Το ΝΑΤΟ έχει ήδη αλλάξει εποχή, ανεξαρτήτως από τα δρώμενα μιας συνόδου. Στο καλύτερο σενάριο, θα έχουμε μια σύνοδο που θα αποπειραθεί να κρύψει τα βαθιά και ριζικά προβλήματα κάτω από το χαλί. Στην χειρότερη, θα είναι μια εξωτερίκευση των συμπτωμάτων.
Οι Ευρωπαίοι εταίροι του ΝΑΤΟ δεν είναι ακόμα όσο ενωμένοι χρειάζεται για να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη Αμερικανική αδιαφορία. Αρκετές χώρες ελπίζουν ακόμα, και βασίζουν την εθνική τους άμυνα σε αυτήν την ελπίδα, ότι η ρητορική της κυβέρνησης Τραμπ είναι είτε παροδική είτε απλά για εσωτερική κατανάλωση.
Άλλοι, με πρωτοστάτη την Γαλλία, έχουν πάρει μια σαφή στάση υπέρ της Ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας. Όμως, αυτό δεν είναι ακόμα εφικτό σε πολλαπλά επίπεδα που εκτείνονται από θέματα αμυντικής βιομηχανικής παραγωγής (με τις διαφορές Γαλλίας-Γερμανίας για το FCAS να είναι κακός οιωνός για την συνέχεια) έως επιχειρησιακά θέματα, με την Ευρωπαϊκή άμυνα να βασίζεται ακόμα σε μεγάλο βαθμό σε Αμερικανικά οικοσυστήματα.
Αυτό σημαίνει πως οι Ευρωπαίοι δεν είναι πιθανό να παίξουν τον ρόλο του ταραξία που θα χαλάσει την αρμονική εικόνα της συνόδου, αν και θα έχουν πολλαπλές ευκαιρίες να το κάνουν, με αιτίες από την προσέγγιση της κυβέρνησης Τραμπ στο θέμα της Ουκρανίας έως και τις αποσύρσεις Αμερικανικών στρατευμάτων από την Ευρώπη.
Δυο είναι οι παράγοντες που μπορεί να σηματοδοτήσουν μια νέα εποχή.
Ο πρώτος και κύριος είναι ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος. Η διαφαινόμενη ήττα των ΗΠΑ από το Ιράν έχει ήδη αρχίσει και δημιουργεί πολιτικό θέμα στο εσωτερικό της χώρας. Το Κογκρέσο, σε μια σπάνια ρήξη με τον Τραμπ, έχει καλέσει τον πρόεδρο σε ένα μη-δεσμευτικό ψήφισμα είτε να σταματήσει τον πόλεμο είτε να λάβει την συγκατάθεση της Βουλής και της Γερουσίας. Άρθρα στον Τύπο ήδη συγκρίνουν την εμβέλεια της ήττας με αυτήν στο Βιετνάμ (σε ηθικό, αν όχι ανθρώπινο επίπεδο), και ο Τραμπ αναζητεί εχθρούς σε όλα τα μέτωπα, μέχρι και βανδάλους που εξαπλώνουν άλγη στην Ουάσιγκτον.
Το θέμα είναι εάν ο Πρόεδρος Τράμπ, αισθανόμενος την πίεση, θα δει την σύνοδο ως ευκαιρία για δημόσιο ράπισμα των Ευρωπαίων εταίρων για την έλλειψη υποστήριξης κατά την διάρκεια του πόλεμου, ρητορική που έκανε συχνά την εμφάνιση της τους τελευταίους μήνες.
Τέλος, η συμπεριφορά του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγγίπ Ερντογάν θα έχει επίσης ενδιαφέρον. Μέχρι τώρα, η Τουρκική κυβέρνηση έχει δώσει σημεία πως βλέπει την σύνοδο σαν κάποιο είδος κορωνίδας για τον ρόλο της στη συμμαχία. Με την αυξανόμενη απόσυρση των Αμερικάνων, θα είναι αυτό μια ευκαιρία για την Τουρκία να προσπαθήσει να αυξήσει την επιρροή της, προτάσσοντας τον εαυτό της ως παράγοντα σταθεροποίησης της Ευρωπαϊκής άμυνας;
Άγκυρα 2026: μια σύνοδος υψηλού κινδύνου
Η σύνοδος της Άγκυρας θα επικυρώσει βαθιές αλλαγές ήδη σε εξέλιξη από τον πόλεμο στην Ουκρανία, πριν από τον αμερικανικό πόλεμο κατά το Ιράν και ήδη ενσωματωμένες στη στρατηγική άμυνας των ΗΠΑ. Οι Ευρωπαίοι έχουν πλέον συνειδητοποιήσει την ανάγκη να αναλάβουν οι ίδιοι την ασφάλειά τους, απέναντι στη ρωσική απειλή—στην οποία ο Τραμπ δείχνει μειωμένο ενδιαφέρον—και να συμβάλουν περισσότερο στον επιμερισμό των βαρών εντός της Συμμαχίας. Ωστόσο, τα διακυβεύματα είναι πολλά και όχι για τους αναμενόμενους λόγους.
