηρεσιακής συνεργασίας για την υλοποίηση δράσεων πρόληψης και δημιουργία στρατηγικών δικτύων συνεργασίας, στα οποία θα συμμετέχουν και οι επαγγελματίες των ΜΜΕ και των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, δημιουργώντας πλατφόρμες δημοσίου- ιδιωτικού τομέα.
- Δημιουργία εναλλακτικών θετικών αφηγημάτων: ενίσχυση της αίσθησης του ανήκειν στην κοινωνία και στην πολιτεία και αξιοποίηση εργαλείων στρατηγικής επικοινωνίας.
- Υποστήριξη πιστοποιημένων, ανεξάρτητων οργανισμών επαλήθευσης γεγονότων με πόρους και εργαλεία.
- Εφαρμογή ολοκληρωμένων προγραμμάτων ψηφιακού γραμματισμού στα εκπαιδευτικά προγράμματα σπουδών.
- Δημιουργία αφηγηματικών εκστρατειών βασισμένων σε εμπειρικά τεκμηριωμένα δεδομένα που διαψεύδουν την παραπληροφόρηση και την εργαλειοποίηση της πόλωσης.
[1] Η χρήση της έννοιας της πόλωσης εμφανίζεται στη βιβλιογραφία ως άρρηκτα συνδεδεμένη με τις αναδυόμενες δυτικές βιομηχανικές μητροπόλεις της Δύσης, τις κοινωνικές διχοτομήσεις που προέκυψαν σε αυτές, καθώς και με την παράλληλη εννοιολογηση του όρου του κοινωνικού αποκλεισμού.
[2] Esteban, J. and D. Ray, (1994) “On the Measurement of Polarization,” Econometrica 62, pp. 819–852.
[3]Esteban, J. and D. Ray, (2011), “Linking Conflict to Inequality and Polarization.” American Economic Review, 101(4): 1345-74.
[4] Esteban, J. and D. Ray, (2001): “Collective Action and the Group Size Paradox,” American Political Science Review No. 95, pp. 663–672.
[5] Η επίδραση της εθνικής ετερογένειας στην πιθανότητα της εμφύλιας σύγκρουσης εντός μιας κοινωνίας, απασχόλησε τους θεωρητικούς όχι μόνο από τη σκοπιά της πόλωσης μα και από αυτήν της ύπαρξης φραξιών (fractionalization) έννοια η οποία χρησιμοποιήθηκε για να αποδώσει το βαθμό στον οποίο μια κοινωνία είναι χωρισμένη σε διακριτές ομάδες. Η αλληλεξάρτηση, ο διαχωρισμός και η σχέση των δύο όρων μεταξύ τους μα και με την έννοια της σύγκρουσης μελετήθηκαν και συνεχίζουν να απασχολούν τη βιβλιογραφία: για μελέτες που χρησιμοποιούν την έννοια της ύπαρξης φραξιών ώστε να συνδέσουν την εθνογλωσσική διαφοροποίηση μιας κοινωνίας με την εμφύλια σύγκρουση βλ. Collier & Hoeffler, 1998; Fearon & Laitin, 2003; Easterly & Levine, 1997; Alesina, Baqir & Easterly, 1999; and Alesina et al., 2003). για μια εθνοκρατική ανασκόπηση της αντιστρόφως ανάλογης σχέσης της πόλωσης και της ύπαρξης φραξιών βλ. Jose G MontalvoMarta Reynal‐Querol Ethnic Polarization, Potential Conflict and Civil War Article in American Economic Review · February 2005.
[6] Evans, G., Whitefield, S., (1995), The politics and economics of democratic commitment; support
for democracy in transition societies. British Journal of Political Science 25, pp. 485–514
[7]http://www.barcelonagse.eu/news/economic-and-social-polarization-drive-violent-conflict-concludes-international-research
[8] Εξηγεί πως ως «κυριαρχικές», θεωρεί τις κοινωνίες όπου η πολυπληθέστερη ομάδα καταλαμβάνει μεταξύ του 45%-90% του γενικού πληθυσμού.
[9]US Department of Agriculture, Forest Service, (2022), Confronting the Wildfire Crisis: A Strategy for Protecting Communities and Improving Resilience in America’s Forests. https://www.fs.usda.gov/sites/default/files/fs_media/fs_document/Confronting-the-Wildfire-Crisis.pdf
[10] Τ. Καρατράντος, (2016), «Οι επιπτώσεις της προσφυγικής- μεταναστευτικής κρίσης στον χαρακτήρα της Ε.Ε. ως δρώντα ασφάλειας», Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική, Τεύχος 36, Εκδόσεις Παπαζήση.
[11] Π. Αρναουτίδης- Β. Γκρίζης- Β. Θεοφιλόπουλος- Τ. Καρατράντος, (2015), «Η Απειλή των Αλλοδαπών Μαχητών για την Ελλάδα. Προκλήσεις και Προοπτικές Διαχείρισης», Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική, Τεύχος 33, Εκδόσεις Παπαζήση.
[12] I. Armakolas and T. Karatrantos, (2016), “Infiltration of Terrorists in mixed migration flows in Eastern Mediterranean and the Western Balkans” in D. L. Philips (Ed.), Balkan Human Corridor- Essays on the refugee and migrants crisis from scholars and opinion leaders in Southeast Europe, Columbia University, New York, pp. 81-97.
[13] T. Karatrantos and I. Armakolas, (2016), “Building Fences and Closing Borders- experience and implications” in D. L. Philips (Ed.), Balkan Human Corridor- Essays on the refugee and migrants crisis from scholars and opinion leaders in Southeast Europe, Columbia University, New York June, pp. 144-157.
[14] Για το ζήτημα της ριζοσπαστικοποίησης των προσφύγων βλέπε μεταξύ άλλων στη βιβλιογραφία: Francisco Martin Rayo, Countering Radicalisation in Refugee Camps: How Education can help defeat AQAP, Working Paper, Belfer Center for Science and International Affairs, Ιούνιος 2011. Huma Haider, Refugee, IDP and host community radicalization, Research Report, GSDRC, 31 Οκτωβρίου 2014 και Sude, Barbara, David Stebbins and Sarah Weilant. Lessening the Risk of Refugee Radicalization: Lessons for the Middle East from Past Crises. Santa Monica, CA: RAND Corporation, 2015.
[15] Χαρακτηριστικό παράδειγμα του «αμοιβαίου εξτρεμισμού» και της «αλληλοτροφοδοτούμενης ριζοσπαστικοποίησης» αποτελεί η άνοδος της English Defence League (EDL) στη Μεγάλη Βρετανία κα οι συγκρούσεις της με ισλαμιστικές ριζοσπαστικοποιημένες ομάδες. Το βιβλίο της Julia Ebner με τίτλο “The Rage- the vicious circle of islamist and far- right extremism” που κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις I.B. Tauris είναι η πιο ολοκληρωμένη μελέτη γύρω από αυτό το θέμα.
[16] Χαρακτηριστικό παράδειγμα του «αμοιβαίου εξτρεμισμού» και της «αλληλοτροφοδοτούμενης ριζοσπαστικοποίησης» αποτελεί η άνοδος της English Defence League (EDL) στη Μεγάλη Βρετανία κα οι συγκρούσεις της με ισλαμιστικές ριζοσπαστικοποιημένες ομάδες. Το βιβλίο της Julia Ebner με τίτλο “The Rage- the vicious circle of islamist and far- right extremism” που κυκλοφόρησε πρόσφατα (2017) από τις εκδόσεις I.B. Tauris είναι η πιο ολοκληρωμένη μελέτη γύρω από αυτό το θέμα.


