Η Δρ Έλενα Λαζάρου, Γενική Διευθύντρια του ΕΛΙΑΜΕΠ, προσκλήθηκε ως ομιλήτρια στο Θερινό Σχολείο του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (European Court of Auditors-ECA), το οποίο πραγματοποιήθηκε στη Μάλτα από τις 9 έως τις 12 Ιουνίου 2026. Το Θερινό Σχολείο διοργανώθηκε από το Τμήμα Πολιτικής, Διακυβέρνησης και Δημόσιας Διοίκησης, σε συνεργασία με την Εθνική Υπηρεσία Ελέγχου και το Υπουργείο Οικονομικών της Μάλτας. Η διοργάνωση συγκέντρωσε ανώτατα στελέχη λήψης αποφάσεων της ΕΕ, ελεγκτές, ακαδημαϊκούς και εμπειρογνώμονες, με σκοπό να εξετάσουν τις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο, οι δομές διακυβέρνησης και τα συστήματα λογοδοσίας. Στις εργασίες του Θερινού Σχολείου συμμετείχαν αξιωματούχοι προερχόμενοι και από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ.
Η Δρ Λαζάρου συμμετείχε στο πάνελ με θέμα «Άμυνα και Ασφάλεια: Χρηματοδότηση και Έλεγχος των Νέων Δεδομένων». Στη συζήτηση συμμετείχαν επίσης ο Antonio Cavarero, Επικεφαλής Επενδύσεων στη Generali Asset Management, ο Siegfried Ruhl, Ειδικός Σύμβουλος στη Γενική Διεύθυνση Προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Δρ Paula Gómez-Trueba, Ελέγκτρια Επιδόσεων του ΝΑΤΟ, και ο Russell Caruana, Αντισυνταγματάρχης και Διοικητής των Ναυτικών Δυνάμεων της Μάλτας. Τη συζήτηση συντόνισε ο Damijan Fišer, Ανώτερος Αξιωματούχος Επικοινωνίας του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Στην τοποθέτησή της, η Δρ Λαζάρου ανέλυσε τις πιο πρόσφατες πρωτοβουλίες της ΕΕ για τη χρηματοδότηση, τη βιομηχανία και τις προμήθειες στον τομέα της άμυνας, καθώς και τις προτάσεις για το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο. Η ίδια έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη υιοθέτησης μιας προσέγγισης «συνολικής άμυνας», η οποία επίσης εστιάζει στην ασφάλεια και την πολιτική προστασία, υπογραμμίζοντας παράλληλα τη σημασία της βιομηχανίας προϊόντων διπλής χρήσης. Παράλληλα, επεσήμανε την ανάγκη ενσωμάτωσης μιας ολιστικής προσέγγισης στην επόμενη Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας. Στόχος είναι η ανταπόκριση στις ανησυχίες περί ασφάλειας και απειλών και των 27 κρατών μελών της ΕΕ, καθώς και η ευθυγράμμισή τους με τις επενδύσεις και την προμήθεια αμυντικού εξοπλισμού. Τέλος, σημείωσε την αυξανόμενη ανάγκη για στενότερη συνεργασία μεταξύ ελεγκτών και εμπειρογνωμόνων σε θέματα άμυνας, δεδομένης της αύξησης των αμυντικών δαπανών.