Η Άγκυρα 2026, αντί να αποτελέσει ένα νέο στρατηγικό σημείο καμπής όπως η Λισαβόνα 2010 ή η Βαρσοβία 2016, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σύνοδο όλων των κινδύνων για το ΝΑΤΟ, καθώς πραγματοποιείται εν μέσω δυσανάλογων αμερικανικών απαιτήσεων και βαθιών, διαρκών διαιρέσεων μεταξύ των Ευρωπαίων συμμάχων. Αυτό ισχύει ακόμη κι εάν οι Ευρωπαίοι συγκλίνουν στην ανάγκη αμερικανικής παρουσίας και σε έναν επανακαθορισμό του επιμερισμού των βαρών υπέρ τους.
Η ευρωπαϊκή ενότητα υπονομεύεται από την οργή του Τραμπ απέναντι σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες που αρνήθηκαν να παραχωρήσουν βάσεις στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν, από τη ριζοσπαστικοποίηση των άνευ όρων αμερικανικών απαιτήσεων και από τη στροφή των ΗΠΑ προς την Τουρκία του Ερντογάν (F-35, σύνοδος στην Άγκυρα), κάτι που ενδέχεται να εγκριθεί τελικά από το Κογκρέσο, λόγω της ανάγκης επανεξοπλισμού και σύναψης νέων συμμαχιών.
Η μεταβλητότητα του προέδρου Τραμπ θα μπορούσε να επιταχύνει μια κρίση μεταξύ Αμερικανών και Ευρωπαίων συμμάχων ή ακόμη και να προκαλέσει αποχώρηση των ΗΠΑ, αν οι Ευρωπαίοι δεν ανταποκριθούν «έγκαιρα και ουσιαστικά» στις απαιτήσεις της Ουάσιγκτον. Στην πράξη, η αμερικανική στρατιωτική ηγεσία έχει ήδη ξεκινήσει μια συνολική αναθεώρηση των αμερικανικών δυνάμεων στο ΝΑΤΟ, αξιολογώντας ποιες είναι απαραίτητες στην Ευρώπη.
Η Άγκυρα 2026 θα είναι επίσης η σύνοδος των συμβιβασμών. Η σύγκριση με την τελευταία σύνοδο της G7 στο Εβιάν (Ιούνιος 2026) αποτελεί προειδοποίηση. Η Γαλλία χρειάστηκε να «στρώσει κόκκινο χαλί» για τον Τραμπ ώστε να διασφαλίσει την παρουσία του μέχρι το τέλος της συνόδου. Αυτό επέτρεψε στους Ευρωπαίους να διασφαλίσουν την αμερικανική παρουσία και να επαναφέρουν την Ουκρανία στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ασφάλειας, εις βάρος της άνευ όρων στήριξης προς τη Ρωσία του Πούτιν.
Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση αποτελεί ρίσκο.
Η Άγκυρα 2026 είναι επίσης η πρώτη σύνοδος μετά την υπόθεση της Γροιλανδίας. Η επιδίωξη στρατιωτικού ελέγχου αυτού του εδάφους της ΕΕ έχει πλήξει σοβαρά τη διατλαντική σχέση και έχει ωθήσει τους Ευρωπαίους προς μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Μια νέα αμερικανική κίνηση στη Γροιλανδία θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο το ίδιο το ΝΑΤΟ.
Παρόμοιος κίνδυνος υπάρχει εάν οι ΗΠΑ επιδιώξουν διμερείς συμφωνίες εις βάρος της Συμμαχίας. Ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες ενδέχεται να μπουν στον πειρασμό να συνάψουν συμφωνίες για κρίσιμες υποδομές, γεγονός που θα δοκιμάσει την συνοχή της Ευρώπης.
