Ινώ Αφεντούλη, Δημοσιογράφος, πρώην Στέλεχος Διεύθυνσης Δημόσιας Διπλωματίας του ΝΑΤΟ
Η σύντομη απάντηση θα ήταν αρνητική. Όχι, οι ευρωπαϊκές χώρες δεν είναι έτοιμες να διαχειριστούν την κρίση που έχει προκληθεί λόγω της απαίτησης των ΗΠΑ να προσαρτήσουν τη Γροιλανδία. H κρίση αυτή είναι η χειρότερη των τελευταίων δεκαετιών, με συνέπειες που μπορούν να αποδειχθούν καταλυτικές για την επιβίωση του ΝΑΤΟ. Αντίστοιχου μεγέθους κρίσεις ήταν εκείνη του Σουέζ (1956) και πιο πρόσφατα του Ιράκ (2003). Αλλά και στις δύο περιπτώσεις δεν τέθηκε σε διακινδύνευση η ύπαρξη του ΝΑΤΟ. Τίθεται σήμερα; Είναι πολύ πιθανό αν οι δύο πλευρές δεν βρουν συμβιβαστική λύση. Για ποιους λόγους; Οι ευρωπαϊκές χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ που στην πλειοψηφία τους είναι και μέλη της ΕΕ βρίσκονται αντιμέτωπες με υπαρξιακά διλήμματα.
Αν αντιδράσουν ως κυρίαρχες χώρες και πουν όχι στον Αμερικανό Πρόεδρο θα έχουν σώσει την τιμή τους αλλά πιθανότατα όχι την ασφάλεια τους. Μέχρι σήμερα, παρά τις διακηρύξεις Τραμπ, οι ΗΠΑ δεν είχαν σοβαρά συζητήσει την έξοδο τους από το ΝΑΤΟ και πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι οι ένοπλες δυνάμεις τους θα πρόβαλαν σφοδρή αντίδραση. Αν όμως το «τρόπαιο Γροιλανδία» δεν δοθεί στον Πρόεδρο η απάντησή του πιθανώς να είναι η αποχώρηση από το ΝΑΤΟ ή η δραστική μείωση της αμερικανικής συμμετοχής, στρατιωτικής και οικονομικής. Στην περίπτωση αυτή το σενάριο επιθετικής κίνησης εκ μέρους της Ρωσίας εναντίον χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ γίνεται πολύ πιο πιθανό. Όπως επίσης γίνεται πιθανή η έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία με τους δυσμενέστερους γι’ αυτήν όρους. Χωρίς την απειλή αντίδρασης του ΝΑΤΟ, η Ρωσία θα θεωρήσει ότι έχει ένα παράθυρο ευκαιρίας μοναδικό για να τακτοποιήσει τους λογαριασμούς της με την γηραιά ήπειρο. Στην περίπτωση σύγκρουσης Ευρώπης-Ρωσίας θα παρέμβουν οι ΗΠΑ; Η θα παραινέσουν τους Ευρωπαίους να τα βρουν με τη Μόσχα όπως άλλωστε καταγράφεται στο δόγμα Εθνικής Ασφάλειας που δημοσιοποιήθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο;
Μαρία Γαβουνέλη, Kαθηγήτρια, Νομική Σχολή, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Μέλος ΔΣ, ΕΛΙΑΜΕΠ
Η Γροιλανδία ως η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι
Το μεγαλύτερο πρόβλημα με την αξίωση του προέδρου Trump για την παραχώρηση της Γροιλανδίας δεν είναι η ίδια η πρόταση, που φαίνεται παράλογη καθώς όλα όσα επιζητεί θα μπορούσε να τα έχει ήδη με μια απλή συμφωνία με την Δανία. Δεν είναι καν η διαπραγματευτική του μέθοδος, που φαίνεται να έχει τρία στάδια: μια παράλογη αξίωση που ξαφνιάζει την άλλη πλευρά, ασφυκτική πίεση με κάθε μέσο και στο τέλος μια συμφωνία που γίνεται αποδεκτή με ανακούφιση μπροστά στα χειρότερα – το είχε κάνει με επιτυχία και ο Χότζας με το σπίτι του καιρό πριν. Το κυριότερο πρόβλημα είναι η πλήρης περιφρόνηση που επιδεικνύει προς την Ευρώπη, αγνοώντας την ύπαρξη και το ειδικό βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και η πλήρης διάρρηξη της εμπιστοσύνης μεταξύ των δυο ακτών του Ατλαντικού.
