Σπύρος Μπλαβούκος, Καθηγητής, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Επικεφαλής Ευρωπαϊκού Προγράμματος Αριάν Κοντέλλη, ΕΛΙΑΜΕΠ

Η επόμενη μέρα της Ευρώπης μετά τις εκλογές στην Ουγγαρία

Οι κρίσεις σηματοδοτούν για την ΕΕ ευκαιρίες προβληματισμού και ενίοτε -αλλά όχι πάντα- διόρθωσης μιας λανθασμένης πορείας, αναδεικνύοντας δομικές και πολιτικές αστοχίες και επιβάλλοντας -με υψηλό τίμημα, συνήθως, λόγω καθυστερήσεων- κάποια μορφή αντίδρασης. Η μεγάλη χρηματοοικονομική κρίση κατέδειξε την προβληματική και ατελή αρχιτεκτονική της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Η μεταναστευτική κρίση έφερε στο προσκήνιο τον προβληματισμό περί της δημογραφικής προοπτικής της Ευρώπης αλλά και τα όρια και τις αντοχές των ευρωπαϊκών κοινωνιών σε μια αίσθηση διαρραγής του υφιστάμενου κοινωνικού ιστού. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, τόσο στην πρώτη φάση κατάληψης της Κριμαίας όσο και στη δεύτερη επίθεση σε πλήρη κλίμακα κατά της ανεξαρτησίας της χώρας, το 2022, ενέτεινε το έλλειμμα ασφάλειας και εμπέδωσε στον ευρωπαϊκό δήμο την επιτακτικότητα ενίσχυσης των αμυντικών, αποτρεπτικών δομών της Ευρώπης. Ο εμπορικός πόλεμος που ξεκίνησε ο Τραμπ με την «Ημέρα Απελευθέρωσης» και την επιβολή δασμών, βοήθησε στη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας εμπορικής διαφοροποίησης αλλά και την απομάκρυνση από μια αφελή εμμονή σε πολυμερή κανονιστικά πλαίσια, τουλάχιστον απέναντι σε χώρες που δεν ασπάζονται το ίδιο όραμα. Η κρίση στη Γάζα, τη Βενεζουέλα και πιο πρόσφατα στο Ιράν, απέδειξε με τον πλέον δραματικό τρόπο τη διπλωματική ανυπαρξία της ΕΕ και την ανικανότητά της να αποτελέσει έναν ουσιαστικό και επιδραστικό δρώντα στη διεθνή σκηνή.

Και οι εσωτερικές, ενδοευρωπαϊκές πολιτικές κρίσεις; Αυτές που πυροδοτούνται συνήθως από πολιτικές εξελίξεις και εκλογές που φέρνουν στην εξουσία δυνάμεις όχι φίλα προσκείμενες στη διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης; Αρχικά, στο βαθμό που αυτές διεξάγονται χωρίς ίχνη επεμβάσεων τρίτων και αποτυπώνουν πραγματικά το αίσθημα των εκάστοτε εθνικών δήμων, πρόκειται για πολιτικές διαδικασίες που εμπεδώνουν τη λαϊκή αντιπροσωπευτικότητα και τον σεβασμό στη λαϊκή κυριαρχία, που είναι βασικές αρχές του πολιτικού κεκτημένου της Ευρώπης. Επιπρόσθετα, αποτελούν καμπανάκια αφύπνισης για τις ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ, ως προς την κατεύθυνση και το περιεχόμενο της διαδικασίας ευρωπαϊκής ενοποίησης, προειδοποιώντας για τις συνέπειες περαιτέρω αποστασιοποίησης των εθνικών δήμων από το όραμα της ενωμένης Ευρώπης. Τέλος, προωθούν ζυμώσεις στην ευρωπαϊκή πολιτική δημόσια σφαίρα για την αποτελεσματικότερη διαχείριση δυνητικών περιπλοκών και την αποφυγή εκτροχιασμού της ευρωπαϊκής αμαξοστοιχίας. Τέτοιες ζυμώσεις μπορεί να οδηγήσουν στην αρχική θέσπιση και αργότερα την ενεργοποίηση του Άρθρο 7 της ΣΕΕ, όταν υπάρχει σαφής κίνδυνος σοβαρής παραβίασης των αξιών της ΕΕ. Το άρθρο αυτό έχει αποτελέσει βασικό εργαλείο πίεσης κατά των κυβερνήσεων της Πολωνίας και της Ουγγαρίας. Πιθανώς πιο σημαντικά, τροφοδοτεί με ισχυρά επιχειρήματα όσους αναζητούν μεγαλύτερη ευελιξία στη λειτουργία της ΕΕ, τόσο σε θεσμικό επίπεδο «συμφωνιών προθύμων» σε διάφορους τομείς πολιτικής όσο και σε επίπεδο εκτεταμένης χρήσης πλειοψηφικών μεθόδων λήψης αποφάσεων, παρακάμπτοντας την ομοφωνία.

