Γιώργος Δικαίος, Κύριος Ερευνητής, ΕΛΙΑΜΕΠ
Κάθε χρόνο, όταν ολοκληρώνει τις εργασίες της η παγκόσμια διάσκεψη για το κλίμα (COP), ακολουθεί μεγάλη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα του συστήματος διεθνούς συνεργασίας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Και τούτο διότι οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου εξακολουθούν να αυξάνονται, παρά τις υποσχέσεις και τα φιλόδοξα σχέδια για τη μείωση των επιβλαβών αερίων του θερμοκηπίου και τη μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας. Επιπλέον, οι τεταμένες γεωπολιτικές αναμετρήσεις θέτουν πρωτοφανείς προκλήσεις για την πολυμερή συνεργασία.
Η φετινή διάσκεψη στο Μπελέμ του Αμαζονίου ολοκληρώθηκε χωρίς μείζονες αποφάσεις για την εφαρμογή της Συμφωνίας του Παρισιού, ιδίως ως προς το χρονοδιάγραμμα κατάργησης των ορυκτών καυσίμων. Ένα εθελοντικό σχέδιο περιορισμού των ορυκτών καυσίμων, ένας νέος στόχος για τον τριπλασιασμό της χρηματοδότησης της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και ένας μηχανισμός για τη δίκαιη μετάβαση είναι τα κυριότερα αποτελέσματα της COP30.
Είναι βέβαιο ότι η ετήσια παγκόσμια διάσκεψη για το κλίμα δεν μπορεί να προσφέρει αφενός ουσιαστικές και αφετέρου όλες τις λύσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, ιδίως όταν απουσιάζει η διάθεση αυτοπεριορισμού από την πλευρά των σημαντικών ρυπαντών. Ουσιαστικές συμφωνίες δεν είναι δυνατό (ή και ρεαλιστικό) να υπάρξουν όταν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων κάθονται περίπου 200 χώρες με διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, προτεραιότητες, συμφέροντα, ακόμη και διαφορετικά ποσοστά εκπομπών επιβλαβών αερίων. Μπορεί όμως να χρησιμεύσει ως οδηγός για το τι είναι συλλογικά πρόθυμη να κάνει η διεθνής κοινότητα ώστε να αποτρέψει την περαιτέρω υπερθέρμανση του πλανήτη και να υποδείξει τι πρέπει να γίνει για την επίτευξη αυτού του στόχου.
Όθων Καμινιάρης, Ερευνητής, ΕΛΙΑΜΕΠ
Η COP30 ολοκληρώθηκε μετά από δύο εβδομάδες δύσκολων διαπραγματεύσεων, οδηγώντας στην κοινή συναινέσει υιοθέτηση 29 αποφάσεων, το “Belém Package”. Αυτό περιλαμβάνει ουσιαστικές κινήσεις προς την εφαρμογή: τη δημιουργία μηχανισμού δίκαιης μετάβασης, τον τριπλασιασμό της χρηματοδότησης για την προσαρμογή έως το 2035, καθώς και την ολοκλήρωση 59 εθελοντικών δεικτών για την παρακολούθηση του Παγκόσμιου Στόχου Προσαρμογής. Επίσης, αν και εκτός επίσημων αποφάσεων, η σύνοδος προώθησε, με πρωτοβουλία της Βραζιλίας, το FINI για τη χρηματοδότηση ώριμων σχεδίων προσαρμογής και το Tropical Forests Forever Facility, που συγκέντρωσε 6,7 δισ. δολάρια για τα τροπικά δάση.
Ωστόσο, το κεντρικό πολιτικό αδιέξοδο παρέμεινε: καμία αναφορά δεν συμπεριλήφθηκε στις επίσημες αποφάσεις για την απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα, παρά την πίεση τουλάχιστον 80 κρατών. Έτσι, ενώ ενισχύθηκαν η προσαρμογή, η χρηματοδότηση και η δίκαιη μετάβαση, δεν συμφωνήθηκε κατεύθυνση για το πώς θα μειωθούν οι παγκόσμιες εκπομπές. Ως αντίβαρο, η Κολομβία και η Ολλανδία ανακοίνωσαν ότι θα συνδιοργανώσουν, εκτός πλαισίου COP, το πρώτο Διεθνές Συνέδριο για τη Δίκαιη Μετάβαση Μακριά από τα Ορυκτά Καύσιμα τον Απρίλιο 2026, εξέλιξη που μπορεί να δώσει νέο momentum και στην ίδια την COP.
Με το βλέμμα στραμμένο πια στην COP31 στην Τουρκία στα τέλη του 2026, δύο εκκρεμότητες μένουν ανοικτές: ένας νέος συλλογικός στόχος κλιματικής χρηματοδότησης (NCQG) που θα αφορά και τον μετριασμό, και η ανάγκη για μια κοινή γραμμή στον περιορισμό των εκπομπών σε μια δεκαετία που απαιτεί ουσιαστική επιτάχυνση.