Οι ευρωπαϊκές χώρες προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα με ψυχραιμία και κοινή λογική – μόνο που αυτά προϋποθέτουν τουλάχιστον μια κοινή γλώσσα συνεννόησης, που αυτή την στιγμή δεν υπάρχει. Αποδέχθηκαν μια ετεροβαρή συμφωνία, απορροφώντας το κόστος, προκειμένου να διασφαλίσουν το μεγαλύτερο καλό, το διατλαντικό εμπόριο. Και χρησιμοποίησαν τον χρόνο αυτόν για να ενδυναμώσουν την θέση τους και στην πραγματικότητα να αρχίσουν την μακρά πορεία της αποδέσμευσης από τις ΗΠΑ και την ενίσχυση των δεσμών τους με τον υπόλοιπο πλανήτη. Καθώς οι όγκοι του διμερούς εμπορίου μικραίνουν αργά αλλά σταθερά, η Ευρωπαϊκή Ένωση έκλεισε την μακρά διαπραγμάτευση με το Mercosur, ολοκληρώνει την συμφωνία με την Ινδία, ξανανοίγει την συζήτηση με την Αυστραλία και εφαρμόζει ήδη την συμφωνία με τον Καναδά – στην πράξη δημιουργεί μια τεράστια αλυσίδα ελευθέρου εμπορίου, που αφήνει απέξω τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή την στιγμή οι ευρωπαϊκές χώρες δεν είναι ευάλωτες, κυρίως λόγω της σοβαρής εξάρτησής τους από τις αμερικανικές υπηρεσίες και τα προϊόντα των τεχνολογικών κολοσσών. Δεν είναι όμως και ανήμπορες. Στο πρώτο πακέτο αντιμέτρων, που είχαν συμφωνηθεί πέρυσι και έμειναν στην άκρη μετά την συμφωνία στη Σκωτία, περιλαμβάνονται στοχευμένα εμπορεύματα και υπηρεσίες που φθάνουν στα 93 δισεκατομμύρια. Ο μηχανισμός για την προστασία της Ένωσης και των κρατών μελών της από τον οικονομικό εξαναγκασμό από τρίτες χώρες στοχεύει 532 ομάδες αγαθών και υπηρεσιών, στις οποίες το ποσοστό ευρωπαϊκών εισαγωγών στην αμερικανική αγορά είναι υψηλότερο από 95% – με άλλα λόγια, υπηρεσίες και αγαθά που απλώς δεν μπορούν να αντικατασταθούν. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να χρησιμοποιήσει τις ρυθμιστικές της εξουσίες και να περιορίσει την πρόσβαση των τεχνολογικών κολοσσών στην ευρωπαϊκή αγορά, ιδίως αποκλείοντάς τους από τις δημόσιες συμβάσεις. Και υπάρχει ασφαλώς και το αμερικανικό χρέος που διακρατούν οι ευρωπαϊκές χώρες και που θα μπορούσε να διατεθεί στην αγορά. Μόνο που όλα αυτά θα προκαλέσουν σοβαρές ζημίες και στην ευρωπαϊκή οικονομία: οι πιστωτικές μας κάρτες βρίσκονται στα χέρια αμερικανικών τραπεζών, τα mail και τα δεδομένα μας βρίσκονται σε αμερικανικούς servers, το δολάριο εξακολουθεί να είναι το παγκόσμιο νόμισμα αναφοράς. Και πίσω από όλα αυτά βρίσκεται η σοβαρή πιθανότητα οι ΗΠΑ να αποχωρήσουν από την άμυνα της Ουκρανίας και να τινάξουν στον αέρα το ΝΑΤΟ, τον επιτυχέστερο αμυντικό οργανισμό στην ιστορία, που κέρδισε τον ψυχρό πόλεμο και μπορεί να βρεθεί να διαλύεται εκ των έσω σε μια ανήκουστη πράξη αυτοκτονίας.
