Σύμφωνα με το άρθρο II, τμήμα 2, παράγραφος 2 του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών (ΗΠΑ), η υποψηφιότητα κάθε πρέσβη που διορίζεται από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ εγκρίνεται από τη Γερουσία για να επιβεβαιωθεί ο διορισμός του. Μόλις η πρόταση του Προέδρου υποβληθεί στη Γερουσία, μία ή περισσότερες από τις αρμόδιες μόνιμες επιτροπές εξετάζουν τον υποψήφιο μέσω δημόσιας ακρόασης, κατά την οποία ο υποψήφιος απευθύνεται στην επιτροπή με εναρκτήρια δήλωση και απαντά σε ερωτήσεις των Γερουσιαστών. Μετά την ακρόαση, η επιτροπή αποφασίζει αν θα εισηγηθεί την υποψηφιότητα στην ολομέλεια της Γερουσίας. Σε αντίθεση με τη διαδικασία ψήφισης νομοθεσίας, που απαιτεί πλειοψηφία τριών πέμπτων για να ολοκληρωθεί η συζήτηση, οι προεδρικοί διορισμοί, όπως εκείνοι των πρέσβεων, απαιτούν απλή πλειοψηφία για την ολοκλήρωση της διαδικασίας και την έγκριση ή την απόρριψη της υποψηφιότητας.

Κατά την ακρόασή της ενώπιον της Γερουσίας στις 9 Ιουλίου 2025, η υποψήφια Πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Kimberly Guilfoyle, εξήγησε ότι η πείρα που διαθέτει ως εισαγγελέας στο Σαν Φρανσίσκο και στο Λος Άντζελες, η εργασία της στα μέσα ενημέρωσης, καθώς και η προηγούμενη ιδιότητά της ως Πρώτη Κυρία του Σαν Φρανσίσκο, της έχουν προσδώσει δεξιότητες διαπραγμάτευσης, ανάλυσης και διπλωματίας, τις οποίες θεωρεί χρήσιμες για την επιτυχή άσκηση των καθηκόντων της. Όσον αφορά την Ελλάδα και τις διμερείς σχέσεις, η υποψήφια πρέσβειρα εξήρε τη συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών. Τόσο στην αρχική της δήλωση όσο και στις απαντήσεις της στις ερωτήσεις των Γερουσιαστών, επανειλημμένα ανέφερε ότι η Ελλάδα έχει υπερβεί τον στόχο του ΝΑΤΟ για αμυντικές δαπάνες στο 2% του ΑΕΠ, διαθέτοντας το 3% —το ακριβές ποσοστό για το 2024 είναι 3,08%, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του ΝΑΤΟ. Επισήμανε επίσης ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε πορεία επίτευξης της νέας δέσμευσης για δαπάνες της τάξεως του 5% έως το 2035, όπως συμφωνήθηκε στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη τον Ιούνιο. Δεσμεύτηκε επίσης για την προώθηση της στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών, καθώς και για την ενίσχυση της αμερικανικής στήριξης στον εκσυγχρονισμό των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων.

Η Guilfoyle έδωσε επίσης έμφαση στη συνεργασία ΗΠΑ–Ελλάδας στον τομέα της ενέργειας, αναφέροντας συγκεκριμένα έργα, όπως ο τερματικός σταθμός υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στη Ρεβυθούσα και η κατασκευή της πλωτής μονάδας αποθήκευσης και αεριοποίησης (FSRU) στην Αλεξανδρούπολη, σημειώνοντας ότι το 20% των εισαγωγών φυσικού αερίου της Ελλάδας προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα, αναγνώρισε τη σημασία της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου και ανέφερε ότι οι ΗΠΑ συνδράμουν στη διασύνδεση της Ελλάδας με χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, καθώς και με την Κύπρο και το Ισραήλ. Υπογράμμισε ότι οι διμερείς σχέσεις βασίζονται σε ισχυρούς δεσμούς μεταξύ των λαών, επισημαίνοντας τον ρόλο της ομογένειας και της Ορθόδοξης Κοινότητας, όπως και τη δέσμευση των δύο χωρών στη δημοκρατία και τη θρησκευτική ελευθερία.

Κατά τη διάρκεια της ακρόασης, η Guilfoyle δέχθηκε σειρά ερωτήσεων σχετικά με ελληνικά και περιφερειακά ζητήματα. Ο Δημοκρατικός Γερουσιαστής Chris Coons (Ντελαγουέρ) τη ρώτησε για το σχήμα συνεργασίας 3+1 μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ και εκείνη επανέλαβε τη δέσμευση των ΗΠΑ προς τους συμμάχους της περιοχής. Σε ερώτηση του Ρεπουμπλικανού Γερουσιαστή John Barrasso (Ουαϊόμινγκ) για ευκαιρίες περαιτέρω συνεργασίας, η Guilfoyle αναφέρθηκε σε ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ ΗΠΑ και Ελλάδας με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής και κινεζικής επιρροής, μέσω επενδύσεων σε κρίσιμες υποδομές. Πολλοί Γερουσιαστές, ανάμεσά τους ο Δημοκρατικός Cory Booker (Νιου Τζέρσεϊ), ο Πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων, Ρεπουμπλικανός Jim Risch (Αϊντάχο) και ο Δημοκρατικός Chris van Hollen (Μέριλαντ), έθεσαν ερωτήματα για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η Guilfoyle επαναβεβαίωσε τη στρατηγική σημασία της Ελλάδας για τις ΗΠΑ και ανέφερε την καλή προηγούμενη συνεργασία της με τον Thomas Barrack, τον νυν Πρέσβη των ΗΠΑ στην Τουρκία. Επισήμανε τη σημασία του συντονισμού μεταξύ των πρεσβειών Αθήνας και Άγκυρας για την ειρηνική επίλυση των διαφορών. Παράλληλα, άσκησε κριτική στην Τουρκία για την αγορά του ρωσικού συστήματος S-400, το οποίο, όπως είπε, εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την ευθυγράμμιση της χώρας με τους στρατηγικούς στόχους του ΝΑΤΟ.