Επιπλέον, η ενίσχυση της νότιας στρατηγικής του ΝΑΤΟ θα πρέπει να λάβει υπόψη τον ανανεωμένο ρόλο της Τουρκίας ως βασικού γεωπολιτικού παράγοντα. Η επιλογή της Άγκυρας αναγνωρίζει τον κεντρικό ρόλο της Τουρκίας, αλλά ενδέχεται να αποδειχθεί αποσταθεροποιητική λόγω του «παράγοντα Ερντογάν».
Οι Ευρωπαίοι βρίσκονται έτσι σε μια λεπτή ισορροπία: να αποφύγουν τόσο μια αμερικανική αποχώρηση όσο και την αύξηση των εσωτερικών διαιρέσεων μεταξύ τους που θα μείωνε την ισχύ του ΝΑΤΟ και θα τους οδηγούσε σε μονομερείς παραχωρήσεις. Χωρίς τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ χάνει την αποτρεπτική του ισχύ (πυρηνική αποτροπή, στρατιωτικές δυνάμεις) ενώ η ευρωπαϊκή αποδυνάμωση θα δυσκολέψει περαιτέρω τον επιμερισμό του στρατιωτικού βάρους και τη δημιουργία κοινής άμυνας.
Για τη Γαλλία, η σύνοδος θα επιβεβαιώσει τις παραδοσιακές της θέσεις (ευρωπαϊκός πυρήνας του ΝΑΤΟ, ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, ισχυρή ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία). Για την Ελλάδα, ανταποκρίνεται σε βασικούς εθνικούς στόχους: ενίσχυση της ευρωπαϊκής παρουσίας, αμυντική συνεργασία με τη Γαλλία και πρόκληση της αναγνώρισης του ρόλου της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ.
Οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να λάβουν υπόψη τη σημερινή αμερικανική αστάθεια και τον νέο ρόλο της Τουρκίας, επενδύοντας σε μακροπρόθεσμη στρατηγική, περιορισμό ζημιών (damage control) και υπομονή μέχρι να περάσει η κρίση. Όπως και να βεβαιωθούν ότι ο δρόμος προς την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία δεν είναι απλώς κενά λόγια.
Έλενα Λαζάρου, Γενική Διευθύντρια ΕΛΙΑΜΕΠ
Η επικείμενη Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς διεξάγεται σε μια περίοδο κατά την οποία το περιβάλλον ασφαλείας μεταβάλλεται ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου. Οι προκλήσεις ασφαλείας πολλαπλασιάζονται, οι ΗΠΑ εκκινούν μία διαδικασία επαναξιολόγησης της στρατιωτικής τους παρουσίας στην Ευρώπη και οι παραδοχές πάνω στις οποίες βασίστηκε η ευρωπαϊκή ασφάλεια τις τελευταίες δεκαετίες τίθενται ολοένα και περισσότερο υπό αμφισβήτηση. Το κεντρικό ερώτημα δεν είναι πλέον εάν η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει περισσότερο στην άμυνά της, αλλά εάν μπορεί να αξιοποιήσει αυτές τις επενδύσεις για την επίτευξη μίας αποτελεσματικής συλλογικής ισχύος.
Η ρωσική επιθετικότητα, η αστάθεια στη γειτονία της Ευρώπης, οι υβριδικές επιθέσεις, οι κυβερνοαπειλές, η παραπληροφόρηση και οι αυξανόμενες πιέσεις στις κρίσιμες υποδομές αναδεικνύουν την ανάγκη για μια πιο ολιστική προσέγγιση της ασφάλειας που συνδέει την άμυνα με την ανθεκτικότητα των κρατών, των θεσμών και των κοινωνιών. Ταυτόχρονα, η συζήτηση για το μέλλον της αμερικανικής δέσμευσης στην ευρωπαϊκή ασφάλεια ενισχύει τις πιέσεις για σταδιακά μεγαλύτερη ανάληψη ευθύνης από τους Ευρωπαίους.