Είναι αυτός ένας καινούργιος κόσμος; Ο ένας μετά τον άλλο οι ομιλητές στο Παγκόσμιο Οικονομικό Forum στο Davos μας είπαν εμφατικά ναι – που σημαίνει ότι έχουμε διαβεί τον Ρουβίκωνα. Ξέρουμε ότι η καταστροφή του μεταπολεμικού κόσμου, που μας έκανε πλούσιους και ασφαλείς για τρεις γενιές, θα μας κάνει φτωχότερους και ανασφαλείς – στα λόγια του καναδού πρωθυπουργού Mark Carney: “A world of fortresses will be poorer, more fragile and less sustainable”. Αν όμως, με ιδρώτα και δάκρυα, μπορέσουμε να κρατήσουμε την νησίδα ελευθερίας και κράτους δικαίου που είναι η Ευρώπη και να κτίσουμε πάνω στο κεκτημένο της πολυμέρειας και των διεθνών οργανισμών, τότε ο αγώνας αξίζει τον κόπο – και αν αποφύγουμε το αίμα, θα είναι ακόμη καλύτερα.
Τριαντάφυλλος Καρατράντος, Επιστημονικός Συνεργάτης ΕΛΙΑΜΕΠ
Η Ε.Ε. και το Stress Test της Γροιλανδίας
Η κρίση της Γροιλανδίας έρχεται για να δοκιμάσει, εντονότερα από κάθε άλλη φορά, τον διατλαντικό δεσμό που ήδη εμφανίζει τριγμούς. Η Ε.Ε., τα κράτη- μέλη, αλλά και γενικότερα οι ευρωπαϊκές χώρες βρίσκονται μπροστά σε μια γεωπολιτική κρίση που μπορεί να εξελιχθεί σε παίγνιο μηδενικού αθροίσματος.
Αν η Ε.Ε. δεν αντιδράσει, η Στρατηγική Αυτονομία και η δυνατότητα δράσης σε παγκόσμιο επίπεδο θα μοιάζουν με ανεμόμυλο. Η δυναμική που κτίστηκε υπό την πίεση των κρίσεων και της Ρωσικής επιθετικότητας θα χαθεί και η ολοκλήρωση θα έρθει αντιμέτωπη με νέο βαρομετρικό χαμηλό.
Αν υπάρξει δυναμική αντίδραση τότε η Δύση θα εισέλθει σε μια φάση κρίσης που κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το πώς και πόσο θα κλιμακωθεί. Σε αυτό το ενδεχόμενο η Ε.Ε. θα έρθει αντιμέτωπη και με την πρόκληση της συνοχής. Καθώς δεν μπορεί να θεωρήσει δεδομένο πως όλα τα κράτη- μέλη θα στηρίξουν μια σθεναρή αντίσταση έναντι των ΗΠΑ που θα συμπεριλάβει μια αντιπαράθεση σε διαφόρους τομείς.
