Την Τετάρτη, 17 Ιουνίου, το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) διοργάνωσε κλειστή συζήτηση με θέμα «Το ευρωπαϊκό μέλλον της Ουκρανίας». Με τη συμμετοχή ουκρανικής κοινοβουλευτικής αντιπροσωπείας, καθώς και Ελλήνων και ξένων διπλωματών και ειδικών σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, η συζήτηση επικεντρώθηκε στην τρέχουσα κατάσταση του πολέμου, στην ευρωπαϊκή προοπτική της Ουκρανίας, στις εξελισσόμενες αμυντικές και στρατιωτικές της δυνατότητες, καθώς και στον ρόλο της στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Οι συμμετέχοντες υπογράμμισαν τη σημασία της σταθερής ευρωπαϊκής στήριξης προς την Ουκρανία, τόσο στο πλαίσιο του συνεχιζόμενου πολέμου όσο και ενόψει της μακροπρόθεσμης ανοικοδόμησης της χώρας. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην επικείμενη Διάσκεψη για την Ανάκαμψη της Ουκρανίας στο Γκντανσκ, όπου αναμένεται να συζητηθούν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες ανοικοδόμησης, συμπεριλαμβανομένων ευκαιριών συνεργασίας με ευρωπαϊκές και ελληνικές εταιρείες.
Η συζήτηση ανέδειξε ότι η ρωσική εισβολή λειτούργησε ως καταλύτης για τον ταχύ μετασχηματισμό του τομέα ασφάλειας και άμυνας της Ουκρανίας. Η Ουκρανία αναδείχθηκε όχι μόνο ως αποδέκτης ευρωπαϊκής βοήθειας, αλλά ολοένα και περισσότερο ως χώρα που έχει αναπτύξει σημαντική επιχειρησιακή εμπειρία, τεχνογνωσία και αμυντικές δυνατότητες, οι οποίες μπορούν να συμβάλουν ευρύτερα στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην αυξανόμενη πολιτική σύγκλιση μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών ως προς την Ουκρανία. Οι συμμετέχοντες σημείωσαν ότι οι μεταβαλλόμενες συνθήκες στο διεθνές σύστημα και στην άμεση ευρωπαϊκή γειτονιά έχουν ενισχύσει την ανάγκη για περισσότερη ευρωπαϊκή συνοχή, στρατηγική αυτονομία και αυτάρκεια. Σε αυτό το πλαίσιο, το μέλλον της Ουκρανίας παρουσιάστηκε ως άρρηκτα συνδεδεμένο με το μέλλον της ίδιας της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας.
Στο πλαίσιο της συνάντησης αναδείχθηκε η ανάγκη για σαφείς και αξιόπιστες ρυθμίσεις ασφάλειας για την Ουκρανία, καθώς και για συνέχιση της στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας. Οι συμμετέχοντες τόνισαν ότι ο επιμερισμός των βαρών μεταξύ των Ευρωπαίων εταίρων παραμένει απαραίτητος, ενώ η στήριξη προς την Ουκρανία λειτουργεί και ως παράγοντας αποτροπής απέναντι σε περαιτέρω ρωσική επιθετικότητα.
Αναφορά έγινε, επίσης, στην εμπειρία της Ουκρανίας στον σύγχρονο πόλεμο, και στην ανάπτυξη δυνατοτήτων άμυνας και τεχνολογικής καινοτομίας. Οι συμμετέχοντες σημείωσαν ότι η εμπειρία αυτή μπορεί να προσφέρει σημαντικά διδάγματα για τις ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως καθώς η Ευρώπη επανεξετάζει τη δική της αμυντική ετοιμότητα, τα συστήματα προμηθειών και την ικανότητά της για ταχεία ανάπτυξη καινοτομιών.
Τέλος, η συζήτηση υπογράμμισε τη σημασία της αποτελεσματικότερης επικοινωνίας αυτών των εξελίξεων προς τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Καθώς ο πόλεμος συνεχίζει να αναδιαμορφώνει το περιβάλλον ασφάλειας στην Ευρώπη, οι συμμετέχοντες τόνισαν την ανάγκη για έναν ουσιαστικό δημόσιο διάλογο σχετικά με την ετοιμότητα, την ανθεκτικότητα και τις μακροπρόθεσμες ευθύνες της Ευρώπης απέναντι στην Ουκρανία και την ευρύτερη ευρωπαϊκή γειτονία.



