Την Τετάρτη, 1 Ιουλίου, το Παρατηρητήριο Γεωπολιτικής και Διπλωματίας διοργάνωσε τη δεύτερη κλειστή συζήτηση της ενότητας «Περιφερειακές εξελίξεις και ελληνοτουρκικές σχέσεις». Η συζήτηση είχε ως αντικείμενο τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, τον αντίκτυπο της στην ευρωπαϊκή και κατ’ επέκταση την ελληνική ασφάλεια, καθώς και την επίδραση της νέας δυναμικής στις ελληνοτουρκικές και ευρωτουρκικές σχέσεις.

Στο επίκεντρο βρέθηκε η μεταβαλλόμενη σχέση ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και Ευρώπης, ιδίως υπό το πρίσμα της εντεινόμενης συζήτησης για τον διαμοιρασμό βαρών και καθηκόντων εντός της Συμμαχίας. Επισημάνθηκε ότι η ενδεχόμενη αναδιάταξη των αμερικανικών προτεραιοτήτων δημιουργεί νέα δεδομένα για την ευρωπαϊκή άμυνα, αλλά και για τον ρόλο των συμμαχικών χωρών που δεν είναι μέλη της ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία αναδεικνύεται εκ νέου σε κρίσιμο, αλλά δύσκολο, παράγοντα για τη Δύση: μια χώρα με την οποία η συνύπαρξη παραμένει περίπλοκη, αλλά η αποσύνδεση δεν θεωρείται ρεαλιστική επιλογή.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο ερώτημα κατά πόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει συνεκτική και καλά οριοθετημένη στρατηγική έναντι της Τουρκίας. Υπογραμμίστηκε  ότι η ευρωπαϊκή προσέγγιση παραμένει σε μεγάλο βαθμό αποσπασματική, με τα κράτη-μέλη να κινούνται συχνά βάσει εθνικών συμφερόντων, αμυντικών-βιομηχανικών σχέσεων ή διμερών επιδιώξεων.

Συζητήθηκε, επίσης, αν η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να συμβάλει πιο ενεργά στη διαμόρφωση της ευρωτουρκικής ατζέντας, υιοθετώντας έναν εποικοδομητικό ρόλο και ορίζοντας το περιεχόμενο μιας νέας πιθανής ευρωτουρκικής συνεννόησης. Στο πλαίσιο αυτό αναλύθηκαν τα πιθανά κίνητρα προς την Τουρκία, οι αναγκαίες προϋποθέσεις, τα ανταλλάγματα και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν μια τέτοια προσέγγιση.

Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι η Τουρκία επιχειρεί να αξιοποιήσει το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον προς όφελός της. Η ενίσχυση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, καθώς και η θέση της σε κρίσιμα περιφερειακά μέτωπα, αυξάνουν την ελκυστικότητά της για ορισμένους δυτικούς δρώντες, παρότι η χώρα εξακολουθεί να έχει σημαντικές εξαρτήσεις. Η σχέση της με την ΕΕ παραμένει, επίσης, οριοθετημένη λόγω των προβλημάτων με την Ελλάδα και την Κύπρο, γεγονός που την ωθεί να επενδύει σε διμερείς σχέσεις, επιδιώκοντας τη διαμόρφωση ευρύτερων συμμαχιών εντός της Ένωσης.

Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε στον πόλεμο στην Ουκρανία και στις συνέπειές του για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, με τη στήριξη της Ουκρανίας να παραμένει κρίσιμη. Παράλληλα, τέθηκε το ερώτημα αν η Ελλάδα και η Ευρώπη θα μπορούσαν να διαδραματίσουν πιο ενεργό ρόλο όχι μόνο στη στήριξη, αλλά και στη μελλοντική διαδικασία ειρήνευσης. Αναδείχθηκε, επίσης, η ανάγκη η Ελλάδα να επενδύσει περισσότερο σε πεδία όπου μπορεί να αποκτήσει θετικό και παραγωγικό ρόλο, είτε μέσω της ευρωπαϊκής πολιτικής είτε μέσω στοχευμένων πρωτοβουλιών σε κρίσεις όπως η Ουκρανία, η Μέση Ανατολή, ο Λίβανος ή η Συρία.