Σε κάθε περίπτωση η κρίση της Γροιλανδίας φέρνει την Ε.Ε. αντιμέτωπη με το μετέωρο βήμα της. Ανεξαρτήτως της έκβασης θα πρέπει να επιταχύνει τις διαδικασίες της Στρατηγικής Αυτονομίας, ακόμη και αν σε πρώτη φάση υπάρξει μια μερική διαδικασία μεταβλητής γεωμετρίας με χώρες που έχουν και την ετοιμότητα, αλλά και την ωριμότητα να τρέξουν. Χωρίς όμως αυτό να έρθει σε αντιδιαστολή με την συνοχή και την κοινή ευρωπαϊκή στάση. Επίσης, θα πρέπει να υπάρξει μια προσέγγιση για το πώς θα μετεξελιχθεί η σχέση Ε.Ε.- ΝΑΤΟ, λαμβάνοντας υπόψη κάθε ενδεχόμενο, ακόμη και αυτό της αποχώρησης των ΗΠΑ.
Η κρίση της Γροιλανδίας είναι το απόλυτο stress test, από το οποίο η Ε.Ε. πρέπει να βγει δυνατότερη. Δεν έχει άλλη επιλογή. Η Νέα Στρατηγική της Πυξίδα και η ετήσια Έκθεση Foresight θα πρέπει να δουλέψουν πάνω στις πιθανές εκδοχές της προβληματικής πλέον Διατλαντικής Σχέσης.
Στελλα Λαδή, Καθηγήτρια, Πάντειο Πανεπιστήμιο και Queen Mary University of London, Ερευνήτρια ΕΛΙΑΜΕΠ
Γροιλανδία: Μια νέα πρόκληση για την Ευρώπη
Η αυξανόμενη ρητορική περί προσάρτησης της Γροιλανδίας σπό τον Πρόεδρο Τραμπ, αποτελεί φυσική συνέχεια της Αμερικανικής Στρατηγικής Ασφαλείας που δημοσιοποιήθηκε πριν από μόλις δύο μήνες. Αυτή τη φορά η πρόκληση δεν αφορά μόνο στην οικονομία και στο διατλαντικό εμπόριο ή στην αδιαφορία των ΗΠΑ για την ασφάλεια της Ουκρανίας και της Ευρώπης ως αποτέλεσμα της ρωσικής επιθετικότητας. Είναι μια απειλή άμεση και αφορά στην προσάρτηση από τις ΗΠΑ εδάφους που ανήκει σε κράτος-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και παρά τη θέληση του λαού του. Οι ΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι υπόλοιπες συμμαχικές χώρες, κινήθηκαν σωστά με τη στρατηγική αποτροπής που υιοθέτησαν που περιλαμβάνει σαφείς δηλώσεις περί ενότητας και αλληλεγγύης και τις συζητήσεις περί χρήσης του μηχανισμού αποτροπής μέτρων εξαναγκασμου σε περίπτωση που οι ΗΠΑ επιβάλουν δασμούς στις χώρες που αντιτίθενται στις επεκτατικές τάσεις του Προέδρου Τραμπ. Η ερώτηση λοιπόν που τίθεται τώρα είναι τι περισσότερο μπορεί να κάνει η Ευρώπη. Πρώτον, πρέπει να παραμείνει σε ετοιμότητα καθώς ο Αμερικανός Πρόεδρος είναι απρόβλεπτος. Δεύτερον, είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσει τα μέσα διεθνούς ισχύος της, το ιστορικό της βάρος και να συνεχίσει την απαρέγκλιτη υπεράσπιση των αξιών της με όλα τα μέσα που διαθέτει. Η κοινή ευρωπαϊκή μοίρα θα πρέπει πια να εμπεδωθεί και στην Ευρώπη με τον ίδιο τρόπο που την έχουν εμπεδώσει αυτοί που την απειλούν σε ένα κόσμο που έχει ήδη αλλάξει.