Οι επερχόμενες εκλογές στην Ουγγαρία, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, θα έχουν θετικό αντίκτυπο στην ΕΕ. Πιθανή ήττα του κυβερνώντος κόμματος θα εκκινήσει μια -δύσκολη και αβέβαιη, όπως δείχνει και η περίπτωση της Πολωνίας- διαδικασία κανονικοποίησης της χώρας και επιστροφής της στην πολιτική ορθοδοξία της ΕΕ. Για τους υπέρμαχους των ευρωπαϊκών αξιών της ελευθερίας, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η πρώτη μάχη θα έχει κερδηθεί, αλλά η δεύτερη, αυτή της αποκατάστασης των διαβρωτικών συνεπειών μιας δεκαπενταετίας διακυβέρνησης από τον Όρμπαν, θα έχει μόλις ξεκινήσει. Θα είναι μια μάχη δύσκολη και παρατεταμένη, με πιθανά πισωγυρίσματα, αλλά και με έναν αέρα αισιοδοξίας και λιγότερες αναταραχές σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τι θα γίνει, όμως, αν το κόμμα του Όρμπαν κερδίσει τις εκλογές και παραμείνει στην εξουσία; Με δεδομένο ότι αναμένεται εύλογα περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησή του, οι ζυμώσεις περί ευελιξίας στον τρόπο λειτουργίας της ΕΕ στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω θα ενταθούν και δεν θα περιοριστούν σε παραινέσεις μιας σύντομης αποχώρησης από μια συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για έναν καφέ, προκειμένου να παρθούν ερήμην του αλλά με πλήρη γνώση του σημαντικές αποφάσεις. Έχοντας πλέον φτάσει η κατάσταση στο απροχώρητο, άθελά του, ο επανεκλεγείς Όρμπαν μπορεί να προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στην ΕΕ. Μήπως, τελικά, με τον -απευκταίο- τρόπο αυτό η Ουγγαρία αποτελέσει την Ιφιγένεια της Ευρώπης;

Απόστολος Σαμαράς, Διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Δικαίου Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Δικηγόρος, Ερευνητής στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα «Αριάν Κοντέλλη» του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)

Οι Ούγγροι ψηφοφόροι καλούνται στις κάλπες σε μια εκλογική αναμέτρηση με σημαντικές προεκτάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το κυβερνών, συντηρητικό, ευρωσκεπτικιστικό κόμμα «Fidesz» του Βίκτορ Όρμπαν επιδιώκει να διατηρήσει την εξουσία, μετά από 16 χρόνια διακυβέρνησης, απέναντι σε μια πιο συγκροτημένη αντιπολίτευση με βασικό πόλο το κεντροδεξιό, φιλοευρωπαϊκό «Tisza» του Πέτερ Μάγιαρ.

Το αποτέλεσμα δεν αφορά μόνο τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες, αλλά και τη σχέση της Βουδαπέστης με τις Βρυξέλλες, ιδίως σε ζητήματα όπως το μεταναστευτικό, οι σχέσεις με τη Ρωσία και τα δικαιώματα των μειονοτήτων, σε μια περίοδο όπου οι εντάσεις γύρω από το κράτος δικαίου και τη χρηματοδότηση της ΕΕ παραμένουν ανοιχτές.