Πράγματι, οι δηλώσεις της Guilfoyle αντανακλούν το αυξανόμενο βάθος των σχέσεων ΗΠΑ–Ελλάδας τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στους τομείς της άμυνας, της ενέργειας και της κοινής γνώμης. Ειδικότερα, η αμυντική συνεργασία έχει ενισχυθεί μέσω της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας, η οποία τροποποιήθηκε τελευταία φορά τον Οκτώβριο του 2021. Τον Απρίλιο του 2024, η Ελλάδα ενέκρινε την αγορά 35 ελικοπτέρων UH-60M Black Hawk από τις ΗΠΑ (αξίας περίπου 1,24 δισ. δολαρίων), ενώ τον Ιούλιο του ίδιου έτους υπέγραψε επιστολή αποδοχής για την προμήθεια 20 μαχητικών F-35 (με δυνατότητα για άλλα 20), αξίας περίπου 8,6 δισ. δολαρίων. Η σημασία αυτών των συμφωνιών τονίζεται από τις συνεχιζόμενες εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (2025) επέκρινε την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας ως αντιπαραγωγική και μη ευθυγραμμισμένη με τις ευρωπαϊκές αξίες, καθώς και το γεγονός ότι η Τουρκία είναι το μόνο κράτος μέλος του ΝΑΤΟ που δεν έχει επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία. Η έκθεση καταδικάζει τις επανειλημμένες παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου από την Άγκυρα, τις υπερπτήσεις, καθώς και τις στρατιωτικές ασκήσεις σε αμφισβητούμενες θαλάσσιες ζώνες, καλώντας την Τουρκία να σεβαστεί το διεθνές δίκαιο.

Παράλληλα, η Ελλάδα έχει ενισχύσει σημαντικά τη συνεργασία της με τις Ηνωμένες Πολιτείες στον ενεργειακό τομέα, εδραιώνοντας τη θέση της ως ενεργειακού κόμβου για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και βασικής πύλης εισόδου του αμερικανικού LNG στην ευρωπαϊκή αγορά. Το 2024, η Ελλάδα εισήγαγε περίπου 1,609 δισ. κιλά LNG, εκ των οποίων σχεδόν το 75% προήλθε από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η συνεργασία αυτή έχει θεσμοθετηθεί περαιτέρω μέσω υποδομών όπως η πλωτή μονάδα FSRU στην Αλεξανδρούπολη, η οποία ξεκίνησε την εμπορική της λειτουργία τον Οκτώβριο του 2024, αυξάνοντας την ικανότητα αεριοποίησης και μεταφόρτωσης της Ελλάδας. Αμερικανικές εταιρείες έχουν επίσης εξασφαλίσει μακροπρόθεσμη πρόσβαση σε αυτές τις υποδομές· χαρακτηριστικά, η Venture Global υπέγραψε πενταετή συμφωνία για τη χρήση μέρους της χωρητικότητας του σταθμού στην Αλεξανδρούπολη για την προμήθεια LNG στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Παράλληλα, αυξάνεται και η αμερικανική συμμετοχή στην έρευνα υδρογονανθράκων, με την Chevron να εκδηλώνει ενδιαφέρον για έρευνες νότια της Κρήτης.

Η ενίσχυση των στρατηγικών και διπλωματικών σχέσεων αποτυπώνεται και στη διαμόρφωση της ελληνικής κοινής γνώμης. Σύμφωνα με έρευνα του Pew Research Center (2023), το 56% των Ελλήνων διατηρεί θετική άποψη για τις ΗΠΑ. Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται από έρευνα της Pulse για την Καθημερινή το 2024, σύμφωνα με την οποία το 54% των Ελλήνων αξιολογεί θετικά τον ρόλο των ΗΠΑ σε ζητήματα που αφορούν την Ελλάδα, ενώ το 76% δηλώνει ότι εμπιστεύεται τους Αμερικανούς συμμάχους σε περίπτωση στρατιωτικής κρίσης με την Τουρκία. Σύμφωνα με δεδομένα του Διατλαντικού Περισκόπιου(*) για την περίοδο 2022–2024, η τάση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων κυμαίνεται κατά μέσο όρο στο 8,5/10, κατατάσσοντας την Ελλάδα μεταξύ των εταίρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αξιολογούν πιο θετικά τη διμερή σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το Flashnews άρθρο υπογράφουν οι Jake Pryor, Εκπαιδευόμενος Βοηθός Ερευνητής, Διατλαντικό Περισκόπιο και Αθηνά Φατσέα, Διαχειρίστρια Έργου, Διατλαντικό Περισκόπιο.


(*) Το Διατλαντικό Περισκόπιο συγκεντρώνει σημαντικές ειδήσεις, απόψεις και αναλύσεις που αφορούν τις διμερείς σχέσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου. Το Ίδρυμα Bertelsmann συνεργάζεται με ειδικούς από αναγνωρισμένους ερευνητικούς φορείς και ακαδημαϊκά ιδρύματα για κάθε χώρα. Το ΕΛΙΑΜΕΠ διαχειρίζεται την ελληνική έκδοση του έργου.

Κατηγορίες: Όλες οι δημοσιεύσεις
Αναλυτές
Έλενα Λαζάρου Γενική Διευθύντρια
Αθηνά Φατσέα Βοηθός Ερευνήτρια της Γενικής Διευθύντριας, Υπεύθυνη του Έργου Διατλαντικό Περισκόπιο