Παναγιώτης Τσάκωνας, Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Επικεφαλής Προγράμματος Εξωτερικής Πολιτικής & Ασφάλειας ΕΛΙΑΜΕΠ
Για την απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι χρήσιμο να ληφθεί υπόψη ότι στο πλαίσιο της «εξαναγκαστικής διαπραγμάτευσης» που ακολουθεί ο πρόεδρος Τραμπ το ζητούμενο δεν είναι η επίτευξη μιας συμφωνίας όπου και τα δύο μέρη κερδίζουν αλλά μια συμφωνία όπου ο αντίπαλος συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του Αμερικανού προέδρου. Συνακόλουθα, αναμένεται ότι και στην περίπτωση της Γροιλανδίας ο Τραμπ θα συνεχίσει «να τραβά το σχοινί» επιμένοντας στην απαίτησή του να αποκτήσει τους τίτλους ιδιοκτησίας της Γροιλανδίας και φροντίζοντας να ανεβάζει συνεχώς το κόστος της μη συμμόρφωσης στην Ευρώπη (σε πρώτη φάση μέσω της αύξησης των δασμών σε συγκεκριμένα κράτη-μέλη).
Οι πιθανότητες αποτελεσματικής διαχείρισης της πολιτικής εκβιασμού που ακολουθεί ο Τραμπ αυξάνονται εάν η απάντηση δεν είναι αμιγώς ευρωπαϊκή (δεν περιορίζεται στην Ε.Ε.) αλλά «συνδυαστική» (Ε.Ε. και ΝΑΤΟ), στη βάση των συγκριτικών τους πλεονεκτημάτων και υπό την προϋπόθεση της υιοθέτησης μιας κοινής και με αποφασιστικότητα εκφρασμένης στρατηγικής στάσης.
Αυτή η στρατηγική «κλιμάκωσης για την αποκλιμάκωση» θα στοχεύει στην αύξηση του οικονομικού και πολιτικού κόστους των επιλογών του προέδρου Τραμπ ώστε να αποτραπεί από την συνέχιση του εκβιασμού προσφέροντας παράλληλα την «διέξοδο» όσο το δυνατόν μεγαλύτερης οικονομικής εκμετάλλευσης της Γροιλανδίας και μειώνοντας ταυτόχρονα την αμερικανική συνεισφορά στην επίτευξη της ασφάλειας της Αρκτικής, αφού αυτή θα αποτελεί συλλογικό/ΝΑΤΟϊκό ζητούμενο.
Σημειώνεται ότι η τοποθέτηση του Αμερικανού προέδρου στο Νταβός για την εγκατάλειψη της στρατιωτικής επιλογής κατάκτησης της Γροιλανδίας αποτελεί υποχώρηση από την αρχικά υπερβολική θέση του και μπορεί να πιστωθεί στην σθεναρή στάση που επέδειξαν σημαντικές ευρωπαϊκές/ΝΑΤΟϊκές χώρες (Γαλλία, Γερμανία και Βρετανία) καθιστώντας σαφές ότι η κατάκτηση «ευρωπαϊκού» εδάφους άλλου μέλους του ΝΑΤΟ με στρατιωτικά μέσα είναι «non-starter» τόσο για την ΕΕ όσο και για το «υπόλοιπο ΝΑΤΟ» (Καναδάς, Βρετανία και ευρωπαϊκά κράτη-μέλη).
Στο πλαίσιο της προτεινόμενης ενιαίας αυτής «στρατηγικής κλιμάκωσης για την αποκλιμάκωση» η ΕΕ θα δηλώσει αποφασισμένη να απαντήσει στον εκβιασμό Τραμπ για αύξηση δασμών χρησιμοποιώντας τα ισχυρά οικονομικά (π.χ. «εμπορικό μπαζούκα») και όχι στρατιωτικά (π.χ. αποστολή στρατευμάτων στην Γροιλανδία) όπλα που διαθέτει, ακόμα και εάν η επιλογή της αυτή συνεπάγεται κόστος για την ίδια.