Οι εκλογές θα μπορούσαν να αποτελέσουν «σημείο καμπής» εφόσον συνοδευτούν από ουσιαστική πολιτική αλλαγή, δηλαδή αν το εκλογικό σώμα αποδοκιμάσει τον Βίκτορ Όρμπαν. Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε ευρύτερες συνέπειες, καθώς θα μπορούσε να μεταβάλει τους συσχετισμούς εντός της ΕΕ και να περιορίσει την επιρροή ενός από τους βασικούς παράγοντες που διατηρούν στενές πολιτικές σχέσεις με τη Ρωσία. Παράλληλα, θα συνιστούσε πλήγμα για την ιδεολογική δυναμική των ακροδεξιών κομμάτων στην Ευρώπη. Αντίθετα, η παραμονή του Όρμπαν στην εξουσία θα επιβεβαίωνε τη σταθερότητα ενός μη φιλελεύθερου μοντέλου διακυβέρνησης που έχει ήδη αφήσει ισχυρό (αρνητικό) αποτύπωμα στην ευρωπαϊκή συνοχή.

Από την πλευρά της ΕΕ, το διακύβευμα παραμένει υψηλό για την ενότητά της και την εσωτερική λειτουργία της, καθώς διαψεύστηκε η τελεολογική υπόθεση της γραμμικής σύγκλισης των κρατών μελών προς το φιλελεύθερο δημοκρατικό πρότυπο. Η Ουγγαρία αποτελεί εδώ και χρόνια εστία έντασης γύρω από το κράτος δικαίου, με ζητήματα που αφορούν τη δικαστική ανεξαρτησία, τα μέσα ενημέρωσης και τα θεσμικά αντίβαρα. Η διολίσθηση δεν υπήρξε αιφνίδια, αλλά αποτέλεσμα σταδιακών μεταβολών που αλλοίωσαν τη λειτουργία της δημοκρατίας. Το μοντέλο αυτό στηρίχθηκε τόσο στην αξιοποίηση των ενωσιακών πόρων όσο και σε μια διαρκή πολιτική σύγκρουσης με τις Βρυξέλλες, που παρουσιάζονταν ως απειλή για την εθνική κυριαρχία.

Οι κύριες συνέπειες για την ΕΕ είναι οι εξής: Αφενός, υπονομεύεται η καλόπιστη συνεργασία και η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών, με σημαντικές επιπτώσεις σε τομείς όπου απαιτείται ομοφωνία. Αφετέρου, δοκιμάζεται η ίδια η αξιοπιστία της ΕΕ ως «Ένωσης αξιών», ιδίως όταν τα διαθέσιμα εργαλεία της για την προαγωγή και τήρηση του κράτους δικαίου (όπως το άρθρο 7 της Συνθήκης για την ΕΕ) αποδεικνύονται πολιτικά δυσκίνητα.

Εν τέλει, οι ουγγρικές εκλογές πρέπει να ειδωθούν στο πλαίσιο μιας ευρύτερης τάσης αμφισβήτησης των φιλελεύθερων δημοκρατικών παραδοχών στην Ευρώπη. Το κρίσιμο ερώτημα για την ΕΕ δεν είναι μόνο ποιος κυβερνά στην Ουγγαρία, αλλά αν και πώς μπορεί να διασφαλίσει αποτελεσματικά την τήρηση των θεμελιωδών ενωσιακών αρχών και ελευθεριών στο εσωτερικό της χώρας.

 

 

Κατηγορίες: Όλες οι δημοσιεύσεις
Αναλυτές
Σπύρος Μπλαβούκος Επικεφαλής Προγράμματος Ευρωπαϊκοί Θεσμοί και Πολιτικές, Επικεφαλής Ευρωπαϊκού Προγράμματος 'Αριάν Κοντέλλη', Κύριος Ερευνητής, Καθηγητής, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Απόστολος Σαμαράς Ερευνητής στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα «Αριάν Κοντέλλη», Ευρωπαϊκό Δίκαιο, Διακυβέρνηση & Πολιτικές της ΕΕ, Οικονομικό Δίκαιο, Κράτος Δικαίου & Ανθρώπινα Δικαιώματα, Δημόσιο Δίκαιο, Διεθνές Δίκαιο