Παναγιώτα Μανώλη, Κύρια Ερευνήτρια ΕΛΙΑΜΕΠ, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Παρά την πρόσφατη αναβίωση της πολιτικής διεύρυνσης της ΕΕ ως αποτέλεσμα της γεωπολιτικής αφύπνισης της ΕΕ το 2022, οι ελίτ στις υποψήφιες προς ένταξη χώρες εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται την ένταξη ως έναν συνεχώς μετακινούμενο στόχο. Οι συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες ένταξης και οι παρατεταμένες περίοδοι υποψηφιότητας έχουν αποδυναμώσει την προβλεψιμότητα και την αξιοπιστία της πολιτικής. Ωστόσο, η γεωπολιτική αστάθεια και οι προκλήσεις ασφάλειας στην Ευρώπη ενισχύουν περαιτέρω τη σημασία της διεύρυνσης της ΕΕ. Μια έρευνα που διεξήχθη στο πλαίσιο του προγράμματος Geo-Power-EU (2025)* έδειξε την απόσταση που υπάρχει μεταξύ των διακηρυχθέντων στόχων της πολιτικής διεύρυνσης της ΕΕ και της αντίληψης που έχουν για αυτή οι ελίτ των υποψηφίων προς ένταξη χωρών.
Ενώ οι ελίτ της ΕΕ βλέπουν τη διεύρυνση να προχωρά πρακτικά μέσω μηχανισμών μερικής ολοκλήρωσης, πολλές ελίτ των υποψήφιων χωρών, ιδίως μεταξύ των μακροχρόνιων υποψήφιων χωρών, βλέπουν ισχνή πρόοδο προς την πλήρη ένταξη. Ιδιαίτερα στα Δυτικά Βαλκάνια επισημαίνεται ότι οι όροι ένταξης έχουν συστηματικά μεταβληθεί (π.χ. συνεργασία με το ΔΠΔΓ) ή έχουν τεθεί υπό τον σκόπελο διμερών διαφορών (π.χ. πιο πρόσφατα μεταξύ Βουλγαρίας και Βόρειας Μακεδονίας), δημιουργώντας μια αντίληψη αναβλητικότητας αντί για πρόοδο και υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη στη διαδικασία. Οι ελίτ των Δυτικών Βαλκανίων συνήθως περιγράφουν τη διαδικασία ένταξης με τις έννοιες της στασιμότητας και της τεχνικής δέσμευσης απουσία πολιτικής βεβαιότητας. Αντίθετα, εντός της ΕΕ τονίζεται η σταδιακή ολοκλήρωση μέσω της ενιαίας αγοράς, των Σχεδίων Ανάπτυξης, των Συμφωνιών Σύνδεσης και των DCFTA ως απόδειξη σταθερής προόδου, θεωρώντας την πρόοδο ως εξαρτώμενη από τη δέσμευση των υποψηφίων για μεταρρυθμίσεις.
Μία από τις σημαντικότερες αρνητικές εξελίξεις είναι ότι οι παρατεταμένες περίοδοι υποψηφιότητας έχουν συμβάλει στην κόπωση των πολιτών και των ελίτ, στον αυξανόμενο ευρωσκεπτικισμό και στα αντικίνητρα για μεταρρυθμίσεις. Αυτές οι συνθήκες δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για άλλους δρώντες που επιδιώκουν να υποσκάψουν την ευρωπαϊκή πολιτική και επιρροή. Μεταξύ των νέων υποψηφίων χωρών της ΕΕ στις γειτονικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η Μολδαβία και η Ουκρανία (εκτός από τη Γεωργία) επιδεικνύουν συγκρατημένη αισιοδοξία μετά την ταχεία διαδικασία υποψηφιότητάς τους (2023) και την τεχνική πρόοδο αν και αναγνωρίζεται ότι οι προκλήσεις ασφαλείας απαιτούν ευέλικτα μοντέλα ένταξης.
Οι περισσότερες ελίτ της ΕΕ ανησυχούν περισσότερο για την ικανότητα της Ένωσης να απορροφήσει νέα μέλη, υποστηρίζοντας ότι η διεύρυνση πρέπει να συνοδεύεται από εσωτερικές μεταρρυθμίσεις για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής διακυβέρνησης και της θεσμικής ανθεκτικότητας. Ενώ οι γεωπολιτικές πιέσεις μετά την Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία -ιδίως που σχετίζονται με την ασφάλεια και τη σταθερότητα- αναγνωρίζονται ευρέως, θεωρούνται επίσης ότι ωθούν την ΕΕ σε αποφάσεις διεύρυνσης που ενδέχεται να υπερβαίνουν τα θεσμικά της όρια. Οι ταχείες ή οι επισπευσμένες διαδικασίες ένταξης απορρίπτονται ως επί το πλείστον, καθώς κινδυνεύουν να επιβαρύνουν υπερβολικά τους θεσμούς, τους οικονομικούς πόρους και τα πλαίσια πολιτικής της ΕΕ, υπονομεύοντας τελικά την αποτελεσματικότητα της Ένωσης. Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση ζυγίζει τη διεύρυνση ώστε να συμπεριλάβει τα Δυτικά Βαλκάνια και τους ανατολικούς γείτονές της όπως η Ουκρανία και η Μολδαβία, πρέπει να διαχειριστεί μια στρατηγική ένταση: πώς να συμβιβάσει την
αρχή της διεύρυνσης βάσει αξιοκρατικών κριτηρίων από τη μία μεριά, με τις γεωπολιτικές επιταγές από την άλλη μεριά, χωρίς να υπονομεύσει την εμβάθυνση και τη συνοχή της ίδιας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
*Σημείωση: Τα αποτελέσματα της έρευνας που διεξήχθη στις 9 υποψήφιες χώρες την άνοιξη του 2025 στο πλαίσιο του έργου Geo-Power-EU (χρηματοδοτούμενο από το πρόγραμμα Horizon Europe με συντονιστή το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου) παρουσιάζονται στο Κείμενο D2.1. «Διακρίνοντας το χάσμα μεταξύ των πολιτικών της ΕΕ και των προσδοκιών και αναγκών των χωρών».


