Παρά την έλλειψη σαφούς υποχρέωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για προστασία των μειονοτήτων, η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έχει επιπτώσεις στην κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη μειονοτικών πληθυσμών που διαμένουν εντός της Ένωσης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του Ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος EUROREG, που εκπονήθηκε από το ΕΛΙΑΜΕΠ, οι δράσεις της Κοινότητας που σχετίζονται με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την περιφερειακή ανάπτυξη επηρεάζουν σημαντικά το βιοτικό επίπεδο των μειονοτήτων και συμβάλουν στη βελτίωση των σχέσεων τους με τις τοπικές εθνικές πλειοψηφίες, σημειώνει η ερευνήτρια του ΕΛΙΑΜΕΠ Ευαγγελία Ψυχογιοπούλου.

Τα ερωτήματα που εξετάσαμε, επισημαίνει η Ντία Αναγνώστου, επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας του EUROREG, αφορούν στο «κατά πόσο η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, μέσω των πολιτικών περιφερειακής ανάπτυξης και της έμφασης στα ανθρώπινα δικαιώματα, προωθεί την ενσωμάτωση των μειονοτήτων στο τοπικό περιβάλλον, καθώς επίσης και την συνεργασία μεταξύ μειονοτήτων και πλειοψηφιών, συμβάλλοντας έτσι στην εξασθένηση της εθνικιστικής αλληλεγγύης και απομόνωσης και στις δύο πλευρές». «Η περίπτωση της Δυτικής Θράκης», τονίζει η συνάδελφος της Άννα Τριανταφυλλίδου, «έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον επιπλέον λόγο ότι πρόκειται για μία από τις λιγότερο οικονομικά ανεπτυγμένες περιφέρειες της Ελλάδας».

Η έρευνα του EUROREG κατέδειξε ότι τα Κοινοτικα Πλαίσια Στήριξης (ΚΠΣ) έχουν διαδραματίσει έναν σημαντικό ρόλο στη βελτίωση της περιφερειακής οικονομικής υποδομής στη Θράκη, μέσω δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων. Κατά αυτόν τον τρόπο, έχουν επηρεάσει έμμεσα τις συνθήκες ζωής της μειονότητας. Όμως, η έλλειψη τεχνογνωσίας μεταξύ των υπαλλήλων της τοπικής αυτοδιοίκησης περιορίζει την πρόσβαση των μειονοτικών πληθυσμών στις χρηματοδοτήσεις των ΚΠΣ.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι περισσότεροι πόροι των τριών ΚΠΣ έχουν επενδυθεί στις νότιες περιοχές της Δ. Θράκης που κατοικούνται κυρίως από χριστιανούς, σε αντίθεση με τις βόρειες περιοχές των νομών Ροδόπης και Ξάνθης που κατοικούνται κυρίως από μουσουλμάνους, σημειώνουν οι Αναγνώστου και Τριανταφυλλίδου στα συμπεράσματα της έρευνας τους. Συνεπώς, τα ΚΠΣ έχουν μια παράδοξη επίδραση: δημιουργούν ένα περαιτέρω χάσμα μεταξύ αφενός των μεγάλων δήμων και αστικών περιοχών που κατοικούνται τόσο από πλειονοτικούς όσο και από μειονοτικούς πληθυσμούς και αναπτύσσονται, και αφετέρου, των ορεινών κοινοτήτων που κατοικούνται από μειονοτικούς πληθυσμούς και παραμένουν απομονωμένες και περιθωριοποιημένες. Τα αίτια της διαφοροποίησης στην κατανομή των πόρων καθώς επίσης και η περιορισμένη συμμετοχή της μεινότητας στα προγράμματα, αποδίδονται στην κληρονομιά του κοινωνικοοικονομικού αποκλεισμού, στην εσωστρέφεια της μουσουλμανικής κοινότητας αλλά και σε κάποιες σκόπιμες ή σιωπηρές διακρίσεις που κάνουν οι ελληνικές αρχές.

Το στοιχείο που θεωρείται «καινούριο» στην πολιτική κινητοποίηση της μειονότητας είναι η εκδήλωση μιας εθνικής τουρκικής ταυτότητας παράλληλα με την επιδίωξη ένταξης στην ελληνική κοινωνία. Οι τοπικοί εκπρόσωποι της μειονότητας αναγνωρίζουν την σημασία του ευρωπαϊκού πλαισίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δείχνουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) από ότι στο ελληνικό κράτος. Τα ευρήματα της έρευνας μας, σημειώνει η Ντία Αναγνώστου, μας δίνουν τη δυνατότητα μιας συγκρατημένης αισιοδοξίας για την βελτίωση των σχέσεων των μελών της μειονότητας και της πλειοψηφίας μέσα σε ένα κοινό πλαίσιο περιφερειακής ανάπτυξης. Για να γίνει αυτό εφικτό χρειάζονται όμως διορθωτικά μέτρα: Απαιτείται διαφάνεια στη διάδοση των πληροφοριών σχετικά με τις αιτήσεις για Ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις. Μεγιστοποίηση της διαφάνειας σχετικά με τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων, την έγκριση, επιλογή και κατανομή των πόρων. Ενίσχυση της διγλωσσίας στις δημόσιες υπηρεσίες. Ανάθεση πόρων περιφερειακής ανάπτυξης για διά-κοινοτικά προγράμματα με στόχο την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ μελών της πλειοψηφίας και της μειονότητας. Επίσης τα προγράμματα περιφερειακής ανάπτυξης πρέπει να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στην επίλυση των προβλημάτων των ορεινών περιοχών (βόρεια πλευρά των νομών Ξάνθης και Ροδόπης) που κατοικούνται κατά μεγάλο μέρος από μειονοτικούς πληθυσμούς.