Από την πλευρά του το ΝΑΤΟ θα αποδεχθεί ότι η ασφάλεια της Αρκτικής αποτελεί –ή πρέπει να αποτελεί– «συλλογικό» και όχι μόνον αμερικανικό ζητούμενο για την αντιμετώπιση της αύξησης της επιρροής τόσο της Ρωσίας όσο και της Κίνας (διασφάλιση συνδεσιμότητας, δορυφορικών δυνατοτήτων έγκαιρης προειδοποίησης, κρίσιμων υποδομών, εγκατάστασης υποθαλάσσιων καλωδίων κλπ.) Στο πλαίσιο αυτό οι θεμιτές αμερικανικές στρατηγικές επιδιώξεις για την ασφάλεια της Αρκτικής θα καταστούν Νατοϊκές στρατηγικές επιδιώξεις αποτρέποντας την περαιτέρω αποδυνάμωση της διατλαντικής σχέσης. Την τελευταία δεν την θέλει κανείς από τους εταίρους στο ΝΑΤΟ ενώ και ο ίδιος ο Τραμπ θα δυσκολευτεί να «πουλήσει» στο εσωτερικό του ότι η απόκτηση των τίτλων κυριότητας (αντί της προσφερθείσας εναλλακτικής του ελέγχου) της Γροιλανδίας άξιζε την διάλυση της διατλαντικής σχέσης.
Δημήτρης Τσαρούχας, Επισκέπτης Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Georgetown, Κύριος Ερευνητής Εξωτερικού, ΕΛΙΑΜΕΠ
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, εδώ στις Ηνωμένες Πολιτείες, η πιθανή αγορά της Γροιλανδίας από την κυβέρνηση θα έβρισκε υποστηρικτές από όλες τις πλευρές, κυρίως επειδή τέτοιες προσπάθειες είχαν γίνει στο παρελθόν, και το ζήτημα συζητείται εδώ και καιρό με όρους εθνικής ασφάλειας. Μόνο η πιθανότητα στρατιωτικής εισβολής στην περιοχή θα πυροδοτούσε μια ισχυρή αντίδραση του Κογκρέσου κατά μιας τέτοιας πρωτοβουλίας – και είναι ο λόγος για τον οποίο δεν πρόκειται να συμβεί, καθώς θα μπορούσε να σημάνει το πρόωρο τέλος της δεύτερης προεδρίας Τραμπ.
Η επανεμφάνιση του ζητήματος της Γροιλανδίας καταδεικνύει ότι η φιλική προσέγγιση που προωθούσαν οι Ευρωπαίοι, εντός και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντιμετωπίζει τα όρια μιας ιδιότυπης κυβέρνησης με ελάχιστο στρατηγικό σχεδιασμό και σχεδόν πλήρη εξάρτηση από έναν μικρό αριθμό ανθρώπων προσωπικά πιστών στον Πρόεδρο. Αυτό οδηγεί σε απρόβλεπτη πολιτική και στην πιθανότητα επανεμφάνισης μιας κρίσης, μεγάλης ή μικρής, ανά πάσα στιγμή.
Η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια δύσκολη επιλογή. Πρέπει να παραμείνει πιστή στις αξίες και τις αρχές της, ελπίζοντας ότι θα αντέξει αυτή, και τις επόμενες κρίσεις, μέχρι να εισέλθει ένας πιο συμπαθητικός Πρόεδρος στον Λευκό Οίκο; Ή μήπως θα έπρεπε να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο, επιδεικνύοντας την οικονομική και στρατιωτική της ισχύ και υιοθετώντας έναν πιο μονομερή τόνο στις σχέσεις της με άλλα κράτη και οργανισμούς; Το ερώτημα δεν είναι εύκολο να απαντηθεί και η Ευρώπη δεν το έχει κάνει ακόμη. Ένας από τους λόγους που δεν το έχει κάνει είναι ότι η συνολική προσέγγιση του Τραμπ (η προσέγγιση που δίνει προτεραιότητα στην εθνική κυριαρχία και την ωμή ισχύ) βρίσκει πολλούς υποστηρικτές εντός και μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, περιπλέκοντας τις προσπάθειές της να ενεργήσει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.