Παράλληλα, αναδύεται μία συζήτηση γύρω από το τι συνιστά σήμερα ευρωπαϊκή αποτρεπτική ικανότητα και ποια η συμβολή της ΕΕ στη διαμόρφωσή της. Η αποτροπή δεν αφορά πλέον αποκλειστικά σε στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά περιλαμβάνει και την ικανότητα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος να διασφαλίζει την τεχνολογική υπεροχή, να ενισχύει τη βιομηχανική βάση, να προστατεύσει κρίσιμες υποδομές και να στηρίζει τις πολιτικές συνοχής, πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε από τις απαρχές του. Σε αυτό το πλαίσιο, νέες ευκαιρίες δημιουργούνται για το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034 και σε τομείς που δεν είναι αμιγώς αμυντικοί, αλλά άμεσα σχετικοί, όπως είναι οι μεταφορές και η ενέργεια.
Ωστόσο, η πρόκληση για την Ευρώπη δεν είναι μόνο ποσοτική αλλά πρωτίστως ποιοτική. Παρά τη σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών, η ευρωπαϊκή αμυντική προσπάθεια εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό, επικαλύψεις και ελλιπή συντονισμό. Η ύπαρξη πολλαπλών συστημάτων και εξοπλισμών, διαφορετικών προτεραιοτήτων και παράλληλων εθνικών προγραμμάτων περιορίζει την αποτελεσματικότητα των επενδύσεων και υπονομεύει τη δυνατότητα ταχείας ανάπτυξης κοινών δυνατοτήτων. Η διαλειτουργικότητα, οι κοινές προμήθειες και η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανικής βάσης αποτελούν πλέον αναγκαίες προϋποθέσεις για μια πιο αξιόπιστη ευρωπαϊκή συνεισφορά στο ΝΑΤΟ.
Υπό αυτή την έννοια, η Σύνοδος της Άγκυρας αποτελεί πρωτίστως μια δοκιμασία πολιτικής συνοχής. Η ικανότητα της Ευρώπης να μετατρέψει τις αυξημένες δαπάνες σε κοινές δυνατότητες, στρατηγική ανθεκτικότητα και επιχειρησιακή ετοιμότητα θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τον ρόλο και την αξιοπιστία της στο διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον ασφαλείας. Παράλληλα, τα μηνύματα της Συνόδου θα επηρεάσουν τον ευρύτερο στοχασμό της ΕΕ και θα καθορίσουν (εμμέσως) το εύρος της φιλοδοξίας της αναμενόμενης Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφαλείας.
Πάνος Πολίτης Λάμπρου, Ερευνητής ΕΛΙΑΜΕΠ
Η επερχόμενη Σύνοδος στην Άγκυρα σηματοδοτεί ένα ακόμη βήμα στην προσαρμογή της Συμμαχίας σε ένα ολοένα και πιο απαιτητικό πολιτικό και γεωπολιτικό περιβάλλον. Η συνεχιζόμενη ρωσική απειλή, η κατάσταση στη νότια διάσταση και οι συζητήσεις σχετικά με τον μελλοντικό (αλλά και τον τρέχοντα) ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας διατηρούν στο προσκήνιο θεμελιώδη ερωτήματα περί της κατανομής των βαρών. Υπό το πρίσμα αυτό, η Σύνοδος δεν θα αφορά μόνο στις αμυντικές δαπάνες ή τις στρατιωτικές δυνατότητες των Συμμάχων, αλλά θα εστιάσει (και) στη συνολικότερη αρχιτεκτονική της διατλαντικής ασφαλείας των επόμενων δεκαετιών, η διαδικασία διαμόρφωσης της οποίας έχει ήδη ξεκινήσει.
Η βορειοανατολική όχθη του Ατλαντικού φαίνεται ότι έχει αντιληφθεί, έστω και καθυστερημένα, τη σημασία της ενδυνάμωσης της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Τεχνολογικής και Βιομηχανικής Βάσης. Έχουν θεσμοθετηθεί εργαλεία τόσο για την τόνωση της προσφοράς όσο και της ζήτησης αμυντικού εξοπλισμού και σχετικών προϊόντων και τεχνολογιών, ενώ πληθώρα πρωτοβουλιών για την απλούστευση των γραφειοκρατικών διαδικασιών στον αμυντικό τομέα αναμένεται να απασχολήσουν τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ κατά το προσεχές διάστημα. Έχει, επίσης, καταστεί σαφές ότι οι στρατηγικοί πολλαπλασιαστές ισχύος παρέχονται, καταρχήν, από την αντίπερα όχθη και η σταδιακή ανάπτυξή τους στη Γηραιά Ήπειρο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την επίτευξη της πολυαναμενόμενης ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας.
Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα ανωτέρω, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγκάζεται να επιδιώξει (εμμέσως προς το παρόν) την ενίσχυση του ρόλου της ως παρόχου του δημοσίου αγαθού της (σκληρής) ασφαλείας, μέσω πρωτοβουλιών που αφορούν στη βιομηχανική πολιτική. Ωστόσο, η συζήτηση για την αρχιτεκτονική της διατλαντικής ασφαλείας του μέλλοντος περιλαμβάνει και ένα θέμα του οποίου οι προεκτάσεις δεν είναι σαφείς. Ειδικότερα, η διαμόρφωση ενός «ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ» εγείρει ερωτήματα που άπτονται και των ευρωπαϊκών κρατών που θα συμμετέχουν σε αυτόν.
Μπορεί, για παράδειγμα, ένας ευρωπαϊκός πυλώνας να λειτουργήσει αποτελεσματικά όταν περιλαμβάνει (τουλάχιστον γεωγραφικά) συμμάχους οι οποίοι δεν θεωρούνται ομονοούντες εταίροι στο πλαίσιο της ΕΕ; Πώς είναι εφικτό να εμβαθύνουμε τη συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ όσο ένας Σύμμαχος κατέχει παρανόμως κυρίαρχο ευρωπαϊκό έδαφος και διατηρεί στρατιωτικές δυνάμεις σε επιθετική διάταξη; Υπάρχει πράγματι μία ενιαία ευρωπαϊκή στρατηγική κουλτούρα πάνω στην οποία θα μπορούσε να οικοδομηθεί ένας τέτοιος πυλώνας;
Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνιστώσας του ΝΑΤΟ είναι απαραίτητη για την διατήρηση μίας εκ των σημαντικότερων συμμαχιών της ιστορίας. Ωστόσο, προτού διαβούμε τον Ρουβίκωνα, πρέπει να αναρωτηθούμε εάν, κατά πόσο, υπό ποιες προϋποθέσεις και με τι ρήτρες η ΕΕ (και όχι η Ευρώπη εν γένει) είναι πρόθυμη να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός «ευρωπαϊκού» πυλώνα.
Παναγιώτης Τσάκωνας, Επικεφαλής Προγράμματος Εξωτερικής Πολιτικής & Ασφάλειας ΕΛΙΑΜΕΠ, Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αθηνών
Η επικείμενη σύνοδος του ΝΑΤΟ θα πραγματοποιηθεί ενώ έχει συμβεί «αλλαγή εποχής» όσον αφορά στη διατλαντική σχέση. Η τελευταία έχει σημαντικά κλονιστεί ήδη από το ξεκίνημα της θητείας του Αμερικανού προέδρου αλλά και σοβαρά δοκιμαστεί λόγω του πολέμου στο Ιράν. Πράγματι με συγκεκριμένες αναφορές στο κείμενο της «Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας» των ΗΠΑ αλλά και μιας ιδιαίτερα επιθετικής ρητορικής ο πρόεδρος Τραμπ διεύρυνε το πεδίο της αντιπαράθεσης καταφέροντας για πρώτη φορά σημαντικό πλήγμα στην μακρά και ισχυρή σχέση των ΗΠΑ με την Ευρώπη.
Ειδικότερα, οι αναφορές στον κίνδυνο «πολιτισμικής εξάλειψης» (civilizational erasure) της Ευρώπης, σε συγκεκριμένα ΝΑΤΟικά κράτη που κινδυνεύουν να καταστούν πληθυσμιακά «μη-ευρωπαϊκά» (λόγω της μη δυναμικής αντιμετώπισης της μεταναστευτικής απειλής), η ευθεία παρέμβαση στο εσωτερικό των κρατών-μελών της Ε.Ε. και η υποστήριξη λαϊκιστικών κομμάτων και ηγεσιών ακόμα και η απειλή κατάληψης του εδάφους της Γροιλανδίας συνέτειναν στη διάβρωση και αποδυνάμωση της διατλαντικής σχέσης ενώ η απειλή άρσης των εγγυήσεων ασφαλείας εκ μέρους των ΗΠΑ σε περίπτωση αμφισβήτησης της κυριαρχίας εδάφους κράτους-μέλους της ΕΕ και του ΝΑΤΟ αποδυνάμωσε την ήδη τρωθείσα αξιοπιστία της Ατλαντικής Συμμαχίας.