Σέρυλ Νόβακ, Επιστημονική Συνεργάτιδα, ΕΛΙΑΜΕΠ
Η COP30 απέτυχε στη βασική της αποστολή: να επιταχύνει την παγκόσμια δράση για τη συγκράτηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη στον 1,5°C και να χαράξει μια αξιόπιστη πορεία για τη σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων. Παρά την πρόοδο που σημειώθηκε σε συναφή ζητήματα, η σύνοδος κορυφής αποκάλυψε ένα παγκόσμιο σύστημα που σήμερα δείχνει πολιτικά ανίκανο να αντιμετωπίσει αυτό που οι επιστήμονες θεωρούν τον κύριο παράγοντα της κλιματικής κρίσης: τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Όπως τόνισε ο επικεφαλής του ΟΗΕ για το Κλίμα, Simon Stiell, στις καταληκτικές του δηλώσεις, «η άρνηση, η διαίρεση και οι γεωπολιτικές εξελίξεις έχουν επιφέρει βαριά πλήγματα στη διεθνή συνεργασία». Παράλληλα, υπήρξε πρόοδος στη χρηματοδότηση της προσαρμογής, στην ενίσχυση της προστασίας που καθοδηγείται από τις αυτόχθονες κοινότητες και στις λύσεις που βασίζονται στη φύση, με πρωτοβουλίες όπως η Tropical Forests Forever Facility να αποκτούν κεντρικό ρόλο στην κλιματική διπλωματία. Ωστόσο, ενώ πολλές κυβερνήσεις επανέλαβαν γνωστές δεσμεύσεις, δεν κατάφεραν να παρουσιάσουν νέους μηχανισμούς ή πρόσθετη χρηματοδότηση για τη στήριξη μιας δίκαιης μετάβασης στις οικονομίες που εξαρτώνται από τα ορυκτά καύσιμα.
Το συνολικό αποτέλεσμα είναι αποθαρρυντικό: καμία συμφωνία για σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων, κανένα χρονοδιάγραμμα, κανένα δεσμευτικό εργαλείο εφαρμογής και κανένας ολοκληρωμένος οδικός χάρτης για την απανθρακοποίηση. Και αυτό παρά την πρόσφατη προειδοποίηση του παγκόσμιου απολογισμού της Συμφωνίας του Παρισιού ότι, με τις σημερινές τάσεις, η υπέρβαση του ορίου του 1,5°C μέσα στην επόμενη δεκαετία θεωρείται εξαιρετικά πιθανή. Ελάχιστη πρόοδος σημειώθηκε επίσης στη χρηματοδότηση για απώλειες και ζημίες, καθώς και στη μεταρρύθμιση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος ώστε να στηρίξει τις ευάλωτες χώρες που επιβαρύνονται ολοένα και περισσότερο από χρέος που συνδέεται με την κλιματική αλλαγή.
Ταυτόχρονα, η διαδικασία της COP30 αποκάλυψε διαρκείς αδυναμίες. Οι ψήφοι των χωρών δεν δημοσιοποιήθηκαν, καθιστώντας δυσχερή την απόδοση ευθυνών για τον αποκλεισμό κρίσιμων μέτρων. Οι εκπρόσωποι ομάδων συμφερόντων για τα ορυκτά καύσιμα έδωσαν το «παρών» σε πρωτοφανή αριθμό, υπερβαίνοντας και πάλι τις φωνές της κοινωνίας των πολιτών. Αν και οι αυτόχθονες κοινότητες εκπροσωπήθηκαν επίσης σε ιστορικό αριθμό, πολλοί εκπρόσωποί τους διαμαρτυρήθηκαν έξω από τις εγκαταστάσεις στο Μπελέμ, καταγγέλλοντας συνεχιζόμενη περιθωριοποίηση —ανησυχίες που εξέφρασαν επίσης νεανικές και φεμινιστικές οργανώσεις.
Για κοινωνίες όπως η ελληνική, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: οι παγκόσμιες σύνοδοι μπορεί να καθορίζουν τον βαθμό φιλοδοξίας, αλλά ο πραγματικός αντίκτυπος διαμορφώνεται από την εθνική και περιφερειακή δράση. Με τη Μεσόγειο να θερμαίνεται κατά 20% ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο και τις επιστημονικές εκτιμήσεις να προβλέπουν αύξηση θερμοκρασίας κατά 2,5°–3,5°C υπό τις τρέχουσες πολιτικές, οι χώρες της περιοχής οφείλουν να επιταχύνουν την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, να προστατεύσουν τα υδάτινα και αγροδιατροφικά συστήματα, να θωρακίσουν τη γεωργία απέναντι στην ξηρασία και να ενσωματώσουν τους κλιματικούς κινδύνους σε κάθε επίπεδο εθνικού σχεδιασμού.
Η διεθνής συνεργασία μπορεί να αναζωπυρωθεί όταν αλλάξουν οι πολιτικοί συσχετισμοί, αλλά ανεξαρτήτως των παγκόσμιων αδιεξόδων, η Ελλάδα και οι γείτονές της πρέπει να τοποθετήσουν την κλιματική ασφάλεια, την ανθεκτικότητα των συστημάτων και την προσαρμογή στο επίκεντρο της εθνικής τους στρατηγικής.


