Καθώς η Κύπρος αναλαμβάνει τη δεύτερή της Προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναλαμβάνει έναν ρόλο σε μια συγκυρία που ορίζεται από κρίση και αλλαγή. Η αντίθεση με την πρώτη της Προεδρία (2012) δεν θα μπορούσε να είναι πιο έντονη. Τότε, ο πολυμερής διάλογος κυριαρχούσε, η συνεργασία ήταν εφικτή και οι συγκρούσεις διαχειρίσιμες. Σήμερα, ο πολυμερής διάλογος ακυρώνεται, ο εθνικισμός προωθείται, οι συγκρούσεις κυριαρχούν και η Ευρώπη αντιμετωπίζει υπαρξιακές προκλήσεις: την Ένωσή της και την Ασφάλειά της, την Εσωτερική Αγορά και Κεφαλαιαγορά της, την Ανταγωνιστικότητά της, την Ελευθερία και τις Αξίες της.
Κάθε Ευρωπαϊκή Προεδρία έχει ένα καθήκον: να προωθήσει τις υποθέσεις της Ένωσης. Για την Κύπρο, η κεντρική δοκιμασία θα είναι η καθοδήγηση των διαπραγματεύσεων για Συμφωνία του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαίσιου (ΠΔΠ) της ΕΕ. Πρόκειται για άσκηση αφουγκρασμού θέσεων, διαπραγμάτευσης και συμβιβασμού. Πάνω απ’ όλα, θα απαιτήσει από την Κύπρο να λειτουργήσει ως έντιμος διαμεσολαβητής — ένας ρόλος στον οποίο τα μικρότερα κράτη μέλη συχνά πετυχαίνουν περισσότερο από τα μεγαλύτερα.
Τρεις Δοκιμασίες Επιτυχίας
Όπως σε κάθε Προεδρία, η Κύπρος θα κριθεί σε τρία μέτωπα:
- Θεσμικό: Μπορεί να αφήσει αποτύπωμα οδηγώντας το ΠΔΠ σε ολοκλήρωση;
- Αντιπροσωπευτικό: Μπορεί να αναδείξει έναν θεματικό άξονα πολιτικής που να είναι διαχρονικός, υπερβαίνοντας το εθνικό της συμφέρον; Το νερό, ως σπάνιος πόρος και αιτία συγκρούσεων και μετανάστευσης — με επιπτώσεις σε όλες τις ηπείρους — θα μπορούσε να εδραιώσει μια «Διακήρυξη της Λευκωσίας για το Νερό».
- Φήμη: Μπορεί να αξιοποιήσει την ουδετερότητα, ώστε να οικοδομήσει μια κληρονομιά ως συντονιστής ουδετερότητας και συμβιβασμού για ειρήνη και συνεργασία;
Είναι αξιέπαινο το γεγονός ότι η Κύπρος θέλει να συμπεριλάβει περιφερειακούς γείτονες ως παρατηρητές στις συζητήσεις της ΕΕ. Η Ευρωμεσογειακή περιοχή —500 εκατομμύρια άνθρωποι, 10% του παγκόσμιου ΑΕΠ— είναι παραδόξως η λιγότερο διασυνδεδεμένη στον κόσμο. Το ενδοπεριφερειακό εμπόριο είναι μόλις το ένα τέταρτο του συνολικού εμπορίου. Στη δεκαετία, η πρόοδος είναι αμελητέα.
Η Κύπρος, ως το νοτιοανατολικό σύνορο της ΕΕ, μπορεί να βοηθήσει να αλλάξει αυτό. Εντάσσοντας τους γείτονες στον ευρωπαϊκό διάλογο, μπορεί να προωθήσει το εμπόριο, τη συνεργασία και την ειρήνη. Αλλά αυτό πρέπει να επιδιωχθεί με ουδετερότητα και ως μέρος μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής και στο πλαίσιο του μοντέλου διακυβέρνησης της ΕΕ — όχι ως μία μεμονωμένη χειρονομία.
Η Προεδρία αφορά το συλλογικό καλό της Ευρώπης, όχι το εθνικό όφελος. Ωστόσο, η πραγματικότητα της Κύπρου δεν μπορεί να αγνοηθεί. Παραμένει διαιρεμένη, με το δίκαιο της ΕΕ να απαγορεύεται στο 30% της επικράτειάς της. Και είναι το μόνο απομονωμένο νησιωτικό κράτος μέλος της Ευρώπης.
Αυτή η Προεδρία μπορεί να υπενθυμίσει στους Κύπριους τα οφέλη της ένταξης στην ΕΕ. Μπορεί να υπενθυμίσει στους Ευρωπαίους την πραγματικότητα ότι μέρος της επικράτειας της ΕΕ παραμένει κατεχόμενο από την Τουρκία — έναν εμπορικό εταίρο της ΕΕ και μέλος του ΝΑΤΟ. Αυτή η αντίφαση δεν πρέπει ποτέ να κανονικοποιηθεί και δεν πρέπει ποτέ να επαναληφθεί αλλού.
Σημαντικο θα είναι η Κύπρος να μην εργαλειοποιήσει την κατοχή και τη διαίρεσή της, αλλά να την αξιοποιήσει ως προηγούμενο και ως πηγή διδαγμάτων που αναδεικνύουν τους κινδύνους για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, δεδομένης της τρέχουσας παγκόσμιας τάξης, των πρόσφατων συνεχών απειλών της Ρωσίας στα σύνορα της ΕΕ και της συνεχιζόμενης σύγκρουσης μεταξύ Ισραήλ-Παλαιστίνης και άλλων χωρών της περιοχής.
Η Κυπριακή Προεδρία έρχεται σε μια στιγμή που η Ευρώπη χρειάζεται ανθεκτικότητα και όραμα. Είναι μια ευκαιρία για ένα μικρό κράτος να αφήσει ένα μεγάλο αποτύπωμα. Να αποδείξει ότι η ουδετερότητα μπορεί να είναι δύναμη. Να δείξει ότι η Κύπρος δεν είναι ένα νησί στο περιθώριο, αλλά ένας παίκτης στην καρδιά των συνόρων της Ευρώπης.