Ο πόλεμος στο Ιράν ενέτεινε έτι περαιτέρω το διατλαντικό ρήγμα με τον Αμερικανό πρόεδρο να κατηγορεί –αντίθετα με τον λόγο δημιουργίας και ύπαρξης της Ατλαντικής Συμμαχίας— τους ΝΑΤΟϊκούς εταίρους του ότι δεν τον βοηθούν σε έναν πόλεμο που αποφάσισε μόνος του ενώ δεν δίστασε να απειλήσει συγκεκριμένες ΝΑΤΟικές χώρες είτε με αποβολή από το ΝΑΤΟ είτε με «αντίποινα» καθώς αρνήθηκαν «πρόσβαση», «βάσεις» και «δικαιώματα υπερπτήσεων» (access, basing, overflight rights – ABO) στις αμερικανικές δυνάμεις που πήραν μέρος στις επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Ακόμη και η αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ ετέθη ως ενδεχόμενο, αν και η υλοποίησης αυτής της απειλής μοιάζει αδύνατη καθώς προϋποθέτει είτε έγκριση των 2/3 της Αμερικανικής Γερουσίας είτε νομοθετική πράξη που εγκρίνεται και από τα δύο σώματα του Κογκρέσου.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μιας ήδη σοβαρά διαταραγμένης διατλαντικής σχέσης η Ατλαντική Συμμαχία (κυρίως το «ευρωπαϊκό» μέρος της αλλά ακόμη και η πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου στις ΗΠΑ) εξακολουθεί και ενδιαφέρεται για την μη περαιτέρω αποδυνάμωση της διατλαντικής σχέσης καθώς και για την ενίσχυση της τρωθείσας αξιοπιστίας της. Τα ευρωπαϊκά κράτη μέλη του αναγνωρίζουν την ανάγκη να προετοιμαστούν για ένα μέλλον όπου οι αμερικανικές στρατιωτικές εγγυήσεις ασφαλείας θα συνεχίσουν να υπάρχουν (ενδεχομένως περιορισμένες) αλλά υπό προϋποθέσεις. Η ανάγκη αμερικανικής υποστήριξης θα παραμείνει για μια σειρά από λόγους που διαθέτουν αποκλειστικά οι Ηνωμένες Πολιτείες (πυρηνική ομπρέλα, στρατηγικές μεταφορές, συστήματα πληροφοριών και επιτήρησης (ISR), διοίκησης και ελέγχου (C4ISR) καθώς και προηγμένα οπλικά συστήματα). Με άλλα λόγια το ΝΑΤΟ θα συνεχίσει να υπάρχει αλλά θα καταστεί «ευρωπαϊκό» (ΝΑΤΟ 3.0) διατηρώντας και αξιοποιώντας τις υφιστάμενες στρατιωτικές δομές και θεσμικούς μηχανισμούς ώστε να μη καθίσταται αναγκαίο για τις ευρωπαϊκές χώρες να δημιουργήσουν από το μηδέν ένα νέο σύστημα συλλογικής άμυνας, αλλά να μπορούν να προχωρήσουν ενισχύοντας το υπάρχον πλαίσιο μέσω αυξημένων αμυντικών δαπανών και ανάληψης μεγαλύτερων διοικητικών ευθυνών.
Συνεπώς η επιτυχία της Συνόδου στην Άγκυρα συνδέεται με την ικανότητα προσαρμογής της Ατλαντικής Συμμαχίας στα νέα δεδομένα (διαμόρφωση «Ευρωπαϊκού ΝΑΤΟ») καθώς και διατήρησης της αποτρεπτικής αξιοπιστίας της (κυρίως απέναντι στη Ρωσία) σε μια κρίσιμη περίοδο εξωτερικών πιέσεων (με δύο συνεχιζόμενους πολέμους στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή) και εσωτερικών εντάσεων όσον αφορά στη μελλοντική φυσιογνωμία του.
Το στοίχημα για τον πρόεδρο Ερντογάν που φιλοξενεί τη Σύνοδο αφορά κυρίως σε ποιο βαθμό θα πετύχει να συνδέσει τις διαπιστωμένες ανάγκες και στόχους του ΝΑΤΟ (γεωγραφική επέκταση και στρατηγική σημασία των δυνατοτήτων της αμυντικής βιομηχανίας) με την προσφορά αντίστοιχων ρόλων στο άμεσο μέλλον λόγω της γεωγραφικής θέσης της Τουρκίας και μέσω της ισχυρής τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας.


